ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Έρευνα: Η παραλίγο ματαίωση και αποτυχία της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο
Το 1974 όπως το βίωσε και το αφηγείται η ίδια η Τουρκία. Η οπτική είναι, εκ των πραγμάτων, τουρκική και η αναπαραγωγή της δεν συνιστά υιοθέτηση των όρων ή των ερμηνειών της.
Πενήντα ένα χρόνια μετά την εισβολή, τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1974 έχουν καταγραφεί εξαντλητικά στην Ελλάδα και την Κύπρο. Η εσωτερική τουρκική διάσταση όμως —το κλίμα στην Άγκυρα πριν και κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, οι αντιφάσεις της ηγεσίας, οι στιγμές που η εισβολή κόντεψε να ναυαγήσει— παραμένει σε μεγάλο βαθμό στη σκιά.
Αντλώντας από το αρχείο του δημοσιογράφου Μεχμέτ Αλί Μπιράντ (αρχείο «32. Gün») και από τις απαντήσεις του Τούρκου διπλωμάτη Ενγκίν Σολάκογλου, ο οποίος για πολλά χρόνια παρακολουθούσε από κοντά τις εξελίξεις στο Κυπριακό και στα ελληνοτουρκικά για λογαριασμό του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, σε ερωτήσεις του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΚΥΠΕ), επιχειρούμε σε αυτό το επετειακό δημοσίευμα να ανασυνθέσουμε το 1974 όπως το βίωσε και το αφηγείται η ίδια η Τουρκία. Η οπτική είναι, εκ των πραγμάτων, τουρκική και η αναπαραγωγή της δεν συνιστά υιοθέτηση των όρων ή των ερμηνειών της.
Μια χώρα βγαλμένη μόλις από τη στρατιωτική κηδεμονία
Για να κατανοήσει κανείς πώς λήφθηκε η απόφαση της εισβολής, πρέπει πρώτα να δει σε ποια κατάσταση βρισκόταν η Τουρκία. Τον Ιούλιο του 1974 η χώρα είχε μόλις αφήσει πίσω της τη διετία της στρατιωτικής κηδεμονίας που είχε εγκαινιάσει το πραξικοπηματικό υπόμνημα της 12ης Μαρτίου 1971. Όπως δείχνει το ντοκιμαντέρ/αρχείο του Μπιράντ, εκείνη η περίοδος είχε σημαδευτεί από τον απαγχονισμό των νεαρών ηγετών της φοιτητικής Αριστεράς —του Ντενίζ Γκεζμίς και των συντρόφων του— από κύματα συλλήψεων και βασανιστηρίων, και από μια βαθιά κρίση στην κορυφή του ίδιου του στρατεύματος.
Κορύφωση αυτής της κρίσης ήταν η σύγκρουση γύρω από την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας στις αρχές του 1973. Οι στρατιωτικοί επιχείρησαν να επιβάλουν στη Βουλή τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, στρατηγό Φαρούκ Γκιουρλέρ. Πολιτικοί και βουλευτές δέχθηκαν ωμές απειλές —ακόμη και κατά της ζωής τους. Ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ θυμάται μπροστά στην κάμερα του Μπιράντ τηλεφωνική απειλή «εκ μέρους των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων», ενώ ο Μπουλέντ Ετζεβίτ περιγράφει πώς ένας στρατηγός τον απείλησε ανοιχτά με δολοφονία. Τελικά η Βουλή αντιστάθηκε, ο Γκιουρλέρ καταψηφίστηκε, και ως συμβιβασμός εξελέγη ο Φαχρί Κορούτουρκ.
Μέσα σε αυτό ακριβώς το ασταθές τοπίο σχηματίστηκε, λίγους μήνες πριν την εισβολή, η εύθραυστη κυβέρνηση συνασπισμού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) και Κόμματος Εθνικής Σωτηρίας (MSP) που έφερε τον κεντροαριστερό, κοσμικό Ετζεβίτ δίπλα στον ισλαμιστή Νετζμετίν Έρμπακαν. Ο Μπιράντ περιγράφοντας την εν λόγω κυβέρνηση είπε ότι ήταν σαν να έβαζες «πλάι-πλάι τη φωτιά με το μπαρούτι» — έναν υπερασπιστή του κοσμικού καθεστώτος πλάι σε έναν διάδοχο ενός συντηρητικού κόμματος που είχε απαγορευθεί επειδή «προσπαθούσε να γκρεμίσει το καθεστώς».
Πόσο δυσλειτουργικός ήταν αυτός ο συνασπισμός φαίνεται από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες του. Οι δύο εταίροι συγκρούστηκαν για το άγαλμα μιας γυμνής γυναικείας μορφής στο Καράκιόι της Κωνσταντινούπολης, που το MSP του Έρμπακαν αφαίρεσε μια νύχτα με γερανό· ακολούθησε εγκύκλιος που απαγόρευε την πώληση μπίρας σε ορισμένα σημεία της χώρας, και έπειτα οι «εθνικές βιομηχανικές» πρωτοβουλίες του Έρμπακαν, που εξόργιζαν τους κεμαλιστές του CHP. Αυτή η ετοιμόρροπη κυβέρνηση κλήθηκε, λίγες ημέρες αργότερα, να διαχειριστεί την κρίση της 15ης Ιουλίου — όταν, κατά την τουρκική αφήγηση, η είδηση από την Κύπρο «έκανε ξαφνικά τους πάντες να ξεχάσουν» τις εσωτερικές τους διαφορές.
Ο μακρύς ίσκιος της επιστολής Τζόνσον
Κανένα τουρκικό αφήγημα του 1974 δεν μπορεί να παραλείψει την επιστολή του Αμερικανού Προέδρου Λίντον Μπέινς Τζόνσον. Στις 5 Ιουνίου 1964, εν μέσω προηγούμενης κρίσης, ο Αμερικανός Πρόεδρος είχε αποτρέψει τουρκική απόβαση στέλνοντας ένα σκληρό μήνυμα. Όπως το συνοψίζει ο Ενγκίν Σολάκογλου, οι ΗΠΑ είπαν στην ουσία: «Αν αποβιβαστείτε στην Κύπρο, θα μείνετε μόνοι απέναντι στην ΕΣΣΔ». Για μια Τουρκία που μέχρι τότε θεωρούσε τον εαυτό της «αναντικατάστατο εταίρο» της Ουάσιγκτον, αυτό το μήνυμα υπήρξε —κατά τον κ. Σολάκογλου— «βαρύ πλήγμα».
Αυτή τη φορά όμως η Άγκυρα αποφάσισε να αγνοήσει την απειλή. «Τα επιτελεία που κυβερνούσαν την Τουρκία υπολόγισαν ότι οι ΗΠΑ δεν θα ήθελαν να χάσουν τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ λόγω μιας περιορισμένης επιχείρησης», εξηγεί στο ΚΥΠΕ ο κ. Σολάκογλου. «Έκριναν ότι η απειλή της επιστολής Τζόνσον ήταν αβάσιμη — και δικαιώθηκαν».
Έρμπακαν εναντίον Ετζεβίτ: το ζήτημα των στόχων
Ένα από τα πιο επίμονα ερωτήματα αφορά το πόσο φιλόδοξοι ήταν πραγματικά οι τουρκικοί στόχοι. Στη συλλογική μνήμη της Ελλάδας και της Κύπρου επιβιώνει η εικόνα ενός Έρμπακαν που ήθελε «να τα πάρει όλα». Ο κ. Σολάκογλου δεν αρνείται ότι ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης διατύπωνε τέτοιες κορώνες, αλλά τις αποδίδει στην ιδιοσυγκρασία του: «Πετάει πολλά… Ένα κάνει, πέντε λέει. Δίνει πενήντα υποσχέσεις, κρατάει τρεις. Αυτός είναι ο τρόπος του να κάνει πολιτική».
Ο Τούρκος διπλωμάτης αμφισβητεί ότι υπήρξε ποτέ πραγματικός σχεδιασμός κατάληψης ολόκληρου του νησιού: «Δεν νομίζω ότι η εμμονή του “να τα πάρουμε όλα” ήταν ειλικρινής. Κανένας από τους αξιωματούχους που σχεδίαζαν την επιχείρηση δεν είχε τέτοιον σχεδιασμό. Δεν το άκουσα ούτε καν από τον Ντενκτάς, που τον γνώρισα προσωπικά». Συνεχίζοντας δε προσθέτει μια ιστορική ανάγνωση που συχνά λησμονείται: όταν συζητούνταν οι Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου, «η Τουρκία υπερασπιζόταν την ομοσπονδία». Η ολική κατάληψη και προσάρτηση —«η Ένωση τουρκικού τύπου», όπως την ονομάζει σαρκαστικά— «ουδέποτε τέθηκε» επί τάπητος. Αντιθέτως, όπως φαίνεται και από το αρχειακό υλικό, η τουρκική πολιτική για δεκαετίες ταλαντευόταν ανάμεσα στην ομοσπονδία και τη διχοτόμηση («taksim»), χωρίς σταθερό στόχο.
20 Ιουλίου: η εισβολή που παραλίγο να ναυαγήσει
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο άγνωστη πτυχή του 1974 για το ελληνικό και κυπριακό κοινό: η ίδια η εισβολή, στην πρώτη της μέρα, κόντεψε να μετατραπεί σε στρατιωτική καταστροφή για την Τουρκία.
Το δεύτερο επεισόδιο του ντοκιμαντέρ του Μπιράντ είναι αποκαλυπτικό. Η απόφαση λήφθηκε «το ίδιο βράδυ» της 15ης Ιουλίου σε σύσκεψη του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας υπό τον Κορούτουρκ. Όμως, όπως τονίζει η αφήγηση, «επί 50 χρόνια ο στρατός δεν είχε μπει σε καμία διασυνοριακή πολεμική επιχείρηση». Στην απόβαση της 20ής Ιουλίου στάλθηκαν αρχικά «περίπου τρεις χιλιάδες στρατιώτες», με περιορισμένα όπλα και πυρομαχικά. Η θάλασσα ήταν ταραγμένη, οι ενισχύσεις καθυστερούσαν, και στην οροσειρά του Πενταδακτύλου ξέσπασε «απρόσμενα ισχυρή αντίσταση».
Όταν νύχτωσε, η κατάσταση έγινε κρίσιμη: η αεροπορία δεν μπορούσε πια να πετάξει και το ναυτικό αναγκάστηκε να σιγήσει «από φόβο μήπως χτυπήσει τους δικούς του». Το τουρκικό σύνταγμα (ΤΟΥΡΔΥΚ) στη Λευκωσία βρέθηκε σχεδόν περικυκλωμένο. Στην Άγκυρα, ενώ η κρατική τηλεόραση ανακοίνωνε ότι όλα πήγαιναν καλά, το Επιτελείο και το Πρωθυπουργικό Μέγαρο περίμεναν με κομμένη την ανάσα ένα μήνυμα από τον ασύρματο. Ο ίδιος ο Ετζεβίτ ομολογεί: «Εκείνο το σύνταγμα στη Λευκωσία μάς ανησύχησε πάρα πολύ. Δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε με τίποτα και ήταν περικυκλωμένοι από παντού. Όλη τη νύχτα ως το πρωί προσευχόμουν να μην πάθουν τίποτα. Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ».
Με τα πρώτα φώτα της αυγής, τα τουρκικά αεροσκάφη απογειώθηκαν ξανά και έσπασαν τον κλοιό. «Η γενναιότητα μιας χούφτας στρατιωτών έσωσε το γόητρο της Τουρκίας», συμπεραίνει το ντοκιμαντέρ. Η εικόνα μιας θριαμβευτικής, ακαριαίας επιχείρησης —που κυριαρχεί στην επίσημη τουρκική μυθολογία— απέχει πολύ από τις αφηγήσεις για αυτή τη νύχτα αγωνίας.
«Η Αϊσέ μπορεί να πάει διακοπές»: η δεύτερη φάση και η Γενεύη
Ανάμεσα στις δύο φάσεις της εισβολής μεσολάβησαν οι διαπραγματεύσεις της Γενεύης. Ο επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας στον ΟΗΕ, Τσοσκούν Κιρτζά, τις περιγράφει ως «δύο διπλωματικές μάχες». Στην πρώτη, για τους όρους της κατάπαυσης του πυρός, η τουρκική πλευρά επέβαλε —κατά τον ίδιο— τη θέληση της: ενώ συνήθως οι αντιμαχόμενες δυνάμεις παραμένουν στις γραμμές όπου τις βρίσκει η εκεχειρία, «εμείς το ξεπεράσαμε αυτό», λέει, «γιατί ο σκοπός μας ήταν να σώσουμε την τουρκική κοινότητα όπου κι αν βρισκόταν». Στη δεύτερη φάση, όπως υποστηρίζει ο Κιρτζά, «οι Ελληνοκύπριοι για πρώτη φορά αναγνώρισαν την ύπαρξη χωριστής τουρκικής κοινότητας και μιας διοίκησης που της ανήκει». Σύντομα όμως, ισχυρίζεται, φάνηκε ότι ο πραγματικός στόχος της ελληνοκυπριακής πλευράς ήταν η επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς — και έτσι οι συνομιλίες οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο.
Όταν οι συνομιλίες ναυάγησαν, ήρθε η εντολή για τη δεύτερη φάση μέσα από ένα κωδικό που έχει μείνει στην ιστορία. Ο Υπουργός Εξωτερικών Τουράν Γκιουνές τηλεφώνησε από τη Γενεύη και ψιθύρισε στον Ετζεβίτ το σύνθημα: «Η Αϊσέ μπορεί να πάει διακοπές» (Ayşe tatile çıkabilir). Η Αϊσέ ήταν η κόρη του Γκιουνές — και ταυτόχρονα το σύνθημα της δεύτερης εισβολής, με την οποία η Τουρκία κατέλαβε σχεδόν το 1/3 του νησιού. Στο εσωτερικό της Τουρκίας, σημειώνει το αρχειακό υλικό του Μπιράντ, ακολούθησε ένα κύμα εθνικής ευφορίας και πρωτόγνωρης ενότητας, με τον Ετζεβίτ να ανακηρύσσεται ως ο «πορθητής της Κύπρου» στη λαϊκή συνείδηση.
Παπαρούνες, εμπάργκο και απειλές
Μια από τις πιο παρεξηγημένες πτυχές αφορά το αμερικανικό εμπάργκο όπλων. Στην κυρίαρχη αφήγηση, το εμπάργκο ήταν η τιμωρία για την Κύπρο. Ο Ετζεβίτ όμως επιμένει στην κάμερα του Μπιράντ ότι η αλήθεια είναι διαφορετική — και ότι «εδώ και χρόνια δεν έχει καταφέρει να το εξηγήσει»: «Πολλοί νομίζουν ότι το 1974 οι ΗΠΑ επέβαλαν εμπάργκο εξαιτίας της Κύπρου. Η πραγματικότητα δεν είναι αυτή». Σύμφωνα με τον ίδιο, η κυβέρνησή του είχε άρει την απαγόρευση καλλιέργειας παπαρούνας (haşhaş) την 1η Ιουλίου, και «μόλις λίγες μέρες αργότερα, πριν καν γίνει το πραξικόπημα στην Κύπρο», η αμερικανική Γερουσία αποφάσισε το εμπάργκο· η Κύπρος, λέει, προστέθηκε ως πρόσχημα «μήνες αργότερα».
Το θέμα αυτό αναδεικνύει και ο Ενγκίν Σολάκογλου ως ένα από τα κρίσιμα σημεία: η τριβή ΗΠΑ–Τουρκίας, υποστηρίζει, ξεπερνούσε το ζήτημα της Κύπρου και αφορούσε τη διάθεση της κυβέρνησης CHP–MSP να σπάσει «ταμπού της εξωτερικής πολιτικής». Το τουρκικό αρχειακό υλικό καταγράφει επίσης ότι μετά την εισβολή ακούστηκαν στην Ουάσιγκτον ακραίες απειλές «από πρόσωπα σε υπεύθυνες θέσεις» — από την αποπομπή της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ έως και προτάσεις βομβαρδισμού. Είναι η στιγμή που, κατά την τουρκική ανάγνωση, γεννιέται ο μακροχρόνιος αντιαμερικανισμός στην Τουρκία.
Από το 1974 στο 1980: ένας στρατός «γαζής»
Στην Κύπρο και την Ελλάδα συχνά συνδέεται ευθέως η εισβολή με το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, καθώς το στρατιωτικό επιτελείο που διεξήγαγε την εισβολή, ανέβηκε αργότερα στην κορυφή της ιεραρχίας και κατέλαβε την εξουσία. Ο κ. Σολάκογλου είναι επιφυλακτικός απέναντι σε αυτή τη γραμμική ανάγνωση: «Ανάμεσά τους μεσολαβούν έξι χρόνια. Η ιεραρχία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων δεν έκανε άλματα τότε. Η “ανανέωση” έγινε φυσιολογικά. Δεν βλέπω ευθεία σχέση ανάμεσα στα δύο ιστορικά γεγονότα» — συνεχίζοντας δε υπενθύμισε ότι «η αρχαιότητα του πολέμου» αποτελεί λόγο προαγωγής σε κάθε στρατό του κόσμου.
Ο κ. Σολάκογλου αναγνωρίζει ωστόσο έναν λεπτό κρίκο που συνδέει τις μετέπειτα εξελίξεις, εστιάζοντας αυτή τη φορά σε μια κοινωνική και όχι συνωμοτική ανάγνωση των πραγμάτων: «Ένας στρατός “γαζής” [που έχει πολεμήσει νικηφόρα] έχει υψηλό γόητρο. Το κύρος ενός στρατού που ήταν ο “γαζής της Κύπρου” — μαζί με πολλούς άλλους λόγους βεβαίως — μπορεί να εξηγήσει τη μικρή κοινωνική αντίσταση στο πραξικόπημα και την ευρεία λαϊκή στήριξη που είχε η πενταμελής χούντα». Η Κύπρος, με άλλα λόγια, δεν «παρήγαγε» τους πραξικοπηματίες του 1980, αλλά τους χάρισε το γόητρο που τους διευκόλυνε στο να επικρατήσουν.
Ντενκτάς, ο «αστικός μύθος» και το σήμερα
Δύο ακόμη σταθερές δοκιμάζονται από την μαρτυρία του κ. Σολάκογλου. Η πρώτη είναι η εικόνα του Ραούφ Ντενκτάς ως απλού οργάνου της Άγκυρας. «Έναν τέτοιο ηγέτη δεν μπορείς να τον “διορίσεις” από την Άγκυρα», αντιτείνει ο κ. Σολάκογλου. «Αν το 70% της πολιτικής ζωής του Ντενκτάς πέρασε παλεύοντας ενάντια στους Ελληνοκυπρίους, τουλάχιστον το 30% πέρασε να τσακώνεται με την Άγκυρα» — συνεχίζοντας ο κ. Σολάκογλου υπενθύμισε μάλιστα περιόδους που ο Τ/κ ηγέτης βρέθηκε ουσιαστικά σε κατ’ οίκον περιορισμό στην τουρκική πρωτεύουσα.
Η δεύτερη είναι ο «αστικός μύθος» —διαδεδομένος και στις δύο πλευρές— ότι το 1974 η Κύπρος διχοτομήθηκε κατόπιν συμφωνίας της ελληνικής χούντας με τις ΗΠΑ και την Τουρκία. Ο κ. Σολάκογλου απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό σχολιάζοντας δηκτικά ότι: «Στη γεωγραφία και την κουλτούρα που μοιραζόμαστε, η αναζήτηση άλλοθι για την αποτυχία είναι σχεδόν εθνικό σπορ». Κατά την ανάγνωσή του, η χούντα των συνταγματαρχών απλώς «έκανε τους λογαριασμούς της», στοιχημάτισε και έχασε: «Κάηκε στη φωτιά που η ίδια άναψε. Έχασε και την Κύπρο και την εξουσία της».
Πενήντα ένα χρόνια μετά, η ετυμηγορία του κ. Σολάκογλου για τη συνολική τουρκική πολιτική είναι αυστηρή: η Κύπρος, λέει, υπήρξε «ένα γεωπολιτικό βήμα που για την Τουρκία κατέληξε σε φιάσκο» και «καθαρή απόδειξη ότι η σχετική στρατιωτική ισχύς δεν αρκεί για να είσαι επιτυχημένο κράτος». Δεν πιστεύει ότι η Άγκυρα θα προχωρήσει σε επίσημη προσάρτηση των κατεχομένων· αντιθέτως, διαβλέπει μια κυνική σχέση εκμετάλλευσης. Επιπλέον, προειδοποιεί για την παγίδα να αντιμετωπίζεται το Κυπριακό «σαν να ζει μέσα σε μια γυάλα με σταθερές ατμοσφαιρικές συνθήκες»: «Η Κύπρος δεν βρίσκεται στην Ευρώπη, αλλά στη Μέση Ανατολή», και κάθε εξέλιξη στις σχέσεις Λιβάνου–Ισραήλ ή Λιβάνου–Συρίας θα την επηρεάζει άμεσα.
Αυτές είναι οι όψεις του 1974 που η Τουρκία αφηγείται στον εαυτό της: μια χώρα σε εσωτερική αναταραχή, μια ηγεσία γεμάτη αντιφάσεις, μια επιχείρηση που ήταν πολύ πιο επισφαλής απ’ όσο δείχνει ο επίσημος θρίαμβος, και ένα στοίχημα του οποίου το πολιτικό κόστος —κατά μία τουλάχιστον τουρκική φωνή— δεν ξεπληρώθηκε ποτέ.
«Ας μιλήσουμε ανοιχτά»: τι θα σήμαινε σήμερα μια «λύση»
Ο κ. Σολάκογλου κλείνει τη συνομιλία του με το ΚΥΠΕ αμφισβητώντας την ίδια την έννοια της «ιδανικής λύσης»: «Ποια είναι η προβλεπόμενη, η αποκαλούμενη “ιδανική” λύση για την Κύπρο σήμερα; Μια Κύπρος μέλος της ΕΕ, ενωμένη, μέλος του ΝΑΤΟ ή σε μεγάλο βαθμό ενταγμένη σε αυτό — όπως άλλωστε είναι ήδη και ο Βορράς (κατεχόμενα) και ο Νότος. Βάζοντας στη σειρά αυτά τα στοιχεία, θα έχουμε άραγε μια πιο σταθερή, ασφαλή, ιδανική Κύπρο;».
Ο κ. Σολάκογλου τονίζει ότι εσκεμμένα παρακάμπτει ολόκληρο το καθιερωμένο λεξιλόγιο των διαπραγματεύσεων: «Προσέξτε, δεν χρησιμοποίησα καν τους όρους που μασάμε σαν τσίχλα εδώ και χρόνια — ομοσπονδία, συνομοσπονδία, λύση δύο κρατών, διζωνικότητα, δικοινοτικότητα». Για τον ίδιο, το πραγματικό διακύβευμα βρίσκεται αλλού:
«Στην Κύπρο την οποία ο ιμπεριαλισμός θα χρησιμοποιήσει ως ένα ακόμη εφαλτήριο για να επιτεθεί στη Μέση Ανατολή — όπου σήμερα υπάρχουν βρετανικές βάσεις και αύριο θα υπάρχουν αμερικανικές, γαλλικές και, στο τέλος, νατοϊκές — θα μπορούν να ζήσουν άραγε οι λαοί με ασφάλεια; Δεν πρέπει να κοροϊδεύουμε την ανθρώπινη λογική. Η “λύση” που θα βρεθεί τώρα δεν θα έχει άλλο αποτέλεσμα από το να μετατρέψει το νησί σε μια γιγαντιαία νατοϊκή βάση, που θα αναλάβει τον ρόλο της οπισθοφυλακής του Ισραήλ».
Στη θέση της «ιδανικής λύσης», ο Τούρκος διπλωμάτης θέτει δύο αλληλένδετες προϋποθέσεις που μπορούν να σπάσουν το αδιέξοδο: «Ας μιλήσουμε ανοιχτά. Η εγκαθίδρυση μιας ανθρωποκεντρικής λύσης στην Κύπρο εξαρτάται από δύο παράγοντες. Πρέπει να σταματήσει η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα στην περιοχή και το πιο απτό, ορατό προϊόν της — η ισραηλινή επεκτατικότητα. Παράλληλα, είναι απαραίτητη η εγκαθίδρυση, σε Τουρκία και Ελλάδα, λαϊκών εξουσιών που δεν θα κάνουν τα θελήματα του ιμπεριαλισμού και θα προκρίνουν τη συνεργασία αντί της σύγκρουσης. Χωρίς αυτά, κάθε εγχείρημα δεν μπορεί παρά να αποτελεί για τους λαούς της Κύπρου χαμένος χρόνος και απογοήτευση. Πικρό, αλλά αληθινό!».
Πηγή: ΚΥΠΕ
GEOPOLITICO
Όταν το δικαίωμα στη λήθη συγκρούεται με τη μνήμη της Εκκλησίας
Η τελική κρίση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκή Ένωσης θα κληθεί, επομένως, να χαράξει με ιδιαίτερη προσοχή το όριο ανάμεσα στο δικαίωμα του προσώπου να αποστασιοποιείται από μια πίστη και στην αυτονομία και το έννομο συμφέρον της Εκκλησίας να διατηρεί την ιστορική καταγραφή ενός γεγονότος που πράγματι έλαβε χώρα και έχει κατά την κανονική διδασκαλία της ανεξάλειπτο και ανεπανάληπτο χαρακτήρα.
Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός (ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου), Romfea.gr
Δημοσιεύτηκαν την 1η Οκτωβρίου 2026 οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Laila Medina για την υπόθεση C-12/25 (Bisdom Gent) που αφορά αίτημα διαγραφής από το μητρώο βαπτίσεων βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR).
Η διαφορά κατέληξε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατόπιν προδικαστικής παραπομπής βελγικού Δικαστηρίου. Στις 30 Ιουνίου του 2026 πραγματοποιήθηκε στο Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης του Δικαστηρίου η επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώ μετά τη δημοσίευση των προτάσεων της Γενικής Εισαγγελέως επίκειται η τελική κρίση του.
Το ιστορικό της υπόθεσης έχει ως εξής:
Βέλγος υπήκοος, ο οποίος είχε βαπτισθεί Καθολικός όταν ήταν ανήλικος, ζήτησε από την Επισκοπή της Γάνδης να διαγράψει κάθε αναφορά στο πρόσωπό του από οποιοδήποτε φυσικό ή ψηφιακό μητρώο ή αρχείο. Προς στήριξη του αιτήματός του επικαλέστηκε το δικαίωμα διαγραφής του άρθρου 17 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.
Ακολούθως, η Επισκοπή κατέγραψε την αποχώρησή του, διαγράφοντας μεν με γραμμή τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν, διατηρώντας τα όμως σε αναγνώσιμη μορφή. Μη ικανοποιημένος από τον τρόπο αυτό αντιμετώπισης του αιτήματός του, υπέβαλε καταγγελία στη βελγική Αρχή Προστασίας Δεδομένων, η οποία διέταξε την Επισκοπή να διαγράψει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν.
Η Επισκοπή προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον βελγικού δικαστηρίου, το οποίο, με τη σειρά του, ζήτησε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ερμηνεύσει, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.
Η Γενική Εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις προτάσεις της επιβεβαιώνει αρχικά ότι ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων εφαρμόζεται στην υπόθεση. Το μητρώο βαπτίσεων αποτελεί σύστημα αρχειοθέτησης κατά την έννοια του Κανονισμού (άρθρο 4 σημ. 6) και κατά συνέπεια, η επίμαχη επεξεργασία δεδομένων – η αποθήκευσή τους και, κατά περίπτωση, η ανάκτηση και η χρήση τους – πρέπει να είναι συμβατή με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων.
Επιπλέον, η Γενική Εισαγγελέας εκτιμά ότι η επεξεργασία από την Εκκλησία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος (πριν από την υποβολή του αιτήματος αποχώρησής του από την Εκκλησία) θα μπορούσε να θεωρηθεί σύννομη βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (άρθρο 6 παρ. 1 περ. στ’), ακόμη και ελλείψει ρητής συγκατάθεσης του ενδιαφερόμενου προσώπου. Ωστόσο, το πρόσωπο αυτό μπορεί, κατ’ αρχήν, να ζητήσει τη διαγραφή των δεδομένων αυτών από το μητρώο βαπτίσεων, προβάλλοντας επισήμως αντίρρηση κατά της επεξεργασίας τους.
Στην περίπτωση αυτή, η Εκκλησία μπορεί να συνεχίσει την επεξεργασία των δεδομένων μόνον εφόσον αποδείξει ότι συντρέχουν επιτακτικοί και νόμιμοι λόγοι (άρθρο 21 παρ. 1) που δικαιολογούν την επεξεργασία. Μολονότι η διασφάλιση της ορθής τέλεσης και διαχείρισης των μυστηρίων, περιλαμβανομένου του βαπτίσματος, μπορεί να θεωρηθεί τέτοιος λόγος, πρέπει επιπλέον να εξεταστεί κατά πόσον η επεξεργασία είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού και κατά πόσον το συμφέρον της Εκκλησίας υπερισχύει των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του ενδιαφερόμενου προσώπου.
Εν τέλει, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί σε αυτή τη σύνθετη, κατά περίπτωση, εκτίμηση. Κατά τη στάθμιση των επίμαχων συμφερόντων, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει δύο ομάδες αντικρουόμενων συμφερόντων και δικαιωμάτων, τα οποία, στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρούνται αμφότερα άξια σημαντικής προστασίας: αφ’ ενός, το δικαίωμα του καταγγέλλοντος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμά του στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας· αφ’ ετέρου, την αυτονομία της Εκκλησίας και τη δική της ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας.
Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να συνεκτιμά τους λόγους για τους οποίους ζητείται η διαγραφή και τις ενδεχόμενες συνέπειες που θα είχε για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο η απόρριψη του αιτήματος. Συναφώς, η Γενική Εισαγγελέας επισημαίνει ότι η συνεχιζόμενη διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από θρησκευτική κοινότητα από την οποία ένα πρόσωπο επιθυμεί να αποστασιοποιηθεί μπορεί να επηρεάσει το δικαίωμά του στην αυτοδιάθεση και, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να του προκαλέσει συναισθηματική επιβάρυνση.
Αν η Εκκλησία δεν μπορεί να δικαιολογήσει την περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων για τους προαναφερθέντες λόγους ενδέχεται, παρά ταύτα, να μπορεί να συνεχίσει την επεξεργασία τους για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή για σκοπούς ιστορικής έρευνας (άρθρο 17 παρ. 3 περ. δ’ και άρθρο 89 παρ. 1).
Αυτό υπόκειται, ωστόσο, σε ορισμένες προϋποθέσεις: η επεξεργασία πρέπει να είναι αναγκαία για τους σκοπούς αυτούς, να συμμορφώνεται με τις εγγυήσεις που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης και το εθνικό δίκαιο για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων και να τηρεί την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων.
Στο πλαίσιο αυτό, η Γενική Εισαγγελέας υπογραμμίζει ότι μια δραστηριότητα αρχειοθέτησης πρέπει να εξυπηρετεί το κοινωνικό σύνολο, να στηρίζεται σε νομική υποχρέωση τήρησης αρχείων πληροφοριών ή εγγράφων και να συνεπάγεται κάποια μορφή πρόσβασης σε αυτά από δημόσιες αρχές ή από το ευρύ κοινό. Όσον αφορά την έννοια της ιστορικής έρευνας, αυτή πρέπει, στο πλαίσιο του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων, να νοείται ως αναφερόμενη κυρίως σε δραστηριότητες όπως εκείνες που ασκούνται από ακαδημαϊκούς ή ερευνητικούς οργανισμούς και οι οποίες μπορούν, εν τέλει, να ωφελήσουν την κοινωνία στο σύνολό της.
Τέλος, εάν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Εκκλησία δεν δικαιολογείται, η απλή διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο μητρώο βαπτίσεων με μια γραμμή, με αποτέλεσμα αυτά να παραμένουν αναγνώσιμα, σε συνδυασμό με την προσθήκη σημείωσης σχετικά με την αποχώρηση του προσώπου από την Εκκλησία, δεν συνιστά διαγραφή κατά την έννοια του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.
Εν κατακλείδι, όταν το δικαίωμα στη λήθη του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων συναντά τη μνήμη της Εκκλησίας, η σύγκρουση δεν αφορά απλώς δύο ανταγωνιστικά δικαιώματα, αλλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το τι συνιστά ένα εκκλησιαστικό μητρώο: Είναι απλώς ένα αρχείο προσωπικών δεδομένων που υπόκειται στους κανόνες της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ή ένα ιστορικό και κανονικό τεκμήριο γεγονότων τα οποία, για την Εκκλησία, δεν παύουν να έχουν συμβεί επειδή μεταβλήθηκε αργότερα η σχέση του προσώπου με αυτήν;
Κατά τη γνώμη μας, οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως επιχειρούν μεν να διατηρήσουν μια ισορροπία, αναγνωρίζοντας την εκκλησιαστική αυτονομία και τη σημασία των μυστηρίων, ωστόσο η αποδοχή ακόμη και της δυνατότητας ουσιαστικής εξάλειψης στοιχείων από ιστορικά μητρώα δημιουργεί έναν εύλογο προβληματισμό: Μήπως η λογική της προστασίας προσωπικών δεδομένων επεκτείνεται εν προκειμένω τόσο πολύ, ώστε να κινδυνεύει να μετατραπεί από εγγύηση της ιδιωτικότητας σε εργαλείο αναδιαμόρφωσης της θεσμικής και ιστορικής μνήμης μιας θρησκευτικής κοινότητας;
Η τελική κρίση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκή Ένωσης θα κληθεί, επομένως, να χαράξει με ιδιαίτερη προσοχή το όριο ανάμεσα στο δικαίωμα του προσώπου να αποστασιοποιείται από μια πίστη και στην αυτονομία και το έννομο συμφέρον της Εκκλησίας να διατηρεί την ιστορική καταγραφή ενός γεγονότος που πράγματι έλαβε χώρα και έχει κατά την κανονική διδασκαλία της ανεξάλειπτο και ανεπανάληπτο χαρακτήρα.
GEOPOLITICO
Η ελληνική αποτροπή, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η πίεση της Άγκυρας για το καλώδιο
Την ενίσχυση της ελληνικής αποτροπής και τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ τοποθετεί στο επίκεντρο της ανάλυσής του ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News», συνδέοντας την τουρκική πολεμική αρθρογραφία με τον ανταγωνισμό για τις θαλάσσιες ζώνες, τις ενεργειακές υποδομές και την επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» και τα πυραυλικά συστήματα μέχρι την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και την τουρκική παρουσία στη Λιβύη, ο δημοσιογράφος περιγράφει μια αντιπαράθεση που εξελίσσεται ταυτόχρονα στο στρατιωτικό, το διπλωματικό και το επικοινωνιακό πεδίο. Κεντρική θέση του είναι ότι η αναβάθμιση των ελληνικών δυνατοτήτων προκαλεί ανησυχία στην Άγκυρα, η οποία επιχειρεί να παρουσιάσει την ελληνική αμυντική προετοιμασία ως σχεδιασμό επίθεσης.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο στο ισραηλινό ενδιαφέρον
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στις αναφορές που επικαλείται από τη Jerusalem Post για την ισραηλινή παρακολούθηση της τουρκικής δραστηριότητας στη Λιβύη. Όπως εξηγεί, το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποκτά, κατά την ισραηλινή προσέγγιση που παρουσιάζει, ευρύτερες διαστάσεις: συνδέεται με τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς, την ενεργειακή ασφάλεια, τα υποθαλάσσια καλώδια και τη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή.
Στην ανάλυσή του, η πρόσβαση της Τουρκίας σε λιβυκές υποδομές και η επιδίωξη παρεμπόδισης ενεργειακών διαδρομών αφορούν τόσο τα ελληνικά όσο και τα ισραηλινά συμφέροντα. Γι’ αυτό θεωρεί ότι η Λιβύη αποκτά μεγαλύτερη σημασία στον ισραηλινό στρατηγικό σχεδιασμό.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται σε δημοσίευμα για φερόμενη συνάντηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου με τον Σαντάμ Χαφτάρ. Διευκρινίζει, πάντως, ότι η συνάντηση δεν έχει επιβεβαιωθεί από την ισραηλινή ή τη λιβυκή πλευρά. Την αξιολογεί ως ενδεχόμενη ένδειξη αναζήτησης συνεργασιών που θα μπορούσαν να περιορίσουν την τουρκική επιρροή.
«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Το βάρος στη διασύνδεση των συστημάτων
Στο στρατιωτικό σκέλος, ο Μουντζουρούλιας επικαλείται τουρκικές αναλύσεις για τις επιπτώσεις της ελληνικής εξοπλιστικής αναβάθμισης. Υποστηρίζει ότι η ανησυχία της Άγκυρας επικεντρώνεται στη δυνατότητα σύνδεσης ραντάρ, αισθητήρων, εκτοξευτών και αεροπορικών μέσων σε ένα κοινό επιχειρησιακό δίκτυο.
«Όλα αυτά τα συστήματα θα επικοινωνούν μεταξύ τους, θα υπάρχει συνεργασία. Και αυτό είναι το μυστικό με την “Ασπίδα του Αχιλλέα”», σημειώνει.
Περιγράφει την προοπτική μιας ευρύτερης εικόνας επιτήρησης από την Ελλάδα, μέσω της Κύπρου, μέχρι το Ισραήλ. Κατά την εκτίμησή του, η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τα Rafale, τα F-16 Viper και τη μελλοντική ένταξη των F-35, μπορεί να αυξήσει την ελευθερία δράσης της Πολεμικής Αεροπορίας.
Ανάλογη σημασία αποδίδει στα συστήματα PULS και Spike NLOS, παρουσιάζοντάς τα ως παράγοντες ενίσχυσης της αποτροπής και μεταβολής των επιχειρησιακών δεδομένων στο Αιγαίο.
Τα τουρκικά σενάρια για τις πρώτες ώρες μιας σύγκρουσης
Εκτενής είναι η αναφορά του στην τουρκική αρθρογραφία για υποτιθέμενα ελληνικά προληπτικά πλήγματα και για τις πρώτες 24 ή 72 ώρες μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης. Όπως επισημαίνει, τουρκικά μέσα συνδέουν αυτά τα σενάρια με την άσκηση «Αλέξανδρος», τη συνεργασία με το Ισραήλ και την ελληνική εξοπλιστική ενίσχυση.
Ο ίδιος αντιμετωπίζει αυτή την αρθρογραφία ως μέρος πληροφοριακού πολέμου. Εκτιμά ότι επιδιώκει τη συσπείρωση της τουρκικής κοινής γνώμης και την προβολή της Ελλάδας ως υπεύθυνης για ενδεχόμενη κλιμάκωση.
«Να βλέπουμε και ποιοι είναι οι στόχοι της Άγκυρας», υπογραμμίζει, ζητώντας προσεκτική ανάγνωση των δημοσιευμάτων.
Τα σενάρια αυτά παρουσιάζονται στην εκπομπή ως τουρκικοί ισχυρισμοί και αναλύσεις, χωρίς να τεκμηριώνουν την ύπαρξη επίσημης ελληνικής απόφασης για προληπτική επίθεση. Αντίστοιχα, τις τουρκικές αναφορές σε πιθανό ελληνοϊσραηλινό πλήγμα στα κατεχόμενα τις συνδέει με την ανησυχία για την τριμερή συνεργασία.
Το καλώδιο και η απαίτηση της Τουρκίας για προηγούμενη έγκριση
Αιχμηρός είναι ο Μουντζουρούλιας για το Great Sea Interconnector. Κατά την ανάλυσή του, η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει την ηλεκτρική διασύνδεση σε μέσο επιβολής των θαλάσσιων διεκδικήσεών της, απαιτώντας συντονισμό ή προηγούμενη έγκριση για δραστηριότητες σε περιοχές που η ίδια χαρακτηρίζει τουρκική υφαλοκρηπίδα.
Θεωρεί ότι ενδεχόμενη αποδοχή αυτής της απαίτησης θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο. Ζητά από την Αθήνα να προχωρήσει από τις διαβεβαιώσεις σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επανέναρξη των ερευνών.
Αναφέρεται επίσης στη διαφωνία που παρουσιάζει μεταξύ του Άγγελου Συρίγου και του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη σχετικά με τα γεγονότα της Κάσου. Σύμφωνα με όσα μεταφέρει, ο πρώτος μίλησε για υποχώρηση στο επιχειρησιακό πεδίο, ενώ ο δεύτερος την αρνήθηκε. Ο δημοσιογράφος υιοθετεί την εκτίμηση ότι υπήρξαν λανθασμένοι χειρισμοί και ασκεί κριτική στην καθυστέρηση του έργου.
«Ναι, να έχουμε εγγυήσεις, αλλά εμείς πρέπει να βγούμε μπροστά», τονίζει, σχολιάζοντας την αναζήτηση στήριξης από συμμάχους.
«Γαλάζια Πατρίδα»: Η αναμονή δεν σημαίνει εγκατάλειψη
Σχολιάζοντας τις πληροφορίες που επικαλείται για μη ένταξη σχετικού νομοσχεδίου στην τουρκική κοινοβουλευτική ατζέντα του Οκτωβρίου, προειδοποιεί ότι αυτό δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Εξετάζει ως πιθανές εξηγήσεις διπλωματικές πιέσεις, αναμονή ανταλλαγμάτων ή προσπάθεια προβολής ηπιότερου προσώπου. Παρουσιάζει αυτές τις εκδοχές ως εκτιμήσεις, ενώ συνδέει τη στάση της Άγκυρας με τις παράλληλες κινήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο και τις αναφορές σε σχεδιασμό ενεργειακής σύνδεσης με τα κατεχόμενα.
Η Κύπρος, τα ελληνικά μαχητικά και η ενεργειακή συνεργασία
Στην παρουσία ελληνικών μαχητικών πάνω από τη Λευκωσία και στην προβολή νέων συστημάτων της Εθνικής Φρουράς αποδίδει σαφές μήνυμα αποτροπής. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο Barak MX, στα μη επανδρωμένα μέσα και στην αιγυπτιακή συμμετοχή, την οποία αξιολογεί ως σημαντική ένδειξη περιφερειακής συνεργασίας.
Στο ενεργειακό πεδίο, αναφέρεται στις διαπραγματεύσεις Κύπρου–Ισραήλ για το κοίτασμα Αφροδίτη–Ισάι. Θεωρεί ότι η προώθηση τέτοιων συνεργασιών ενισχύει τη θέση της Λευκωσίας και διευρύνει τα κοινά συμφέροντα στην περιοχή.
Αεροπορικά όπλα, υποβρύχια και ελληνικά ναυπηγεία
Η εκπομπή καλύπτει ακόμη τις αναφορές για ελληνικό ενδιαφέρον απόκτησης προηγμένων αμερικανικών αεροπορικών όπλων, καθώς και τις επιλογές για τη νέα γενιά υποβρυχίων. Ο Μουντζουρούλιας επιμένει ότι η αγορά μαχητικών πρέπει να συνοδεύεται από το κατάλληλο οπλοστάσιο.
Στα υποβρύχια παρουσιάζει γερμανικές, γαλλικές και νοτιοκορεατικές προτάσεις, υπογραμμίζοντας ότι η τελική επιλογή πρέπει να υπηρετεί τις ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού και να συνυπολογίζει τη βιομηχανική συμμετοχή.
Παράλληλα, υποστηρίζει την πρόταση για μακροπρόθεσμο πρόγραμμα ναυπήγησης πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων στην Ελλάδα, με ενίσχυση των εγχώριων αμυντικών εταιρειών.
Η διπλωματική αντιπαράθεση από τον ΟΗΕ μέχρι τη Θράκη
Στο διπλωματικό σκέλος, σχολιάζει πληροφορίες για τουρκική διερεύνηση ενδεχόμενης υποψηφιότητας του Φεριντούν Σινιρλίογλου για τη θέση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει παρουσιαστεί επίσημη πρόταση.
Αναφέρεται επίσης στην προσπάθεια της Άγκυρας, όπως την περιγράφει, να επαναφέρει ζητήματα σχετικά με τη μειονότητα της Θράκης στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Ζητά έγκαιρη ελληνική διπλωματική απάντηση, εντάσσοντας και αυτό το πεδίο στην ευρύτερη τουρκική στρατηγική πίεσης.
Η απαίτηση που διατυπώνει προς την πολιτική ηγεσία είναι να συνδυάσει την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων με αποφασιστικές κινήσεις για τα έργα και τα δικαιώματα της χώρας: «Πάνω απ’ όλα είναι η Ελλάδα».
Αναλύσεις
Παπαδάτος: Η Ευρώπη δεν είναι έτοιμη για ολοκληρωτικό πόλεμο με τη Ρωσία
Ιδιαίτερα ανήσυχος για την κλιμάκωση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης εμφανίστηκε ο Νίκος Παπαδάτος, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική», προειδοποιώντας ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία κινείται, κατά την εκτίμησή του, σε μια πορεία για την οποία η ίδια η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε τη στρατιωτική ούτε την παραγωγική προετοιμασία. Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν το Καλίνινγκραντ, οι ρωσικές προειδοποιήσεις, η κατάσταση στο ουκρανικό μέτωπο και η ανάγκη μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας.
Ιδιαίτερα ανήσυχος για την κλιμάκωση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης εμφανίστηκε ο Νίκος Παπαδάτος, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική», προειδοποιώντας ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία κινείται, κατά την εκτίμησή του, σε μια πορεία για την οποία η ίδια η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε τη στρατιωτική ούτε την παραγωγική προετοιμασία. Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν το Καλίνινγκραντ, οι ρωσικές προειδοποιήσεις, η κατάσταση στο ουκρανικό μέτωπο και η ανάγκη μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας.
Ο Νίκος Παπαδάτος στάθηκε αρχικά στην υπόθεση του Καλίνινγκραντ, εκτιμώντας ότι οι τελευταίες κινήσεις γύρω από τον ρωσικό θύλακα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μια δευτερεύουσα εξέλιξη. Όπως ανέφερε, η Μόσχα έχει προειδοποιήσει ότι σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει «κάθε δυνατό μέσο», χωρίς να διευκρινίζει μέχρι πού θα μπορούσε να φτάσει η αντίδρασή της.
«Με τις πυρηνικές δυνάμεις καλό είναι να μην παίζουμε», ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του.
«Με ποιες δυνάμεις θα πολεμήσει η Ευρώπη;»
Ο αναλυτής αμφισβήτησε ευθέως τη δυνατότητα της Ευρώπης να ανταποκριθεί σε μια γενικευμένη στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Ρωσία.
Σύμφωνα με όσα υποστήριξε, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη συζήτηση περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και στις πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες των ευρωπαϊκών κρατών.
«Σε μια περίπτωση ολοκληρωτικού πολέμου […] πώς θα αντιδράσει η Ευρωπαϊκή Ένωση;», διερωτήθηκε, θέτοντας το ερώτημα με ποιες δυνάμεις, στρατιωτικούς σχηματισμούς, παραγωγικές δυνατότητες και υποδομές θα μπορούσε η Ευρώπη να υποστηρίξει έναν τέτοιο πόλεμο.
Κατά τον ίδιο, το κρίσιμο ζήτημα είναι να παρουσιαστεί στους ευρωπαϊκούς λαούς ποιο ακριβώς είναι το στρατηγικό σχέδιο σε περίπτωση ευθείας αντιπαράθεσης.
«Με ποια τεχνολογία, επιστήμη και πόρους θα κάνεις αυτόν τον πόλεμο όταν δεν έχεις την ετοιμότητα αυτή τη στιγμή που μιλάμε να τον διεξάγεις;», ανέφερε.
Η προειδοποίηση για την Ουκρανία
Μεγάλο μέρος της παρέμβασης αφορούσε την κατάσταση στην Ουκρανία.
Ο Παπαδάτος επικαλέστηκε αναλύσεις και πληροφορίες τρίτων πηγών, μεταξύ αυτών του Alexander Mercouris, σημειώνοντας ότι υπάρχει συζήτηση ακόμη και για ενδεχόμενη μετακίνηση της ουκρανικής κυβέρνησης προς τα δυτικά της χώρας, λόγω της έντασης των ρωσικών πληγμάτων.
Η αναφορά αυτή παρουσιάστηκε από τον ίδιο ως εκτίμηση που διακινείται σε αναλυτικούς κύκλους και όχι ως επιβεβαιωμένη εξέλιξη.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η κατάσταση στο μέτωπο έχει επιδεινωθεί για την ουκρανική πλευρά και ότι οι Ουκρανοί θα πρέπει, κατά την άποψή του, να επανεξετάσουν προηγούμενες αποφάσεις και να αναζητήσουν μέσω της αμερικανικής πλευράς μια συνολικότερη διευθέτηση.
Ο ίδιος δεν μίλησε απλώς για προσωρινή κατάπαυση του πυρός, αλλά για μια οριστική πολιτική λύση.
«Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η Ουκρανία»
Ο Νίκος Παπαδάτος έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην ευρύτερη σύγκρουση ανάμεσα στη Ρωσία και τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Κατά την ανάλυσή του, το ουκρανικό ζήτημα αποτελεί πλέον τμήμα μιας μεγαλύτερης αντιπαράθεσης και γι’ αυτό η λύση δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στο πεδίο των μαχών.
«Θα πρέπει να βρεθεί μια μακρόπνοη ειρήνη μεταξύ του ευρωπαϊκού, του δικού μας χώρου, και της Ρωσικής Ομοσπονδίας», σημείωσε.
Ιδιαίτερα ανήσυχος εμφανίστηκε και για τις προειδοποιήσεις της Μόσχας ότι ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις που σχετίζονται με την παραγωγή όπλων για την Ουκρανία θα μπορούσαν να θεωρηθούν στρατιωτικοί στόχοι.
Κατά τον Παπαδάτο, πρόκειται για ακόμη ένα δείγμα ότι οι «κόκκινες γραμμές» μεταξύ των δύο πλευρών έχουν γίνει εξαιρετικά επικίνδυνες.
«Άλλο λένε οι πολιτικές ηγεσίες και άλλο οι στρατιωτικοί»
Ο αναλυτής αναφέρθηκε επίσης στη διαφορά που, όπως υποστήριξε, υπάρχει μεταξύ των τοποθετήσεων ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών και των προειδοποιήσεων στρατιωτικών επιτελείων.
Επικαλέστηκε δηλώσεις και τοποθετήσεις Ευρωπαίων στρατιωτικών, υποστηρίζοντας ότι εκείνοι που γνωρίζουν τι σημαίνει στην πράξη μια στρατιωτική σύγκρουση εκφράζουν διαφορετικές ανησυχίες από εκείνες που εμφανίζονται στο δημόσιο πολιτικό επίπεδο.
Το κεντρικό ερώτημα, κατά τον ίδιο, παραμένει ένα:
Είναι πράγματι η Ευρώπη στρατιωτικά, οικονομικά και κοινωνικά προετοιμασμένη για όσα συζητούν οι ηγεσίες της;
Nord Stream, ενέργεια και ευρωπαϊκή οικονομία
Ο Παπαδάτος συνέδεσε την ουκρανική σύγκρουση και με το ενεργειακό πρόβλημα της Ευρώπης, επαναφέροντας το ζήτημα της καταστροφής των Nord Stream 1 και 2.
Ζήτησε να αποσαφηνιστεί πλήρως ποιος βρισκόταν πίσω από τις επιθέσεις στους αγωγούς και συνέδεσε την εξέλιξη με την αύξηση του ενεργειακού κόστους για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Κατά την άποψή του, η Ευρώπη χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση στις σχέσεις της με τη Μόσχα, με έμφαση όχι στη διαρκή κούρσα εξοπλισμών αλλά στην οικονομική συνεργασία και στη σταδιακή αποκατάσταση ενός πλαισίου αμοιβαίας ασφάλειας.
Η πρόταση για ουδέτερη Ουκρανία
Ως βάση μιας μελλοντικής συμφωνίας, ο Νίκος Παπαδάτος αναφέρθηκε σε ένα μοντέλο ουδετερότητας για την Ουκρανία, χωρίς πυρηνικά όπλα, και σε μια αρχιτεκτονική ασφαλείας όπου —όπως υποστήριξε— η ασφάλεια της μίας πλευράς δεν θα οικοδομείται εις βάρος της άλλης.
«Η ασφάλεια η δική μας δεν μπορεί να εμπεδωθεί εις βάρος της ασφάλειας της Ρωσίας και αντιστρόφως», σημείωσε.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Ευρώπη πρέπει να επιστρέψει στη λογική του διαλόγου, της οικονομίας και του πολιτισμού αντί μιας διαρκούς στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Σκληρή κριτική στις ευρωπαϊκές ηγεσίες
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο Παπαδάτος και απέναντι στο κλίμα που, όπως είπε, έχει δημιουργηθεί στην Ευρώπη απέναντι συνολικά στον ρωσικό πολιτισμό.
Έκανε λόγο για φαινόμενα αποκλεισμού της ρωσικής τέχνης και πολιτιστικής παραγωγής, υποστηρίζοντας ότι αυτού του είδους η αντιμετώπιση δεν μπορεί να αποτελεί ευρωπαϊκή απάντηση στη σημερινή σύγκρουση.
Παράλληλα, μίλησε για χάσμα μεταξύ σημαντικού τμήματος των ευρωπαϊκών κοινωνιών και των πολιτικών ηγεσιών τους όσον αφορά την κατεύθυνση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.
Το συμπέρασμα της παρέμβασής του ήταν σαφές: κατά τον Νίκο Παπαδάτο, η σημερινή στρατηγική δεν αποδίδει ούτε στο στρατιωτικό ούτε στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, ενώ η περαιτέρω κλιμάκωση εμπεριέχει κινδύνους που η Ευρώπη δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει.
Για τον ίδιο, η διέξοδος βρίσκεται στην επιστροφή στη διπλωματία και στη δημιουργία ενός νέου πλαισίου ευρωπαϊκής ασφάλειας, πριν η αντιπαράθεση περάσει σε ένα επίπεδο από το οποίο δεν θα υπάρχει εύκολη επιστροφή.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας