Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Nabucco θα καθορίσει την πολιτική τύχη της περιοχής

Δημοσιεύτηκε στις

Το δίκτυο των κυρίων αγωγών φυσικού αερίου (με θαλασσί χρώμα ο Nabucco)

του Σάββα Καλεντερίδη
Οι συμφωνίες εκμετάλλευσης κοιτασμάτων και οι δρόμοι μεταφοράς του πετρελαίου και του φυσικού αερίου προς τις μεγάλες αγορές είναι τελικά το κυρίαρχο ζήτημα που καθορίζει τα πολιτικά πράγματα, την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή της Ευρώπης, της Ασίας και της Μέσης Ανατολής.
Πίσω από πολιτικές ανατροπές, μεγάλες συμπλοκές, επιχειρήσεις, πολέμους και καταστροφές, κρύβονται σχέδια για την εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών από μεγάλες εταιρείες πετρελαίου, που είναι γνωστές και με το παραμυθιακό όνομα “οι επτά αδερφές”. Αφγανιστάν, Ιράκ, Γιουγκοσλαβία, Βαλτικές Χώρες, Ουκρανία, Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Τουρκία, Ελλάδα, Κύπρος, όλοι λίγο-πολύ έχουμε εισπράξει τα επιχείρια των επιλογών μας, όταν αυτές με τον ένα ή άλλο τρόπο είναι αντίθετες με τα συμφέροντα των μεγάλων εταιρειών και των χωρών που τα πατρονάρουν.
Σε ότι αφορά την Ελλάδα, η κατάσταση στο Αιγαίο με τις απαράδεκτες διεκδικήσεις της Τουρκίας, το ίδιο το Σκοπιανό ως “πρόβλημα”, η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, το “τσάμικο” και μια άλλη σειρά ζητημάτων που φυτρώνουν ως προβλήματα που απασχολούν κατά καιρούς την εξωτερική μας πολιτική, είναι ζητήματα που αφαλώς είναι υπαρκτά, πλην όμως υπερμεγενθύνονται στη θερμοκοιτίδα των πλανητικών συμφερόντων που σχετίζονται με τη γεωπολιτική θέσης της Ελλάδος και τις επιλογές της εκάστοτε κυβέρνησης.
Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την “ανάρρωση” της Ρωσίας, η αναζοωγονημένη “αρκούδα” του Πούτιν άρχισε να διεκδικεί με επιτυχία όλο και περισσότερο μερίδιο στην ενεργειακή πίττα της Κασπίας και της Κεντρικής Ασίας, κερδίζοντας σταδιακά την τίτλο του αδιαμφισβήτητου εταίρου της πεινασμένης ενεργειακά Ευρώπης. Και η μονομερής εξάρτηση σε ένα τόσο σοβαρό θέμα, όπως είναι η ενέργεια, συνιστά στην ουσία και μια ιδιότυπη πολιτική ομηρία, κάτι που επιδιώκει να αποφύγει η Δύση, με κάθε τρόπο. Η διαπίστωση αυτή ώθησε τη Δύση σε αναζήτηση λύσεων στο πρόβλημα.
Κατόπιν αυτών, το κεντρικό ζητούμενο για τα “δυτικά” συμφέροντα είναι ο έλεγχος των ενεργειακών πρώτων υλών στις προαναφερθείσες περιοχές και έχει δυο σκέλη: το ένα είναι ο έλεγχος των κοιτασμάτων σε Μέση Ανατολή-Κασπία-Κεντρική Ασία και το δεύτερο ο έλεγχος των δρόμων μεταφοράς του στις διεθνείς αγορές. Αυτό το ζητούμενο καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές των ΗΠΑ και της Αγγλίας και του ΝΑΤΟ τις τελευταίες δεκαετίες στην περιοχή της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο-Κασπία και την Κεντρική Ασία.
Πέρα από τις κινήσεις που έκανε η Δύση για τον έλεγχο και την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων, σχεδίασε την κατασκευή ορισμένων αγωγών. Θα αναφερθούμε σε μερικούς από αυτούς, που κατά κάποιο τρόπο σχετίζονται με τα ελληνικά συμφέροντα.
Ο αγωγός Μπακού-Τυφλίδα-Τζεϋχάν, θύμα του οποίου είναι το Κουρδικό και ο ίδιος ο Αμπντουλλάχ Οτζαλάν, ήδη λειτουργεί, μεταφέροντας ημερησίως 1.200.000 βαρέλια αργού πετρελαίου, που μεταφράζεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως για τις εταιρείες και τις χώρες που τον εκμεταλλεύονται.
Ο αγωγός TGI (Τουρκία-Ελλάδα-Ιταλία), που θα μεταφέρει φυσικό αέριο δυτικών συμφερόντων στην ευρωπαίκή αγορά και ο αγωγός φυσικού αερίου Nabucco, που διέρχεται (παρακάμπτοντας την Ελλάδα) από Τουρκία και Βουλγαρία και στη συνέχεια διακλαδίζεται προς διάφορες χώρες της Ευρώπης. Ιδιαίτερα ο δεύτερος αγωγός, θεωρείται στρατηγικής σημασίας για τα δυτικά συμφέροντα και καταβάλονται τεράστιες προσπάθειες για να εξασφαλισθούν τα αποθέματα που θα τον τροφοδοτούν και για την κατασκευή του στη συνέχεια.
Σε αυτό το περίπλοκο πλανητικό παιχνίδι που αναφέρεται πιο πάνω, με διάφορους τρόπους εμπλέκεται και η Ελλάδα. Η μια εμπλοκή αφορά στο Αιγαίο, για το οποίο προτιμούμε να μην αναφερθούμε στην παρούσα ανάλυσή μας και η άλλη στο ηπειρωτικό κομμάτι της Βόρειας Ελλάδος (Θράκη-Μακεδονία-Ήπειρος), απ’ όπου δυνητικά μπορούν να διέλθουν οι αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου (κυρίως).
Όσον αφορά τους αγωγούς φυσικού αερίου, ο Nabucco παρακάμπτει τη χώρα μας, ενώ ο TGI ήδη έχει δρομολογηθεί, αφού προηγουμένως Ελλάδα και Τουρκία οδηγήθηκαν σε έναν υποχρεωτικό εναγκαλισμό, αφού η λειτουργία ενός τέτοιου αγωγού προϋποθέτει και εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των δυο χωρών.
Η Ελλάδα, που παρακάμπτεται από το Nabucco, υπό το φάσμα της ενεργειακής εξάρτησης, που όπως αναφέραμε παραπάνω συνιστά μια ιδιότυπη πολιτική ομηρία στα χέρια μιας εξαιρετικά αναξιόπιστης Τουρκίας, στράφηκε στην άλλη πλευρά, στη Ρωσία, για να εξασφαλίσει αυτό που επιδιώκει η Δύση και οι ΗΠΑ για την Ευρώπη: εναλλακτική παροχή ενέργειας. Αυτό όμως συνιστά “αμάρτημα”, με βάση την ανάλυση του Μάθιου Μπράιζα, όπως την εξέφρασε στην προκλητική και αυθάδη συνέντευξή του στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Και, κατά πως αναφέραμε στην προχθεσινή μας ανάλυση, αρκετά από τα προβλήματα που αντιμετώπισε η κυβέρνηση Καραμανλή μετά την απόφαση για την κατασκευή του South Stream, όπως ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε από τα ΜΜΕ η -υπαρκτή και πολύ σοβαρή- υπόθεση των ομολόγων, οι φωτιές, η υπόθεση Ζαχόπουλου, η -υπαρκτή- υπόθεση Ziemens και μια σειρά από άλλα ατοπήματα και σκάνδαλα της κυβέρνησης, ίσως σε κάποιο βαθμό να οφείλονται και στην οργή των πλανητικών συμφερόντων που θίγονται από την απόφαση της Ελλάδος για την κατασκευή του South Stream.
Και επειδή αναφερόμαστε στο Nabucco, άλλη μια αρνητική για τα συμφέροντα της Δύσης εξέλιξη είχαμε τις προηγούμενες ημέρες στο θέμα, αφού ο ρωσικός ενεργειακός γίγαντας Gasprom, στο πλαίσιο της επιθετικής διπλωματίας των αγωγών φέρεται να πέτυχε συμφωνία για τη μεταφορά φυσικού αερίου από το κοίτασμα Σαχ Ντενίζ 2 του Αζερμπαϊτζάν προς τη Δύση μέσω του εδάφους της Ρωσίας και με παράκαμψη της Γεωργίας. Για τη μεταφορά θα χρησιμοποιηθεί ο υπάρχων αγωγός, δυναμικότητας μεταφοράς 5 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων, η οποία μπορεί να επεκταθεί στα 10 δισεκατομμύρια. Να σημειωθεί ότι η πρόσφατη επίσκεψη του Ντικ Τσένι στο Μπακού θεωρήθηκε ως αποτυχημένη, αφού δεν κατάφερε να να διασφαλίσει ότι οι αζερικοί ενεργειακοί πόροι θα συνεχίσουν να μεταφέρονται στη Δύση μέσω της Γεωργίας.
Το παιχνίδι των αγωγών και της ενέργειας σκληραίνει και είναι προφανές ότι σε αυτές τις συγκρούσεις εκείνοι που την πληρώνουν είναι οι μικροί.
Για να δούμε, θα καταφέρει η Ελλάδα να βγει αλώβητη από αυτή την κρίση;

GEOPOLITICO

Ο θρησκευτικός ηγέτης του Αζερμπαϊτζάν προωθεί το αφήγημα περί «Δυτικού Αζερμπαϊτζάν»

Μετά τις αμφισβητούμενες εκλογές, ο Πασινιάν δήλωσε ότι η συνεχιζόμενη προβολή του αφηγήματος περί «Δυτικού Αζερμπαϊτζάν» αποτελεί απάντηση στις προσπάθειες της αρμενικής αντιπολίτευσης και της αρμενικής διασποράς να αναδείξουν και να υπερασπιστούν τα δικαιώματα του αρμενικού πληθυσμού του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, ο οποίος εκτοπίστηκε κατά την κατάληψη της περιοχής από το Αζερμπαϊτζάν, τον Σεπτέμβριο του 2023.

Δημοσιεύτηκε

στις

Από την Αρμενική εφημερίδα Αζάτ Ορ

Ο ανώτατος σιίτης μουσουλμάνος κληρικός του Αζερμπαϊτζάν, ο οποίος διατηρεί στενούς δεσμούς με την κυβέρνηση του Μπακού, συντάχθηκε τη Δευτέρα με τις αξιώσεις του Αζερμπαϊτζάν προς την Αρμενία, ζητώντας ουσιαστικά να επιτραπεί η μαζική επιστροφή Αζέρων που κατοικούσαν στην αρμενική επικράτεια κατά τη σοβιετική περίοδο.
Κατά την παρουσίαση βιβλίου, στην οποία παρέστησαν φιλοκυβερνητικοί βουλευτές και άλλοι αξιωματούχοι, ο Σεΐχης-ουλ-Ισλάμ Αλαχσουκούρ Πασαζαντέ χαρακτήρισε μεγάλο μέρος της σημερινής επικράτειας της Αρμενίας ως «Δυτικό Αζερμπαϊτζάν».
Σύμφωνα με δηλώσεις του που μετέδωσαν τα μέσα ενημέρωσης του Αζερμπαϊτζάν, ο Πασαζαντέ υποστήριξε ότι η θρησκευτική αρχή που εκπροσωπεί στηρίζει την πολιτική του Μπακού για «την επιστροφή των συμπατριωτών μας, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από την Αρμενία, στους ιστορικούς τόπους διαμονής τους».
Όπως ανέφερε, τον ίδιο στόχο υπηρετεί και το βιβλίο που εκδόθηκε από κοινού από τη θρησκευτική του υπηρεσία και την αποκαλούμενη «Κοινότητα του Δυτικού Αζερμπαϊτζάν», μια οργάνωση με διασυνδέσεις με την κυβέρνηση. Ο επικεφαλής της οργάνωσης και βουλευτής Αζίζ Αλεκμπερλί κατηγόρησε τους Αρμένιους ότι έχουν καταλάβει και προχωρήσει σε εθνοκάθαρση «ιστορικών εδαφών του Αζερμπαϊτζάν».
Ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν, Ιλχάμ Αλίεφ, εξακολούθησε να διατυπώνει ανάλογους ισχυρισμούς ακόμη και μετά την αρχική μονογραφή συμφωνίας ειρήνης μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν στην Ουάσιγκτον, πέρυσι, από τον ίδιο και τον πρωθυπουργό της Αρμενίας, Νικόλ Πασινιάν.
Οι επικριτές του Πασινιάν στο εσωτερικό της Αρμενίας υποστηρίζουν ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις υπονομεύουν τους επανειλημμένους ισχυρισμούς του πρωθυπουργού ότι η ειρήνη μεταξύ των δύο χωρών έχει ήδη εδραιωθεί. Παράλληλα, εκτιμούν ότι απώτερος στόχος του Αλίεφ είναι να καταστήσει αδύνατη τη συνέχιση της ύπαρξης της Αρμενίας ως βιώσιμου ανεξάρτητου κράτους.
Κατά την προεκλογική εκστρατεία ενόψει των βουλευτικών εκλογών του περασμένου Ιουνίου, οι δύο κύριες δυνάμεις της αρμενικής αντιπολίτευσης υποστήριξαν ότι, σε περίπτωση επανεκλογής του, ο Πασινιάν θα επέτρεπε την εγκατάσταση έως και 300.000 Αζέρων στην Αρμενία. Ο Αρμένιος πρωθυπουργός αντέδρασε έντονα στις συγκεκριμένες καταγγελίες.
Μετά τις αμφισβητούμενες εκλογές, ο Πασινιάν δήλωσε ότι η συνεχιζόμενη προβολή του αφηγήματος περί «Δυτικού Αζερμπαϊτζάν» αποτελεί απάντηση στις προσπάθειες της αρμενικής αντιπολίτευσης και της αρμενικής διασποράς να αναδείξουν και να υπερασπιστούν τα δικαιώματα του αρμενικού πληθυσμού του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, ο οποίος εκτοπίστηκε κατά την κατάληψη της περιοχής από το Αζερμπαϊτζάν, τον Σεπτέμβριο του 2023.
Διαβάστε όλα τα άρθρα της εφημερίδας Αζάτ Ορ στο PDF.
Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Ενεργειακό μπλόκο στην Τουρκία από τις ΗΠΑ: Σταμάτησε το φυσικό αέριο από το Τουρκμενιστάν μέσω Ιράν – Ανατροπή στα σχέδια της Άγκυρας

Οι αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν δημιουργούν σοβαρά εμπόδια στις προσπάθειες της Τουρκίας να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της πηγές και να ενισχύσει τον ρόλο της ως διαμετακομιστικού κόμβου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας, Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ, επιβεβαίωσε ότι η εμπλοκή της αμερικανικής υπηρεσίας OFAC εμποδίζει την επανέναρξη των εισαγωγών τουρκμενικού αερίου μέσω Ιράν. Η Άγκυρα στρέφει πλέον το ενδιαφέρον της στον TANAP και στο ενδεχόμενο κατασκευής αγωγού μέσω της Κασπίας Θάλασσας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Σημαντικό πλήγμα στους ενεργειακούς σχεδιασμούς της Τουρκίας προκαλεί η αδυναμία επανέναρξης των εισαγωγών φυσικού αερίου από το Τουρκμενιστάν μέσω του Ιράν, καθώς οι αμερικανικές κυρώσεις και η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης Ουάσιγκτον–Τεχεράνης δημιουργούν νέα εμπόδια στις περιφερειακές ενεργειακές συναλλαγές.

Την κατάσταση περιέγραψε ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας και Φυσικών Πόρων, Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ, αποκαλύπτοντας ότι η εμπλοκή της αμερικανικής Υπηρεσίας Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) επηρέασε τη δυνατότητα συνέχισης της συμφωνίας με το Ασγκαμπάτ.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Τουρκία επιδιώκει να μετατραπεί σε βασικό ενεργειακό κόμβο μεταξύ Κεντρικής Ασίας, Καυκάσου και Ευρώπης, αξιοποιώντας το γεωγραφικό της πλεονέκτημα και το υφιστάμενο δίκτυο αγωγών.

Μπαϊρακτάρ: Οι αμερικανικές κυρώσεις εμποδίζουν τις εισαγωγές

Ο Τούρκος υπουργός παραδέχθηκε ότι η Άγκυρα δεν κατάφερε να επαναφέρει τις ροές τουρκμενικού φυσικού αερίου, παρά τις προσπάθειες διευθέτησης των εκκρεμοτήτων.

Όπως εξήγησε, η εμπλοκή της OFAC και η επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ–Ιράν περιόρισαν τις διαθέσιμες επιλογές της Τουρκίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επισήμανσή του ότι η συμφωνία δεν προέβλεπε άμεσες χρηματικές πληρωμές προς το Ιράν.

Το τουρκμενικό αέριο μεταφερόταν μέσω μηχανισμού ανταλλαγής ποσοτήτων (gas swap). Το Τουρκμενιστάν παρέδιδε φυσικό αέριο στο ιρανικό δίκτυο και αντίστοιχες ποσότητες διοχετεύονταν προς την Τουρκία.

Ωστόσο, η απουσία άμεσης χρηματικής πληρωμής προς την Τεχεράνη δεν εξάλειψε τους κινδύνους συμμόρφωσης με το αμερικανικό καθεστώς κυρώσεων.

Ήδη από τον Φεβρουάριο του 2025, το πολωνικό Κέντρο Ανατολικών Μελετών (OSW) είχε προειδοποιήσει ότι ενδεχόμενη αυστηροποίηση των αμερικανικών κυρώσεων κατά του ιρανικού ενεργειακού τομέα θα μπορούσε να πλήξει και τη συμφωνία μεταφοράς τουρκμενικού αερίου.

Η συμφωνία του 2025 που δεν απέδωσε τα αναμενόμενα

Η Τουρκία άρχισε να παραλαμβάνει φυσικό αέριο από το Τουρκμενιστάν τον Μάρτιο του 2025, έπειτα από συμφωνία μεταξύ της τουρκικής κρατικής εταιρείας BOTAŞ και της Turkmengaz.

Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε τη μεταφορά περίπου 1,3 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου ετησίως μέσω Ιράν.

Για την Άγκυρα, η συγκεκριμένη συμφωνία αποτελούσε ένα ακόμη βήμα προς τη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας, με στόχο τον περιορισμό της εξάρτησης από τη Ρωσία και άλλους παραδοσιακούς προμηθευτές.

Η συνεργασία, ωστόσο, αντιμετώπισε προβλήματα ήδη από το πρώτο έτος.

Σύμφωνα με προηγούμενες αναφορές, οι παραδόσεις ανεστάλησαν κατά τη διάρκεια του 2025, ενώ η τουρκμενική πλευρά είχε επικαλεστεί διαφωνίες σχετικά με τις ποσότητες και την τιμολόγηση.

Αν και η αρχική πληροφόρηση τοποθετούσε την αναστολή των προμηθειών στον Οκτώβριο του 2025, στοιχεία της S&P Global και του Eurasianet αναφέρουν ότι οι πραγματικές ροές είχαν διακοπεί ήδη από τον Ιούνιο, μετά την παράδοση περίπου 465–500 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων.

Τον Ιανουάριο του 2026, ο Μπαϊρακτάρ είχε εκφράσει την πρόθεση της Άγκυρας να επαναφέρει και να αυξήσει τις εισαγωγές. Η νέα τοποθέτησή του δείχνει ότι το σχέδιο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια.

Η Άγκυρα βλέπει διπλασιασμό των εξαγωγών μέσω TANAP

Παρά τις δυσκολίες, η τουρκική κυβέρνηση διατηρεί τον στόχο ενίσχυσης του ρόλου της στη διαμετακόμιση φυσικού αερίου προς τις ευρωπαϊκές αγορές.

Ο Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ υποστήριξε ότι ο αγωγός TANAP διαθέτει επαρκή αχρησιμοποίητη μεταφορική δυναμικότητα, η οποία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για σημαντική αύξηση των ποσοτήτων φυσικού αερίου που κατευθύνονται προς την Ευρώπη.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Τουρκία θα μπορούσε υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις να διπλασιάσει τις εξαγωγές της.

Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται στη διαθεσιμότητα των αγωγών.

Για να αυξηθούν ουσιαστικά οι ποσότητες που θα μεταφέρονται μέσω Τουρκίας, απαιτούνται πρόσθετες πηγές εφοδιασμού, εμπορικές συμφωνίες και επαρκείς υποδομές μεταφοράς.

Ο TANAP αποτελεί βασικό τμήμα του Νοτίου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου, μεταφέροντας αζερικό αέριο μέσω της Τουρκίας. Στη συνέχεια, το αέριο διοχετεύεται μέσω του TAP προς την Ελλάδα, την Αλβανία και την Ιταλία.

Η διαδρομή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ενεργειακή τροφοδοσία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και για τις προσπάθειες διαφοροποίησης των ευρωπαϊκών εισαγωγών.

Το Τουρκμενιστάν και το σχέδιο αγωγού μέσω Κασπίας

Με δεδομένο ότι η σημερινή παραγωγική δυνατότητα του Αζερμπαϊτζάν δεν μπορεί να καλύψει απεριόριστα την αυξανόμενη ζήτηση, η Άγκυρα αναζητά πρόσθετες ποσότητες φυσικού αερίου από το Τουρκμενιστάν.

Η χώρα της Κεντρικής Ασίας διαθέτει σημαντικά κοιτάσματα φυσικού αερίου και επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις εξαγωγικές της αγορές.

Το στρατηγικό σχέδιο της Τουρκίας προβλέπει τη δημιουργία διασύνδεσης μεταξύ Τουρκμενιστάν και Αζερμπαϊτζάν μέσω της Κασπίας Θάλασσας.

Ένας τέτοιος αγωγός θα επέτρεπε την παράκαμψη του Ιράν και τη μεταφορά τουρκμενικού φυσικού αερίου προς την Τουρκία και την Ευρώπη μέσω των υφιστάμενων υποδομών του Νοτίου Διαδρόμου.

Ωστόσο, το έργο αντιμετωπίζει τεχνικές, οικονομικές και ρυθμιστικές δυσκολίες, καθώς και εκκρεμότητες που συνδέονται με τις θαλάσσιες ζώνες και τη συνεργασία των παράκτιων κρατών της Κασπίας.

Στις 21–23 Οκτωβρίου 2026, κατά τη διάρκεια ενεργειακού συνεδρίου στο Ασγκαμπάτ, η διοίκηση της BOTAŞ επανέλαβε ότι ο διακασπιακός αγωγός αποτελεί στρατηγικό στόχο.

Ο γενικός διευθυντής της εταιρείας, Αμπντουλβαχίτ Φιντάν, υπογράμμισε την ανάγκη συνεργασίας παραγωγών, διαχειριστών υποδομών και αγοραστών για να καταστεί το έργο εμπορικά βιώσιμο.

Αβεβαιότητα και για το ιρανικό φυσικό αέριο

Στην εξίσωση προστίθεται και το μέλλον των απευθείας εισαγωγών φυσικού αερίου από το Ιράν.

Η Τουρκία προμηθεύεται εδώ και δεκαετίες σημαντικές ποσότητες μέσω διμερών συμβάσεων, ωστόσο η συνεργασία έχει επηρεαστεί επανειλημμένα από τεχνικά προβλήματα, διακοπές τροφοδοσίας και πολιτικές εντάσεις.

Η αβεβαιότητα γύρω από την ανανέωση των συμβάσεων αυξάνει τις πιέσεις στην Άγκυρα να εξασφαλίσει πρόσθετες πηγές.

Τον Απρίλιο του 2026, το Reuters είχε μεταδώσει ότι η βασική 25ετής σύμβαση Τουρκίας–Ιράν επρόκειτο να λήξει τον Ιούλιο, με προβλεπόμενες παραδόσεις 9,6 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων ετησίως.

Η νεότερη αναφορά σε συμβάσεις που λήγουν τον Νοέμβριο χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση ως προς το εάν αφορά διαφορετική συμφωνία ή μεταγενέστερη παράταση.

Οι κυρώσεις των ΗΠΑ επηρεάζουν τον ενεργειακό σχεδιασμό της Τουρκίας

Η υπόθεση αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Τουρκία στην προσπάθεια να διατηρεί ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις με διαφορετικά γεωπολιτικά στρατόπεδα.

Η Άγκυρα συνεργάζεται με τη Ρωσία στον τομέα των αγωγών και της πυρηνικής ενέργειας, διατηρεί ενεργειακές σχέσεις με το Ιράν και επιδιώκει ταυτόχρονα την ενίσχυση των δεσμών της με τις ΗΠΑ και την ευρωπαϊκή αγορά.

Ωστόσο, η αμερικανική πολιτική κυρώσεων δημιουργεί περιορισμούς ακόμη και σε συναλλαγές στις οποίες το Ιράν λειτουργεί ως ενδιάμεση χώρα μεταφοράς.

Η πίεση αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω στις 4 Νοεμβρίου 2026, όταν το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέβαλε νέες κυρώσεις σε πρόσωπα και επιχειρήσεις που κατηγορούνται ότι διευκολύνουν ιρανικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης εταιρείας με έδρα την Τουρκία. Τα συγκεκριμένα μέτρα δεν τεκμηριώνεται ότι συνδέονται άμεσα με τη συμφωνία εισαγωγής τουρκμενικού αερίου.

Για την Τουρκία, η εμπλοκή αυτή αποτελεί υπενθύμιση ότι η γεωγραφική της θέση και η διαθέσιμη δυναμικότητα των αγωγών δεν επαρκούν από μόνες τους για να την καταστήσουν περιφερειακό ενεργειακό κόμβο.

Χρειάζονται ασφαλείς πηγές τροφοδοσίας, προβλέψιμο κανονιστικό περιβάλλον και συμφωνίες που δεν θα μπορούν να ανατρέπονται από διεθνείς κυρώσεις ή περιφερειακές συγκρούσεις.

Η περίπτωση του τουρκμενικού αερίου δείχνει ότι ακόμη και μια συμφωνία που δεν προβλέπει άμεσες πληρωμές προς το Ιράν μπορεί να καταστεί προβληματική λόγω του ευρύτερου καθεστώτος κυρώσεων.

Η Άγκυρα διαθέτει το δίκτυο αγωγών και φιλοδοξεί να αυξήσει τις εξαγωγές προς την Ευρώπη. Το πρόβλημα είναι ότι η πρόσβαση στις πρόσθετες ποσότητες φυσικού αερίου που χρειάζεται εξακολουθεί να εξαρτάται από γεωπολιτικές ισορροπίες τις οποίες δεν ελέγχει.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η μεγάλη ταπείνωση του Ντόναλντ Τραμπ! Οι πέντε επιλογές που οδήγησαν στη συντριβή των Ρεπουμπλικανών και οι ρωγμές στο MAGA

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 εξελίχθηκαν σε ισχυρό πλήγμα για τον Ντόναλντ Τραμπ, με τους Δημοκρατικούς να ανακτούν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας. Οι Financial Times αναλύουν τους λόγους που οδήγησαν στην εκλογική ανατροπή, αναδεικνύοντας τις οικονομικές συνέπειες των δασμών, την ακρίβεια, τον πόλεμο στο Ιράν, τις αδυναμίες των υποψηφίων και την απομάκρυνση του κινήματος MAGA από την αρχική αντισυστημική του ταυτότητα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Δέκα χρόνια χρειάστηκε ο Ντόναλντ Τραμπ για να μετατρέψει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε έναν πολιτικό οργανισμό που περιστρέφεται γύρω από το πρόσωπό του. Από την πρώτη εκλογική του νίκη το 2016 μέχρι την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο το 2025, ο Αμερικανός πρόεδρος κατάφερε να επιβάλει την πολιτική του ατζέντα, να αναδιαμορφώσει την εκλογική βάση των Ρεπουμπλικανών και να καταστήσει το κίνημα «Make America Great Again» κυρίαρχη δύναμη της αμερικανικής Δεξιάς.

Ωστόσο, οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 ανέτρεψαν τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον. Οι Δημοκρατικοί πέτυχαν μια ευρεία εκλογική νίκη, ανακτώντας τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί υπέστησαν απώλειες ακόμη και σε πολιτείες που παραδοσιακά αποτελούσαν προπύργιά τους.

Το Associated Press επιβεβαίωσε την επικράτηση των Δημοκρατικών στη Γερουσία το βράδυ της 3ης Νοεμβρίου και στη Βουλή των Αντιπροσώπων τις πρώτες πρωινές ώρες της 4ης Νοεμβρίου.

Σε εκτενή ανάλυσή τους, με τίτλο «The great humbling of Donald Trump», οι Financial Times εξετάζουν τις αιτίες της ήττας και επισημαίνουν ότι το εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη συνήθη φθορά μιας κυβέρνησης.

Αντιθέτως, διαπιστώνουν ότι βασικές πολιτικές επιλογές της δεύτερης θητείας Τραμπ λειτούργησαν εις βάρος του, απομακρύνοντας τμήματα των ψηφοφόρων που είχαν συμβάλει στην επιστροφή του στην εξουσία.

Οι δασμοί γύρισαν εναντίον των Αμερικανών

Η εμπορική πολιτική αποτέλεσε έναν από τους θεμελιώδεις άξονες του τραμπισμού από το 2016.

Ο Τραμπ υποσχέθηκε ότι οι υψηλοί δασμοί θα περιόριζαν τις εισαγωγές, θα ενθάρρυναν την επιστροφή βιομηχανικών δραστηριοτήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες και θα προστάτευαν τις θέσεις εργασίας.

Στη δεύτερη προεδρική του θητεία προχώρησε σε ευρεία εφαρμογή αυτής της πολιτικής, επιβάλλοντας δασμούς σε προϊόντα από σημαντικούς εμπορικούς εταίρους της χώρας.

Ωστόσο, οι συνέπειες δεν περιορίστηκαν στις ξένες επιχειρήσεις.

Οι αμερικανικές εταιρείες που εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες και εξαρτήματα αντιμετώπισαν αυξημένο κόστος παραγωγής, ενώ οι εμπορικές αντιπαραθέσεις δημιούργησαν πρόσθετες δυσκολίες για τους εξαγωγείς, ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα.

Η προστασία της αμερικανικής παραγωγής, που αποτελούσε κεντρική υπόσχεση του Τραμπ, συνοδεύτηκε έτσι από οικονομικές επιβαρύνσεις για επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Το αποτέλεσμα ήταν να ενισχυθεί η δυσαρέσκεια σε κοινωνικές ομάδες που είχαν στηρίξει την οικονομική ατζέντα του MAGA.

Η ακρίβεια που δεν αντιμετωπίστηκε

Η δεύτερη σημαντική αιτία της ήττας εντοπίζεται στο κόστος ζωής.

Παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις του Τραμπ για αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης, εκατομμύρια αμερικανικά νοικοκυριά εξακολούθησαν να αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση.

Σύμφωνα με την ανάλυση των Financial Times, οι τιμές της βενζίνης έφτασαν περίπου τα 3,46 δολάρια ανά γαλόνι, ενώ τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων ξεπέρασαν το 7%.

Οι επιδόσεις της Wall Street και η ανάπτυξη σε ορισμένους τομείς της οικονομίας δεν κατάφεραν να αντισταθμίσουν την πίεση που αισθάνονταν οι πολίτες στην καθημερινότητά τους.

Για ένα πολιτικό κίνημα που είχε επενδύσει στην εκπροσώπηση των εργαζομένων και των οικονομικά πιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων, η αδυναμία ουσιαστικής ανακούφισης των νοικοκυριών αποδείχθηκε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα.

Η οικονομική δυσαρέσκεια δεν περιορίστηκε στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους των Δημοκρατικών, αλλά επηρέασε και πολίτες που είχαν ψηφίσει Τραμπ το 2024.

Ο πόλεμος στο Ιράν και η διάψευση της υπόσχεσης για ειρήνη

Ακόμη μεγαλύτερη πολιτική ζημιά προκάλεσε η αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στο Ιράν.

Ο Τραμπ είχε οικοδομήσει σημαντικό μέρος της πολιτικής του ταυτότητας πάνω στην αντίθεση προς τους παρατεταμένους πολέμους και τις δαπανηρές στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό.

Η σύγκρουση με την Τεχεράνη ήρθε σε αντίθεση με αυτή την υπόσχεση, προκαλώντας αντιδράσεις ακόμη και μέσα στο κίνημα MAGA.

Οι συνέπειες επεκτάθηκαν στην οικονομία, καθώς η αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές και στις μεταφορές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ συνέβαλε στην αύξηση των τιμών των καυσίμων.

Η δυσαρέσκεια υπήρξε τόσο έντονη ώστε ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς απέδωσε δημόσια στον πόλεμο σημαντικό μέρος της εκλογικής αποτυχίας.

Στις 4 Νοεμβρίου, ο Βανς υποστήριξε ότι η στρατιωτική σύγκρουση αποτέλεσε τον βασικό λόγο της ήττας των Ρεπουμπλικανών.

Η παρέμβασή του είχε ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, καθώς διαφοροποιήθηκε από την προσπάθεια του Λευκού Οίκου να αποδώσει την αποτυχία κυρίως στους υποψηφίους του κόμματος.

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, υπερασπίστηκε την απόφαση για τον πόλεμο, υποστηρίζοντας ότι ενήργησε σωστά και ότι θα επαναλάμβανε την ίδια επιλογή.

Η δημόσια τοποθέτηση του αντιπροέδρου ανέδειξε ένα βαθύτερο πρόβλημα: την αντίφαση ανάμεσα στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης και στις προσδοκίες ενός σημαντικού τμήματος των ψηφοφόρων της.

Η προσωπική σφραγίδα Τραμπ στους υποψηφίους

Κατά την τελευταία δεκαετία, η προσωπική υποστήριξη του Ντόναλντ Τραμπ εξελίχθηκε σε καθοριστικό παράγοντα για τις εσωκομματικές αναμετρήσεις των Ρεπουμπλικανών.

Υποψήφιοι που εξασφάλιζαν την έγκρισή του αποκτούσαν σημαντικό πλεονέκτημα απέναντι στους αντιπάλους τους, ενώ όσοι αμφισβητούσαν την ηγεσία του συχνά βρίσκονταν αντιμέτωποι με οργανωμένες πολιτικές επιθέσεις.

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτής της τακτικής στις εσωκομματικές διαδικασίες δεν μεταφέρθηκε στις γενικές εκλογές.

Οι Δημοκρατικοί αξιοποίησαν τη στενή σχέση πολλών Ρεπουμπλικανών υποψηφίων με τον πρόεδρο, μετατρέποντας τις τοπικές αναμετρήσεις σε ευρύτερη πολιτική αποδοκιμασία της κυβερνητικής του πολιτικής.

Σύμφωνα με τους Financial Times, ακόμη και υποψήφιοι που προσπάθησαν να κρατήσουν αποστάσεις από τον Τραμπ δεν κατόρθωσαν να αποφύγουν το αρνητικό εκλογικό κλίμα.

Η εξέλιξη αναδεικνύει ένα βασικό πρόβλημα για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα: η προσωπική επιρροή του προέδρου παραμένει καθοριστική στην εσωκομματική ζωή, αλλά δεν εγγυάται την προσέλκυση ανεξάρτητων και μετριοπαθών ψηφοφόρων.

Από την αντισυστημική εξέγερση στην εικόνα της οικονομικής ελίτ

Ο πέμπτος παράγοντας αφορά την πολιτική ταυτότητα του ίδιου του κινήματος MAGA.

Το 2016, ο Τραμπ εμφανίστηκε ως ο επιχειρηματίας που θα συγκρουόταν με το κατεστημένο της Ουάσιγκτον και θα ανέτρεπε τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ πολιτικών, οικονομικών παραγόντων και μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Δέκα χρόνια αργότερα, η εικόνα της δεύτερης κυβέρνησής του απέχει σημαντικά από εκείνη την αρχική αντισυστημική παρουσίαση.

Οι στενές σχέσεις με δισεκατομμυριούχους, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες μελών της οικογένειάς του στον χώρο των κρυπτονομισμάτων και οι επικρίσεις για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων έχουν ενισχύσει την πολιτική αντιπαράθεση.

Παράλληλα, τα σχέδια κατασκευής μιας νέας μεγάλης αίθουσας δεξιώσεων στον Λευκό Οίκο απέκτησαν συμβολική σημασία για τους επικριτές του προέδρου.

Σε μια περίοδο κατά την οποία οι πολίτες αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, η προβολή πολυτελών κυβερνητικών εγκαταστάσεων ενίσχυσε την εικόνα μιας εξουσίας που έχει απομακρυνθεί από τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Οι Financial Times εντάσσουν τα παραπάνω στην ευρύτερη αντίφαση ανάμεσα στη ρητορική υπέρ των απλών Αμερικανών και στην εικόνα μιας κυβέρνησης που βρίσκεται κοντά στα ισχυρότερα οικονομικά συμφέροντα.

Οι ρωγμές στην κοινωνική συμμαχία του MAGA

Η εκλογική ήττα δεν αφορά μόνο τις επιδόσεις των Ρεπουμπλικανών στις επιμέρους πολιτείες.

Αναδεικνύει δυσκολίες στη διατήρηση της ευρείας κοινωνικής συμμαχίας που συγκρότησε ο Τραμπ, προσελκύοντας εργαζομένους χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση, κατοίκους παλαιών βιομηχανικών περιοχών, τμήματα της ισπανόφωνης κοινότητας και νεότερους ψηφοφόρους.

Η πολιτική αυτή συμμαχία είχε στηριχθεί σε ένα μείγμα οικονομικού προστατευτισμού, αυστηρότερης μεταναστευτικής πολιτικής, εθνικής κυριαρχίας και απόρριψης του παραδοσιακού πολιτικού κατεστημένου.

Ωστόσο, η ακρίβεια, οι εμπορικές συγκρούσεις και η εμπλοκή σε έναν νέο πόλεμο έθεσαν υπό δοκιμασία ορισμένες από τις βασικές προσδοκίες των ψηφοφόρων της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το MAGA έχει πάψει να αποτελεί ισχυρό πολιτικό ρεύμα.

Ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική επιρροή στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και να καθορίζει μεγάλο μέρος της πολιτικής του ατζέντας.

Το αποτέλεσμα, όμως, δείχνει ότι η πολιτική ταύτιση με τον πρόεδρο δεν αρκεί πλέον για τη διατήρηση της εκλογικής πλειοψηφίας.

Η επόμενη διετία και το πρόβλημα της διαδοχής

Η απώλεια του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας μεταβάλλει ουσιαστικά τους όρους άσκησης της προεδρικής εξουσίας.

Από τις 3 Ιανουαρίου 2027, όταν θα αναλάβει καθήκοντα το νέο Κογκρέσο, οι Δημοκρατικοί θα διαθέτουν αυξημένη δυνατότητα να μπλοκάρουν νομοθετικές πρωτοβουλίες, να ασκούν κοινοβουλευτικό έλεγχο και να διερευνούν αποφάσεις της κυβέρνησης.

Ο Τραμπ θα εξακολουθήσει να διαθέτει τις εκτελεστικές και συνταγματικές αρμοδιότητες της προεδρίας, αλλά η προώθηση της νομοθετικής του ατζέντας θα απαιτεί πλέον συνεννοήσεις με την αντιπολίτευση.

Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για τις προεδρικές εκλογές του 2028 αποκτά νέα δυναμική.

Ο Τζέι Ντι Βανς θεωρείται ένας από τους πιθανούς διεκδικητές της διαδοχής του Τραμπ, ο οποίος δεν μπορεί, βάσει της 22ης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος, να εκλεγεί για τρίτη προεδρική θητεία.

Η δημόσια διαφοροποίηση του Βανς για τον πόλεμο στο Ιράν δείχνει ότι η συζήτηση για την επόμενη ημέρα έχει ήδη ξεκινήσει στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών.

Το ερώτημα είναι αν το κόμμα θα συνεχίσει να ακολουθεί πλήρως την πολιτική γραμμή του Τραμπ ή αν θα επιχειρήσει να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά του, διατηρώντας τα στοιχεία του MAGA που εξακολουθούν να έχουν κοινωνική απήχηση.

Η ήττα της 3ης Νοεμβρίου δεν σηματοδοτεί το τέλος του τραμπισμού. Αποτελεί, ωστόσο, τη σοβαρότερη μέχρι σήμερα δοκιμασία για τη δεύτερη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ.

Ο πολιτικός που κατάφερε να ανατρέψει τις παραδοσιακές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με τις συνέπειες της ίδιας του της διακυβέρνησης.

Και το βασικό δίδαγμα της εκλογικής αναμέτρησης είναι ότι ακόμη και ένα ισχυρό προσωπικό πολιτικό κίνημα δεν μπορεί να αγνοεί επ’ αόριστον την οικονομική πραγματικότητα και τις προσδοκίες των πολιτών που το ανέδειξαν.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO41 λεπτά πριν

Η Ουγγαρία και η Σερβία μήπως έστειλαν μήνυμα και στην Ελλάδα;

Από την κομματοκρατία στην Πολιτική αυτονομία των πολιτών. Το σερβικό δημοκρατικό πείραμα και η ανάγκη θεσμικής αναγέννησης της Ελλάδας

Απόψεις59 λεπτά πριν

Πάμε ολοταχώς στον γκρεμό! Τέρμα πια τα ψέματα

Του Θοδωρή Βαρίκου

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Εκδόθηκε η NAVTEX για την πόντιση του καλωδίου Ελλάδας – Κύπρου

Η Ελλάδα εξέδωσε τη NAVTEX για την πορεία του γαλλικού ερευνητικού Abeille Marengo, το οποίο αναμένεται να ξεκινήσει τις εργασίες...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Ο θρησκευτικός ηγέτης του Αζερμπαϊτζάν προωθεί το αφήγημα περί «Δυτικού Αζερμπαϊτζάν»

Μετά τις αμφισβητούμενες εκλογές, ο Πασινιάν δήλωσε ότι η συνεχιζόμενη προβολή του αφηγήματος περί «Δυτικού Αζερμπαϊτζάν» αποτελεί απάντηση στις προσπάθειες...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση στην κυπριακή ΑΟΖ! Η Άγκυρα απαντά με αντι-NAVTEX στις έρευνες για το καλώδιο Σαουδικής Αραβίας–Ελλάδας

Η νέα αντιπαράθεση καταγράφεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τις υποθαλάσσιες διασυνδέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς Ελλάδα και Κύπρος...

Δημοφιλή