Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Η Τουρκία στο μικροσκόπιο της Ουάσιγκτον: F-35, Ελλάδα, Κύπρος, Αρμενία και η νέα ισορροπία από την Ανατολική Μεσόγειο έως την Κασπία

Αν η Τουρκία αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη στρατιωτική και γεωοικονομική ισχύ, το ζήτημα δεν θα αφορά πλέον μόνο τις διμερείς σχέσεις. Θα αφορά την ίδια την περιφερειακή ισορροπία από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι την Κασπία.

Δημοσιεύτηκε στις

Του Αρντασές Γιαγουπιάν

 

Η νέα έκθεση του Congressional Research Service (CRS), με ημερομηνία 20 Αυγούστου 2026, δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία ανάλυση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Αποτυπώνει με αρκετή ευκρίνεια το μεγάλο στρατηγικό δίλημμα της Ουάσιγκτον απέναντι σε μια Τουρκία που παραμένει εξαιρετικά σημαντική για το ΝΑΤΟ και τα αμερικανικά συμφέροντα, αλλά ταυτόχρονα ακολουθεί ολοένα πιο αυτόνομη και πολυδιάστατη περιφερειακή πολιτική.

Και μέσα σε αυτή την εξίσωση η Ελλάδα, η Κύπρος και η Αρμενία δεν αποτελούν περιφερειακές υποσημειώσεις. Αντιθέτως, βρίσκονται πολύ κοντά στον πυρήνα του προβλήματος. Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ουάσιγκτον χρειάζεται την Τουρκία. Είναι σαφές ότι τη χρειάζεται. Το πραγματικό ερώτημα είναι μέχρι ποιο σημείο μπορεί να την ενισχύει χωρίς αυτή η ενίσχυση να δημιουργεί νέα προβλήματα στους ίδιους τους συμμάχους και εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Τουρκία διαθέτει πλέον έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι επιχειρεί να μετατρέψει τη στρατιωτική της ισχύ σε ολοένα μεγαλύτερη αυτονομία. Η ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, ιδιαίτερα στον τομέα των drones και των άλλων συστημάτων που έχουν ήδη δοκιμαστεί σε πραγματικές επιχειρήσεις, της επιτρέπει να μην είναι απλώς καταναλωτής στρατιωτικής τεχνολογίας αλλά και παραγωγός και εξαγωγέας ισχύος.

Αυτό είναι ένα στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί όταν συζητούμε την Τουρκία του σήμερα. Η Τουρκία δεν είναι πλέον απλώς μια χώρα στρατηγικής γεωγραφικής σημασίας για το ΝΑΤΟ, λόγω του ελέγχου των Στενών του Βοσπόρου και της θέσης της ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μαύρη Θάλασσα, τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή. Έχει εξελιχθεί σε αυτόνομο περιφερειακό παράγοντα, με ισχυρή αμυντική βιομηχανία, αυξανόμενη στρατιωτική αυτοπεποίθηση και φιλοδοξίες που εκτείνονται πολύ πέρα από τον παραδοσιακό ρόλο της ως συμμάχου των Ηνωμένων Πολιτειών.

Από την πλευρά της Ουάσιγκτον, τα οφέλη είναι προφανή. Η Τουρκία είναι σημαντική για το ΝΑΤΟ, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή, τη Συρία, την Ουκρανία, τις μεταφορικές και ενεργειακές οδούς, αλλά και για τον περιορισμό της ρωσικής και ιρανικής επιρροής. Παράλληλα όμως η ίδια Τουρκία διατηρεί σοβαρές διαφωνίες με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, έχει αναπτύξει στενές σχέσεις με το Αζερμπαϊτζάν και ακολουθεί πολιτικές που δεν ταυτίζονται πάντοτε με εκείνες της Ουάσιγκτον.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η σημασία της συζήτησης για τα F-35.

Η Τουρκία επιδιώκει την επιστροφή της στο πρόγραμμα και την απόκτηση προηγμένων αμερικανικών μαχητικών, ενώ παράλληλα ζητά την άρση των κυρώσεων CAATSA. Η αμερικανική νομοθεσία εξακολουθεί να συνδέει την παράδοση των F-35 με το ζήτημα των ρωσικών S-400, και η υπόθεση απέχει ακόμη από το να θεωρείται οριστικά λυμένη.

Όμως η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στους S-400. Βρίσκεται στην ισορροπία ισχύος που θα διαμορφωθεί εάν η Τουρκία αποκτήσει ξανά πρόσβαση σε ένα από τα πιο προηγμένα αεροσκάφη της Δύσης.

Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε τροχιά απόκτησης F-35 και, σύμφωνα με την CRS, έχει εκφράσει στην Ουάσιγκτον ανησυχίες για ενδεχόμενη τουρκική επιστροφή στο πρόγραμμα. Η ελληνική πλευρά ζητά σαφείς εγγυήσεις ότι προηγμένα αμερικανικά οπλικά συστήματα που θα παραχωρηθούν στην Τουρκία δεν θα χρησιμοποιηθούν εναντίον άλλου μέλους του ΝΑΤΟ.

Η απαίτηση αυτή δεν είναι υπερβολική ούτε αποτελεί απλώς μια ακόμη ελληνοτουρκική αντιπαράθεση. Είναι ένα πραγματικό πρόβλημα της ίδιας της αμερικανικής στρατηγικής. Διότι η Ουάσιγκτον καλείται να ενισχύσει στρατιωτικά δύο χώρες που εξακολουθούν να έχουν ανοιχτές διαφορές στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Και δεν πρέπει να ξεχνάμε την Κύπρο. Η καταγραφή από την CRS της ανάπτυξης τουρκικών F-16 στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου τον Μάρτιο του 2026 δείχνει ότι το κυπριακό ζήτημα κάθε άλλο παρά έχει εξαφανιστεί από την αμερικανική στρατηγική εξίσωση. Η τουρκική στρατιωτική παρουσία στο νησί, οι επιδιώξεις της Άγκυρας και η διατήρηση του σημερινού status quo εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντες που η Ουάσιγκτον οφείλει να υπολογίζει.

Αυτό που συχνά παραβλέπεται, όμως, είναι ότι η συζήτηση για την Τουρκία δεν μπορεί να περιορίζεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Για την Αρμενία, η Τουρκία είναι ήδη μέρος μιας διαφορετικής και πολύ πιο οδυνηρής πραγματικότητας.

Η ίδια η CRS επισημαίνει ότι οι συνομιλίες Αρμενίας–Αζερμπαϊτζάν και η διαδικασία εξομάλυνσης Τουρκίας–Αρμενίας εξελίχθηκαν παράλληλα μετά την κατάληψη του Αρτσάχ από το Αζερμπαϊτζάν το 2020 και το 2023, με υλική υποστήριξη από την Τουρκία και το Ισραήλ.

Αυτή η αναφορά έχει τεράστια σημασία. Γιατί η στρατιωτική επικράτηση του Αζερμπαϊτζάν δεν μπορεί να απομονωθεί από τη στρατιωτική οικοδόμηση που προηγήθηκε.

Το SIPRI (Stockholm International Peace Research Institute) έχει καταγράψει ότι κατά την περίοδο 2016–2020 το Ισραήλ αντιπροσώπευε το 69% των εισαγωγών κύριων οπλικών συστημάτων του Αζερμπαϊτζάν. HAROP, Hermes-900, πύραυλοι LORA και συστήματα Barak-8 αποτέλεσαν μέρος αυτής της στρατιωτικής ισχύος. Η Τουρκία, από την πλευρά της, παρείχε στο Αζερμπαϊτζάν τεθωρακισμένα, πυραυλικά συστήματα και ένοπλα UAV, μεταξύ των οποίων Bayraktar TB2 με κατευθυνόμενα πυρομαχικά λίγο πριν από τον πόλεμο του 2020.

Επομένως, όταν σήμερα συζητούμε για την αυξανόμενη τουρκική στρατιωτική ισχύ, δεν μπορούμε να την εξετάζουμε σαν να πρόκειται για μια απομονωμένη εθνική υπόθεση. Η εμπειρία του Αρτσάχ απέδειξε τι μπορεί να συμβεί όταν η τουρκική στρατιωτική τεχνολογία και τεχνογνωσία, η ισραηλινή στρατιωτική τεχνολογία και η στρατηγική του Αζερμπαϊτζάν λειτουργούν συμπληρωματικά.

Το Αζερμπαϊτζάν δεν είναι απλώς ένας σύμμαχος της Τουρκίας. Για την Άγκυρα αποτελεί στρατηγική γέφυρα προς την Κασπία, την Κεντρική Ασία και τον ευρύτερο τουρκόφωνο κόσμο. Και εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία το TRIPP.

Η Ουάσιγκτον ενδιαφέρεται για τη δημιουργία νέων εμπορικών και γεωπολιτικών διασυνδέσεων που θα μπορούσαν να συνδέσουν την Τουρκία με την Κασπία και την Κεντρική Ασία. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό μπορεί να αποτελεί μια σημαντική στρατηγική ευκαιρία. Για την Τουρκία μπορεί να αποτελέσει ακόμη μεγαλύτερη γεωπολιτική αναβάθμιση.

Για την Αρμενία, όμως, το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο.

Η Αρμενία ασφαλώς χρειάζεται ειρήνη. Χρειάζεται ανοιχτά σύνορα, οικονομική ανάπτυξη, επικοινωνίες και σχέσεις με τους γείτονές της. Αλλά η ειρήνη δεν μπορεί να ταυτίζεται αυτομάτως με οποιαδήποτε συμφωνία και η εξομάλυνση δεν είναι από μόνη της γεωπολιτική επιτυχία.

Πρέπει να τεθεί το ερώτημα ποιος θα είναι ο πραγματικός γεωπολιτικός κερδισμένος.

Εάν η νέα πραγματικότητα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη οικονομική, ενεργειακή και στρατηγική σύνδεση Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, ενώ η Αρμενία περιοριστεί στον ρόλο ενός διαδρόμου μεταξύ τους, τότε η ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί ταυτόχρονα με μια περαιτέρω μετατόπιση της ισορροπίας ισχύος εις βάρος της Αρμενίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αρμενία πρέπει να απορρίψει την ειρήνη. Σημαίνει ότι πρέπει να διαπραγματευθεί την ειρήνη από θέση εθνικού και στρατηγικού συμφέροντος και όχι να αντιμετωπίσει την εξομάλυνση ως αυτοσκοπό.

Υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση που δεν πρέπει να χαθεί: η ειρήνη, η εξομάλυνση και η γεωπολιτική ισορροπία δεν είναι ταυτόσημες έννοιες.

Για την Αρμενία υπάρχει επίσης ένα ακόμη ζήτημα που δεν μπορεί να διαγραφεί από τον χάρτη επειδή άλλαξαν οι πολιτικές προτεραιότητες. Η απώλεια του Αρτσάχ και η εκρίζωση του αρμενικού πληθυσμού του δεν μπορούν να μετατραπούν απλώς σε μια υποσημείωση μιας νέας εποχής «κανονικοποίησης». Η ειρήνη δεν απαιτεί από έναν λαό να ξεχάσει την ιστορία του, ούτε σημαίνει ότι τα δικαιώματα των εκτοπισμένων παύουν να υπάρχουν επειδή οι διεθνείς πρωτεύουσες επιθυμούν να προχωρήσουν στην επόμενη γεωπολιτική σελίδα.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή η Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν δεν αντιμετωπίζουν την περιοχή αποκλειστικά ως χώρο ειρηνικής οικονομικής συνεργασίας. Την αντιμετωπίζουν και ως χώρο στρατηγικής επιρροής.

Και εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της σημερινής περιφερειακής εικόνας.

Το Ισραήλ, που υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς προμηθευτές του Αζερμπαϊτζάν και συνέβαλε σημαντικά στη στρατιωτική του υπεροχή έναντι της Αρμενίας, βρίσκεται σήμερα σε ολοένα εντονότερο στρατηγικό ανταγωνισμό με την Τουρκία και παράλληλα ενισχύει τη συνεργασία του με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.

Έτσι δημιουργείται μια νέα πραγματικότητα. Η παλαιότερη σχέση Ισραήλ–Αζερμπαϊτζάν δεν μπορεί να διαγραφεί, αλλά ούτε και η σημερινή στρατηγική προσέγγιση Ισραήλ–Ελλάδας–Κύπρου μπορεί να αγνοηθεί.

Η Ελλάδα και το Ισραήλ έχουν ήδη κοινό ενδιαφέρον στη διατήρηση μιας ισορροπίας στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Κύπρος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής της γεωπολιτικής εικόνας. Η πρόσφατη εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας και Ισραήλ δείχνει ότι η περιοχή εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η στρατιωτική ισχύς, η τεχνολογία, οι υποδομές και οι συμμαχίες αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Αρμενία. Όχι επειδή η Αρμενία πρέπει να επιλέξει στρατόπεδο σε κάθε περιφερειακό ανταγωνισμό, αλλά επειδή οφείλει να κατανοήσει ότι η γεωπολιτική της θέση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με όρους μόνο διμερών σχέσεων με την Τουρκία ή το Αζερμπαϊτζάν.

Η Αρμενία βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται πολλές διαφορετικές στρατηγικές: η τουρκική φιλοδοξία προς την Κασπία και την Κεντρική Ασία, η αζερική στρατηγική ισχύος, τα αμερικανικά σχέδια για νέους εμπορικούς διαδρόμους, η ρωσική και ιρανική παρουσία, αλλά και οι ευρύτερες ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Γι’ αυτό και δεν θεωρώ ότι η Αρμενία πρέπει να παρακολουθεί παθητικά αυτές τις εξελίξεις. Ούτε πρέπει να θεωρεί ότι η ειρήνη με το Αζερμπαϊτζάν ή η εξομάλυνση με την Τουρκία θα λύσουν αυτομάτως τα στρατηγικά της προβλήματα.

Το αντίθετο. Η ειρήνη πρέπει να συνοδεύεται από ενίσχυση της κρατικής ασφάλειας, της οικονομίας, της αμυντικής ικανότητας, των διεθνών συμμαχιών και της διαπραγματευτικής θέσης της χώρας.

Το ίδιο ισχύει και για την ελληνική πλευρά. Δεν αρκεί να εξετάζουμε εάν η Τουρκία θα επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35. Πρέπει να εξετάζουμε τι είδους Τουρκία θα προκύψει εάν αποκτήσει ξανά πρόσβαση σε προηγμένα δυτικά οπλικά συστήματα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τη δική της αμυντική βιομηχανία, διατηρεί τη σχέση της με το Αζερμπαϊτζάν και διεκδικεί αυξημένο ρόλο από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι την Κεντρική Ασία.

Η Ουάσιγκτον έχει κάθε λόγο να θέλει μια Τουρκία ισχυρή και ενταγμένη στο δυτικό στρατηγικό σύστημα. Αυτό είναι κατανοητό. Αλλά υπάρχει μια ερώτηση που πρέπει να τίθεται εξίσου επίμονα:

Δεν αρκεί να ρωτάμε τι θα κερδίσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες αν ενισχύσουν την Τουρκία. Πρέπει να ρωτάμε ποιος θα πληρώσει το τίμημα αυτής της ενίσχυσης.

Στο Αιγαίο μπορεί να το πληρώσει η Ελλάδα.

Στην Κύπρο μπορεί να το πληρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία.

Στον Νότιο Καύκασο μπορεί να το πληρώσει η Αρμενία.

Και αν η Τουρκία αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη στρατιωτική και γεωοικονομική ισχύ, το ζήτημα δεν θα αφορά πλέον μόνο τις διμερείς σχέσεις. Θα αφορά την ίδια την περιφερειακή ισορροπία από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι την Κασπία.

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το πραγματικό μήνυμα που πρέπει να κρατήσουμε από την έκθεση του CRS. Η Ουάσιγκτον δεν εγκαταλείπει την Τουρκία. Το αντίθετο.

Τη θεωρεί υπερβολικά σημαντική για να την αφήσει εκτός του δυτικού στρατηγικού συστήματος. Το ζήτημα είναι με ποιους όρους θα γίνει αυτή η επαναπροσέγγιση και ποια θα είναι τα όρια της τουρκικής ισχύος.

Είναι Μηχανικός Αερ/φών και εκπαιδευτής στο πρώτο πιστοποιημένο εκπαιδευτικό κέντρο κατά Part-147 ΜΤΟ της EASA στην Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Είναι ενεργό μέλος της Αρμενικής κοινότητας στην Ελλάδα. Ελληνοαρμένιος της διασποράς με καταγωγή των προγόνων από τη μαρτυρική Σμύρνη.

GEOPOLITICO

Τα κινήματα και ο AI Λεβιάθαν

Η απάντηση των κινημάτων του 2026 σε αυτή την ασφυκτική επιτήρηση είναι διπλή: από τη μία πλευρά, η καταφυγή σε ακόμα πιο βαθιά, δυσπρόσιτα και κρυπτογραφημένα ψηφιακά κανάλια και, από την άλλη, η αναγκαστική επιστροφή σε παραδοσιακές μεθόδους οργάνωσης (προφορική επικοινωνία, offline δίκτυα) που ο αλγόριθμος δεν μπορεί να διαβάσει.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Του Βαγγέλη Χωραφά, GeoEurope

Στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, η φύση των παγκόσμιων εξεγέρσεων αναδιαμορφώθηκε ριζικά, μέσα από μια αδιάκοπη τεχνολογική κούρσα ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και το κράτος. Η τεχνολογία δεν υπήρξε ποτέ ένας ουδέτερος διαμεσολαβητής, αλλά το ίδιο το πεδίο της μάχης. Η εξέλιξη αυτή καταγράφεται σε τρεις μεγάλες ιστορικές φάσεις, με την τελευταία να διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για μια πρωτοφανή συνθήκη ψηφιακού ολοκληρωτισμού.

Τη περίοδο 2000-2010, τα κινήματα ανακάλυψαν τα πρώτα εργαλεία ψηφιακού συντονισμού. Χρησιμοποιώντας τα γραπτά μηνύματα SMS, τα emails και τα blogs, οι διαδηλωτές κατάφεραν να σπάσουν το μονοπώλιο της ενημέρωσης των κρατικά ελεγχόμενων ΜΜΕ. Ήταν η εποχή των «Έγχρωμων Επαναστάσεων» στην Ανατολική Ευρώπη και των πρώτων μεγάλων αντιπαγκοσμιοποιητικών κινημάτων.

Η σχέση κινημάτων και καταστολής σε αυτή τη φάση χαρακτηρίστηκε από τον στρατηγικό αιφνιδιασμό του κράτους. Ενώ η νεολαία συντονιζόταν (και) ψηφιακά στους δρόμους, οι μηχανισμοί καταστολής παρέμεναν βαθύτατα παραδοσιακοί. Το κράτος απαντούσε με ωμή, φυσική βία στις διαδηλώσεις και μαζικές συλλήψεις, αδυνατώντας να παρακολουθήσει ή να προβλέψει τα ψηφιακά δίκτυα που γεννιούνταν στη βάση της κοινωνίας.

Τη περίοδο 2010-2020, η έλευση των smartphones και η κυριαρχία των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Twitter, YouTube) μετέτρεψαν το διαδίκτυο από αποθετήριο κειμένων σε έναν ζωντανό, οπτικό αναμεταδότη της οργής. Ήταν η δεκαετία των Millennials, του Κινήματος των Πλατειών, της Αραβικής Άνοιξης, των Occupy Wall Street κλπ. Η τεχνολογία επέτρεψε τη μαζική οριζόντια δικτύωση και τη διεθνοποίηση των κινημάτων, ενώ η ζωντανή μετάδοση της κρατικής βίας λειτουργούσε ως παγκόσμιος πυροκροτητής αλληλεγγύης.

Το κράτος, έχοντας αναγνωρίσει την απειλή, πέρασε στην αντεπίθεση μέσω των «ψηφιακών μπλακάουτ». Η βασική στρατηγική της καταστολής ήταν πλέον η βίαιη αποσύνδεση: το κλείσιμο των κεντρικών διακοπτών του διαδικτύου σε περιφέρειες ή ολόκληρες χώρες, ώστε να τυφλωθούν οι διαδηλωτές. Παράλληλα, ο καπιταλισμός άρχισε να αναπτύσσει μηχανισμούς αλγοριθμικής χειραγώγησης της κοινής γνώμης, μετατρέποντας τις πλατφόρμες σε εργαλεία εμπορευματοποίησης της διαμαρτυρίας.

Μετά το 2020, μέχρι σήμερα, η σχέση κινημάτων, τεχνολογίας και καταστολής εισήλθε σε μια νέα, ποιοτικά διαφορετική και βαθιά δυστοπική φάση. Πρωταγωνιστής αυτής της περιόδου είναι η Γενιά Ζ (Gen Z), η πρώτη γενιά «ψηφιακών αυτόχθονων», η οποία ενηλικιώθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής ασφυξίας, στεγαστικής κρίσης και κλιματικής κατάρρευσης.

Τα κινήματα της Gen Z (από το Μπανγκλαντές το 2024 έως τη Γαλλία και τις ΗΠΑ το 2026) απέκτησαν έναν απόλυτα «ρευστό» και οριζόντιο χαρακτήρα. Αναγνωρίζοντας ότι οι μεγάλες πλατφόρμες της Big Tech συνεργάζονται στενά με τις κυβερνήσεις, οι νέοι εγκατέλειψαν μαζικά το Facebook και το Twitter ως εργαλεία οργάνωσης. Ο συντονισμός μεταφέρθηκε σε κλειστά, κρυπτογραφημένα και αποκεντρωμένα δίκτυα, όπως το Discord, το Signal και το WhatsApp. Το TikTok μετατράπηκε σε έναν παγκόσμιο αναμεταδότη αισθητικής και συμβόλων, όπου η ποπ κουλτούρα και τα anime (όπως η σημαία των Straw Hat από το One Piece στο Νεπάλ και την Ινδονησία) αντικατέστησαν τις παραδοσιακές πολιτικές ιδεολογίες. Οι εξεγέρσεις έπαψαν να έχουν ανάγκη από ένα σταθερό γεωγραφικό κέντρο (μια πλατεία)-έγιναν διάχυτες, ακαριαίες και ασύμμετρες.

Απέναντι σε αυτή τη ρευστή ψηφιακή δομή, το κράτος δεν απαντά πλέον με απλές διακοπές του ίντερνετ. Η νέα μορφή κρατικής και συστημικής κυριαρχίας ονομάζεται Αλγοριθμικός Λεβιάθαν (AI Leviathan). Πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο σύστημα προληπτικής, προβλεπτικής και καθολικής επιτήρησης, το οποίο βασίζεται στην Τεχνητή Νοημοσύνη και τα Big Data.

Ο Αλγοριθμικός Λεβιάθαν διαρθρώνεται γύρω από τρεις βασικούς άξονες:

Προληπτική Επιτήρηση και Αναγνώριση Προσώπου: Μέσω εξελιγμένων δικτύων καμερών στους δρόμους και αλγορίθμων AI, οι αρχές είναι σε θέση να αναγνωρίζουν, να ταυτοποιούν και να απομονώνουν διαδηλωτές σε πραγματικό χρόνο. Η μέθοδος αυτή, που εφαρμόστηκε πιλοτικά στο Ιράν για τον εντοπισμό γυναικών χωρίς χιτζάμπ και στο Χονγκ Κονγκ, αποτελεί πλέον μόνιμο εργαλείο των σύγχρονων κρατών.

Αλγοριθμική Λογοκρισία: Οι αλγόριθμοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, υπό την πίεση ή τη νομοθετική συμμόρφωση προς τις κυβερνήσεις, έχουν εκπαιδευτεί να ανιχνεύουν και να «θάβουν» (ή να διαγράφουν αυτόματα) οπτικοακουστικό υλικό από διαδηλώσεις πριν αυτό προλάβει να γίνει viral, ελέγχοντας τη ροή της πληροφορίας στην πηγή της.

Γεωεντοπισμός και Χαρτογράφηση Πλήθους: Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων εξεγέρσεων κατά του ICE στις ΗΠΑ το 2026, οι ομοσπονδιακές αρχές χρησιμοποίησαν προηγμένα μεταδεδομένα κινητής τηλεφωνίας ,για να χαρτογραφήσουν τις κινήσεις των διαδηλωτών, εντοπίζοντας τους πυρήνες της οργάνωσης χωρίς να χρειάζεται φυσική παρακολούθηση.

Αυτό δημιουργεί το μεγάλο παράδοξο της εποχής μας. Η Gen Z είναι η πιο διασυνδεδεμένη γενιά στην ανθρώπινη ιστορία, αλλά ταυτόχρονα και η πιο ορατή στα μάτια του κράτους. Κάθε ψηφιακό ίχνος που αφήνει ένας διαδηλωτής για να οργανώσει μια διαμαρτυρία, μετατρέπεται σε δεδομένο εκπαίδευσης για τον AI Λεβιάθαν.

Η απάντηση των κινημάτων του 2026 σε αυτή την ασφυκτική επιτήρηση είναι διπλή: από τη μία πλευρά, η καταφυγή σε ακόμα πιο βαθιά, δυσπρόσιτα και κρυπτογραφημένα ψηφιακά κανάλια και, από την άλλη, η αναγκαστική επιστροφή σε παραδοσιακές μεθόδους οργάνωσης (προφορική επικοινωνία, offline δίκτυα) που ο αλγόριθμος δεν μπορεί να διαβάσει.

Η ιστορία των εξεγέρσεων στον 21ο αιώνα παραμένει ανοιχτή, καθώς ο αγώνας των ανθρώπων για ελευθερία, προσπαθεί συνεχώς να ξεπεράσει την αλγοριθμική νοημοσύνη της καταστολής.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

KC-390: Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική αμυντική στρατηγική σε Αιγαίο, Κύπρο και, οικονομική αντοχή και πραγματικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων

Η Ελλάδα χρειάζεται αμυντική πολιτική με οικονομικό ρεαλισμό, εθνική αυτονομία και σαφή ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Η άμυνα δεν είναι επίδειξη πλούτου. Είναι ευθύνη απέναντι στην πατρίδα και στους πολίτες της.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Ακαδημαϊκός και Καθηγητής DDDr. Dr.Habil. Παναγόπουλος Π. Αλέξιος 
Η πρόσφατη συμφωνία για την απόκτηση τριών συν τριών μεταγωγικών αεροσκαφών EMBRAER KC-390 ανοίγει μια ουσιαστική συζήτηση για τον προσανατολισμό της ελληνικής αμυντικής πολιτικής. Δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για σύγχρονα αεροσκάφη με δυνατότητες μεταφοράς προσωπικού και υλικών, υγειονομικών διακομιδών και εναέριου ανεφοδιασμού.
Το ερώτημα, όμως, είναι εάν αυτή η προμήθεια ανταποκρίνεται στις πραγματικές και επείγουσες ανάγκες της Ελλάδας. Η Ελλάδα δεν είναι Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν διαθέτει την οικονομική ισχύ, τις υποδομές ούτε την παγκόσμια στρατιωτική αποστολή μιας υπερδύναμης. Η γεωστρατηγική της αποστολή καθορίζεται από το Αιγαίο, τα νησιά, την Κρήτη και την Ανατολική Μεσόγειο.
Επομένως, δεν είναι ορθό να αντιγράφουμε μηχανιστικά μοντέλα στρατιωτικής προβολής ισχύος που σχεδιάστηκαν για πολύ διαφορετικές γεωγραφικές και πολιτικές συνθήκες.
1. Η οικονομική αντοχή είναι μέρος της εθνικής μας  ασφάλειας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς, υψηλό δημόσιο χρέος και κοινωνικές ανάγκες που επιβαρύνουν τους πολίτες. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τις αμυντικές δαπάνες σαν να διαθέτει απεριόριστους οικονομικούς πόρους.
Δεν είναι δυνατόν, από το πενιχρό υστέρημα των Ελλήνων φορολογουμένων, να χρηματοδοτούμε διαρκώς επιχειρήσεις στρατιωτικής προβολής και παρουσίας σε πλούσια αραβικά κράτη, στέλνοντας ακόμη και σύγχρονα πολεμικά πλοία, όπως η φρεγάτα «Κίμων», όταν δεν έχουν προηγουμένως εξασφαλιστεί οι βασικές ανάγκες της εθνικής άμυνας.
Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να συμμετέχει σε συμμαχικές συνεργασίες, αλλά με σαφή προσδιορισμό του εθνικού συμφέροντος, του κόστους και της διάρκειας κάθε αποστολής. Η αλληλεγγύη δεν σημαίνει οικονομική εξάντληση, ούτε μετατροπή της χώρας μας σε μόνιμο πάροχο στρατιωτικών υπηρεσιών για τρίτους.
Η εθνική κυριαρχία δεν διασφαλίζεται με εξοπλισμούς που δημιουργούν νέες εξαρτήσεις. Ούτε τα KC-390, ούτε οποιοδήποτε άλλο σύστημα, θα πρέπει να καταλήξει να αποτελεί μηχανισμό στρατηγικής εξάρτησης από άλλες χώρες. Η Ελλάδα δεν πρέπει να γίνει υποτελής των επιλογών και των στρατιωτικών προτεραιοτήτων άλλων λαών.
2. Πρώτα ανταλλακτικά και επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Πριν από κάθε νέα εξοπλιστική αγορά, προέχει να εξασφαλίσουμε ότι τα συστήματα που ήδη διαθέτουμε μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά.
Χρειαζόμαστε ανταλλακτικά, συντήρηση, τεχνική υποστήριξη, εκπαιδευμένο προσωπικό και υψηλή διαθεσιμότητα για τα υπάρχοντα μαχητικά, τα πολεμικά πλοία και τα υπόλοιπα μέσα των Ενόπλων Δυνάμεων. Ένα σύγχρονο αεροσκάφος ή πολεμικό πλοίο που δεν διαθέτει τα αναγκαία ανταλλακτικά και δεν μπορεί να συντηρηθεί εγκαίρως δεν αποτελεί πραγματική επιχειρησιακή ισχύ. Η εθνική άμυνα δεν μετριέται με τις ανακοινώσεις νέων αγορών, αλλά με τον αριθμό των διαθέσιμων και αξιόμαχων μέσων σε πραγματικές συνθήκες κρίσης.
3. Αιγαίο, Κύπρος και νησιωτικές υποδομές. Τα ελληνικά νησιά αποτελούν στρατηγικούς κόμβους ανεφοδιασμού, μεταφοράς και αμυντικής υποστήριξης. Η Κρήτη και η Κύπρος έχουν ιδιαίτερη σημασία για την επιχειρησιακή σύνδεση του Αιγαίου με την Ανατολική Μεσόγειο. Η αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο αποτελεί σημαντική κυπριακή υποδομή, η οποία μπορεί, στο πλαίσιο των συμφωνιών των δύο κρατών, να ενισχύσει τη συνεργασία και την υποστήριξη κοινών αμυντικών σχεδιασμών.
Η Ελλάδα οφείλει να αναπτύξει ολοκληρωμένο σύστημα υποστήριξης των νησιών μας, με ασφαλείς υποδομές καυσίμων, μεταφορές, επικοινωνίες και συντονισμό αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεων. Τα ιπτάμενα τάνκερ έχουν χρησιμότητα, αλλά δεν αποτελούν πανάκεια. Τα KC-390 απαιτούν ειδική επιχειρησιακή διαμόρφωση για τον ανεφοδιασμό των ελληνικών F-16, τα οποία χρησιμοποιούν διαφορετικό σύστημα από εκείνο της αρχικής διαμόρφωσης του αεροσκάφους. Συνεπώς, δεν πρέπει να παρουσιάζεται η δυνατότητα αυτή ως ήδη εξασφαλισμένη.
4. Η πραγματική προτεραιότητα: Drones αέρος και θαλάσσης. Μία από τις σημαντικότερες προτεραιότητες της ελληνικής αμυντικής πολιτικής πρέπει να είναι η ουσιαστική αύξηση των μη επανδρωμένων συστημάτων. Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερα drones αέρος και θαλάσσης, με δυνατότητες επιτήρησης, αναγνώρισης, συλλογής πληροφοριών, έγκαιρης προειδοποίησης και υποστήριξης των ναυτικών και αεροπορικών επιχειρήσεων. Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα μη επανδρωμένα θαλάσσια συστήματα επιτήρησης, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν την παρακολούθηση μεγάλων θαλάσσιων περιοχών και την προστασία κρίσιμων υποδομών. Παράλληλα, απαιτείται ανάπτυξη ελληνικής τεχνογνωσίας, εγχώρια παραγωγή, δυνατότητα επισκευής και αναβάθμισης, καθώς και διαλειτουργικότητα με τα υφιστάμενα συστήματα διοίκησης και ελέγχου.
Η τεχνολογική αυτονομία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι παράγοντας εθνικής ασφάλειας.
5. Το 1974 δεν δικαιολογείται με υποθετικά σενάρια. Η τραγωδία της Κύπρου δεν προκλήθηκε επειδή η Ελλάδα δεν διέθετε ιπτάμενα τάνκερ. Ήταν αποτέλεσμα βαθύτατων πολιτικών, στρατιωτικών και θεσμικών αποτυχιών, του πραξικοπήματος, της ανεπαρκούς προετοιμασίας και του ελλιπούς συντονισμού. Η επιχείρηση «Νίκη» τον Ιούλιο του 1974 απέδειξε πόσο καταστροφικές μπορούν να είναι οι ελλείψεις επικοινωνίας και επιχειρησιακής συνεργασίας. Η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να δικαιολογεί εκ των υστέρων κάθε εξοπλιστική επιλογή. Η αποτροπή απαιτεί στρατηγική, διοίκηση, ετοιμότητα και πολιτική βούληση, όχι υποθετικές ιστορικές βεβαιότητες.
Συμπέρασμα.
Η Ελλάδα χρειάζεται αμυντική πολιτική με οικονομικό ρεαλισμό, εθνική αυτονομία και σαφή ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Πρώτα ανταλλακτικά και συντήρηση για όσα ήδη διαθέτουμε. Έπειτα ενίσχυση της αεράμυνας, των νησιωτικών υποδομών, των μεταφορικών δυνατοτήτων και των μη επανδρωμένων συστημάτων αέρος και θαλάσσης. Κάθε νέα αγορά πρέπει να αποδεικνύει την αναγκαιότητα και την οικονομική της βιωσιμότητα. Τα KC-390 μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμο μέσο, αλλά δεν είναι η απάντηση σε όλα τα προβλήματα της ελληνικής άμυνας.
Δεν είμαστε Αμερική για να χρηματοδοτούμε παγκόσμιες στρατιωτικές αποστολές. Είμαστε Ελλάδα και προτεραιότητά μας είναι η υπεράσπιση της ελληνικής επικράτειας, του Αιγαίου και του Ελληνισμού της Κύπρου. Δεν μπορεί ο Έλληνας πολίτης να στερείται βασικών κοινωνικών αγαθών για να χρηματοδοτεί εξοπλιστικές επιλογές, χωρίς σαφή ιεράρχηση, ενώ οι υφιστάμενες Ένοπλες Δυνάμεις ενδέχεται να στερούνται ανταλλακτικών και συντήρησης.
Η άμυνα δεν είναι επίδειξη πλούτου. Είναι ευθύνη απέναντι στην πατρίδα και στους πολίτες της. Η Ελλάδα χρειάζεται αξιόμαχες Ένοπλες Δυνάμεις, όχι εξοπλισμούς εντυπωσιασμού και εξαρτήσεις από τις ξένες στρατηγικές.
Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Συναγερμός στην Τουρκία! Φόβοι για μεγάλο πόλεμο – Τι ετοιμάζεται στη Μέση Ανατολή

Στη νέα εκπομπή Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας, μαζί με τον συνεργάτη του Τζιοβάνη, αναλύει τις εξελίξεις γύρω από το Ιράν, τις κινήσεις του Ισραήλ και των ΗΠΑ και τα σενάρια πολεμικής κλιμάκωσης που απασχολούν την Άγκυρα.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η αυξανόμενη ένταση στη Μέση Ανατολή, οι τουρκικές προετοιμασίες για ενδεχόμενη πολεμική σύγκρουση και η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκπομπής «Direct News» του Ανδρέα Μουντζουρούλια στο Directus.gr. Μαζί με τον συνεργάτη του, Τζιοβάνη, εξέτασαν πληροφορίες για ενδεχόμενη νέα επίθεση εναντίον του Ιράν, τις ανησυχίες που καταγράφονται στην Τουρκία και τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει μια περιφερειακή ανάφλεξη.

Η Τουρκία εξετάζει σενάρια πολέμου μεγάλης κλίμακας

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην κινητικότητα που, σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στην εκπομπή, καταγράφεται στην Τουρκία αναφορικά με την προετοιμασία για μια πιθανή σύγκρουση μεγάλης κλίμακας.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε ότι τουρκικά μέσα ενημέρωσης εξετάζουν πλέον ανοιχτά τέτοια ενδεχόμενα, συνδέοντας την κινητικότητα με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα με την αντιπαράθεση Ισραήλ και Ιράν.

Στην εκπομπή έγινε αναφορά και σε προειδοποίηση που αποδόθηκε σε Ιρανό αξιωματούχο, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία θα μπορούσε να βρεθεί στο στόχαστρο του Ισραήλ μετά το Ιράν.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση παρουσιάστηκε ως ένδειξη του κλίματος που επικρατεί στην περιοχή και όχι ως επιβεβαιωμένο ισραηλινό επιχειρησιακό σχέδιο.

Ιράν: Διπλωματικές επαφές υπό τη σκιά στρατιωτικής κλιμάκωσης

Ένα από τα βασικά θέματα της εκπομπής ήταν το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής επιχείρησης εναντίον του Ιράν.

Οι δύο συνομιλητές αναφέρθηκαν σε πληροφορίες για αυξημένη κινητικότητα, σε διπλωματικές επαφές και στην πιθανότητα εμπλοκής της Ρωσίας και της Κίνας ως εγγυητριών δυνάμεων σε μια μελλοντική συμφωνία.

Στο ίδιο πλαίσιο συζητήθηκαν οι επαφές με μεσολαβητές του Κατάρ στην Τεχεράνη, καθώς και πληροφορίες ότι οι συνομιλίες δεν είχαν οδηγήσει σε συμφωνία.

Ο Μουντζουρούλιας και ο συνεργάτης του εκτίμησαν ότι η διπλωματική κινητικότητα δεν αποκλείει μια στρατιωτική εξέλιξη. Αντιθέτως, υποστήριξαν ότι η προετοιμασία για ενδεχόμενη επίθεση και οι προσπάθειες διαπραγμάτευσης μπορεί να εξελίσσονται παράλληλα.

Οι αναφορές σε επικείμενη επίθεση αποτελούν εκτιμήσεις και πληροφορίες που παρουσιάστηκαν στην εκπομπή, χωρίς να τεκμηριώνεται από τους υπότιτλους ότι έχει ληφθεί οριστική απόφαση.

Ισραήλ και Κύπρος: Το μήνυμα προς την Άγκυρα

Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στην Κύπρο και στον ρόλο του Ισραήλ στην ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου.

Ο Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε σε παρέμβαση του Shay Gal, ο οποίος έχει τοποθετηθεί υπέρ της ισραηλινής υποστήριξης προς την Κυπριακή Δημοκρατία σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης.

Η συγκεκριμένη θέση συνδέθηκε με την ανάγκη ενίσχυσης της αποτρεπτικής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.

Οι δύο συνομιλητές απέρριψαν επίσης την άποψη ότι το Ισραήλ επιδιώκει να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα ως εμπροσθοφυλακή σε μια σύγκρουση με την Τουρκία. Κατά την εκτίμησή τους, πρόκειται για αφήγημα που αποσκοπεί στην αποδυνάμωση της ελληνοϊσραηλινής προσέγγισης.

Η αμυντική συνεργασία Ελλάδας και Πορτογαλίας

Στο αμιγώς ελληνικό ενδιαφέρον της εκπομπής εντάχθηκε η αναφορά στη συνεργασία Ελλάδας και Πορτογαλίας για τα αεροσκάφη KC-30 Millennium.

Οι παρουσιαστές στάθηκαν ιδιαίτερα στις δυνατότητες εναέριου ανεφοδιασμού, καθώς και στη σημασία που έχουν οι αερομεταφορές για την ταχεία ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων.

Όπως επισημάνθηκε, η δυνατότητα ανεφοδιασμού μαχητικών στον αέρα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επιχειρησιακή ακτίνα δράσης και την ευελιξία της Πολεμικής Αεροπορίας.

Η συζήτηση επεκτάθηκε στις επιλογές ενίσχυσης του Πολεμικού Ναυτικού, στις φρεγάτες, στα υποβρύχια και στη σημασία της διαφοροποίησης των αμυντικών προμηθευτών.

Κυβερνοεπιθέσεις και ασφάλεια της εφοδιαστικής αλυσίδας

Ένα ακόμη ζήτημα που αναδείχθηκε ήταν οι κυβερνοαπειλές εναντίον κρίσιμων εμπορικών υποδομών.

Στην εκπομπή παρουσιάστηκαν πληροφορίες για κυβερνοεπιθέσεις που επηρέασαν αλυσίδες σούπερ μάρκετ σε ευρωπαϊκές χώρες, ενώ έγινε αναφορά σε ισραηλινή προειδοποίηση προς επιχειρήσεις του τομέα τροφίμων να ενισχύσουν τα μέτρα κυβερνοασφάλειας.

Οι παρουσιαστές συνέδεσαν τις εξελίξεις με τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης της εφοδιαστικής αλυσίδας σε περίοδο διεθνούς κρίσης.

Οι πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ και ο περιφερειακός ανταγωνισμός

Στο πολιτικό σκέλος, εξετάστηκαν οι πρωτοβουλίες του Μπενιαμίν Νετανιάχου και οι πιθανές επιπτώσεις των εσωτερικών ισραηλινών εξελίξεων στην εξωτερική πολιτική της χώρας.

Παράλληλα, έγινε αναφορά σε ισραηλινά δημοσιεύματα σχετικά με διασυνδέσεις πολιτικών προσώπων και οργανώσεων στην Τουρκία. Πρόκειται για ισχυρισμούς που αποδόθηκαν σε ισραηλινές πηγές και δεν μπορούν να θεωρηθούν αποδεδειγμένοι μόνο από την παρουσίασή τους στην εκπομπή.

Συζητήθηκαν επίσης οι εξελίξεις στον Λίβανο, ο ρόλος της Γαλλίας και οι προσπάθειες της Τουρκίας να ενισχύσει την επιρροή της στην περιοχή.

Η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας

Η κεντρική εκτίμηση που διατυπώθηκε στην εκπομπή ήταν ότι η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει τις στρατηγικές συνεργασίες της και να ενισχύσει τις αποτρεπτικές της δυνατότητες, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αστάθειας.

Η συζήτηση ανέδειξε τη σημασία της συνεργασίας με το Ισραήλ, της υποστήριξης της Κύπρου και της ενίσχυσης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, με ιδιαίτερη αναφορά στην αεροπορική και ναυτική ισχύ.

Το βασικό ερώτημα που διατρέχει την ανάλυση είναι κατά πόσο η ένταση γύρω από το Ιράν θα παραμείνει περιφερειακή ή θα προκαλέσει ευρύτερες ανακατατάξεις, με άμεσες συνέπειες για την Τουρκία και την Ανατολική Μεσόγειο.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO13 ώρες πριν

Τα κινήματα και ο AI Λεβιάθαν

Η απάντηση των κινημάτων του 2026 σε αυτή την ασφυκτική επιτήρηση είναι διπλή: από τη μία πλευρά, η καταφυγή σε...

GEOPOLITICO14 ώρες πριν

Μαυρίδης στο Ευρωκοινοβούλιο: Επιχείρηση θαλάσσιας ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο

Παρέμβασή του Κύπριου Ευρωβουλευτή για την αποστολή ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Ανατ. Μεσόγειο, ενώπιον της Επιτροπής Άμυνας και Ασφάλειας του Ευρ....

Διεθνή14 ώρες πριν

Ρώσοι που φοβούνται νέα επιστράτευση κατακλύζουν τη Γεωργία και την Αρμενία – Εκτινάχθηκαν τα ενοίκια

Η πίεση στη ζήτηση είναι εντονότερη στην Αρμενία, όπου οι Ρώσοι – αλλά και Αρμένιοι που ζούσαν στη Ρωσία και...

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

KC-390: Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική αμυντική στρατηγική σε Αιγαίο, Κύπρο και, οικονομική αντοχή και πραγματικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων

Η Ελλάδα χρειάζεται αμυντική πολιτική με οικονομικό ρεαλισμό, εθνική αυτονομία και σαφή ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Η άμυνα δεν είναι επίδειξη πλούτου....

GEOPOLITICO16 ώρες πριν

Από την Ελασσόνα, τα Γρεβενά και την Κρήτη στο Κογκρέσο των ΗΠΑ! Οι νικητές της ελληνικής ομογένειας στις ενδιάμεσες εκλογές – Ποιοι είναι και τι έχουν προσφέρει σε Ελλάδα και Κύπρο

Ισχυρή παρουσία στην αμερικανική πολιτική σκηνή διατηρεί η ελληνική ομογένεια μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η σημαντικότερη...

Δημοφιλή