Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι Σχέσεις Τουρκίας και Ηνωμένων Πολιτειών στην εποχή του ΑKP

Δημοσιεύτηκε στις

––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––
EASTERN
MEDITERRANEAN POLICY NOTE • No. 15 • 28
Μarch 2017
–––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––– 
Αλεξάνδρα Τράγκα
Την ώρα που Μόσχα
και Ουάσινγκτον ανεβάζουν τους τόνους σχετικά με την επιβολή κυρώσεων στη Συρία,[1]
ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έκανε γνωστά τα επόμενα βήματα του
τουρκικού στρατού[2]
που συνεχίζει την αργή προέλασή του επί συριακού εδάφους. Σε συνέντευξή του στο
τηλεοπτικό δίκτυο Al-Arabiya, ο Ερντογάν αποκάλυψε ότι οι δυνάμεις του Ελεύθερου
Συριακού Στρατού FSA που υποστηρίζονται από
τον τουρκικό στρατό θα συνεχίσουν την προέλασή τους προς την πόλη Μανμπίτζ
(Ιεράπολη),[3]
στα βόρεια της Συρίας, μετά την ολοκλήρωση της επιχείρησής τους στην αλ-Μπαμπ.[4] Στόχος του είναι να εκκαθαρίσει τα εδάφη δυτικά του
Ευφράτη από το συριακό Κουρδικό Σοσιαλιστικό Κόμμα PYD, το οποίο κατηγορεί ως βραχίονα του Εργατικού Κόμματος
του Κουρδιστάν PKK. Το
σοσιαλιστικό PYD είναι
εκείνο που έχει συστήσει τις κουρδικές Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG), που με τη σειρά τους αποτελούν τον κορμό των Συριακών
Δημοκρατικών Δυνάμεων SDF, της συμμαχίας Κούρδων, Αράβων και Ασσυρίων, η οποία
υποστηρίζεται από το Διεθνή Συνασπισμό υπό τις ΗΠΑ.

Από την έναρξη του συριακού εμφυλίου, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις
βρίσκονται στο ναδίρ.[5]
Εκμεταλλευόμενη το γεωπολιτικό κενό που άφησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στη Μέση Ανατολή,
η Άγκυρα κινείται αποκλειστικά και μόνο βάσει των δικών της συμφερόντων,
ανεξαρτητοποιώντας την πολιτική της από τη Δύση και το ΝΑΤΟ. Οι ρίζες του
διασυμμαχικού ανταγωνισμού, βρίσκονται στο μακρινό 2003, όταν ο Ρετζέπ Ταγίπ
Ερντογάν διορίστηκε ως ο 57ος πρωθυπουργός της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις από το 2003 έως και την
πρώτη περίοδο διακυβέρνησης Ομπάμα
Η ανάληψη της
εξουσίας από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ΑΚΡ, το 2002, αποτέλεσε κομβικό
σημείο για την “αντίσταση” της Τουρκίας στις υποτιθέμενες ηγεμονικές αξιώσεις
των ΗΠΑ. Βασιζόμενο στη θεωρία περί Στρατηγικού
Βάθους
του Αχμέτ Νταβούτογλου, το ΑΚΡ, επιδίωξε να “απελευθερώσει” τη χώρα
από τις πολιτικές ενέργειες της Δύσης και τις περιφερειακές στρατηγικές των
Ηνωμένων Πολιτειών, και να καταστεί εναλλακτικό κέντρο ισχύος, βασιζόμενο στην
κοσμοθεωρία του πολιτικού Ισλάμ.[6] Η πρώτη προσπάθεια
από-δορυφοροποίησης της Τουρκίας, επήλθε με την τουρκική κοινοβουλευτική
απόφαση του Μαρτίου 2003, να μην επιτρέψει στις αμερικανικές δυνάμεις να
χρησιμοποιήσουν το έδαφός της για τη διάνοιξη του βορείου μετώπου στο Ιράκ.[7] Η ίδρυση του ημιαυτόνομου κουρδικού κράτους στο Ιράκ,
αποτελούσε ανέκαθεν πιθανό κίνδυνο για την εδαφική κυριαρχία της Τουρκίας,
επομένως οποιαδήποτε αμερικανική υποστήριξη προς αυτό, θα εκλαμβανόταν από την Άγκυρα
ως προσπάθεια αποδυνάμωσής της.
Αλλά και οι προσπάθειες της Άγκυρας, για σύγκλιση με το Ιράν και τη Συρία
από το 2002, όταν για τις ΗΠΑ αυτές οι χώρες αποτελούσαν συνιστώσες του
λεγόμενου “Άξονα του Κακού,” όπως και η κατάρρευση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων
μετά το επεισόδιο του Mavi Marmara, διόγκωσαν τις διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στα δύο
κράτη.[8] Όποια εξήγηση και αν
χρησιμοποιήσει κανείς σχετικά με την παρούσα κατάσταση στον πρώην οθωμανικό
χώρο, θα πρέπει να λάβει υπόψη του τη σπουδαιότητα του Ισραήλ στους
υπολογισμούς της Ουάσινγκτον. Ο Brzezinski, παραδέχεται τη σημαντική θέση του Ισραήλ και των
φιλοϊσραηλινών ομάδων πίεσης στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, ερχόμενος
έτσι να συμφωνήσει με τις θέσεις των Mearsheimer-Walt για τo “Ισραηλινό Lobby”[9]. Από την πλευρά της, η Άγκυρα θεωρούσε το Ισραήλ όχι
μόνο ένα εμπόδιο στην εξακτίνωση της νέας εξωτερικής πολιτικής της, αλλά και
μία προσωρινή παρουσία, με την έννοια ότι το Ισραήλ έπρεπε να επιστρέψει στα
φυσικά του όρια, εκείνα της πάλαι ποτέ Παλαιστίνης, στο πλαίσιο μίας Pax Ottomanica[10].
Η ρήξη της τουρκοϊσραηλινής πολυεπίπεδης συνεργασίας αποτέλεσε πλήγμα για
την αμερικανική πολιτική, η οποία στηριζόταν για δεκαετίες στους άξονες, αφενός
της εταίρου της στο ΝΑΤΟ και αφετέρου της, επί δεκαετίες, στενής στρατηγικής
της συμμάχου. Η στρατηγική σχέση Άγκυρας και Τελ-Αβίβ, που διαμορφώθηκε από το
1994 και μετά, παρείχε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ να προωθούν τη μεταψυχροπολεμική
πολιτική τους στη Μέση Ανατολή.[11]
Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις, επιδεινώθηκαν έτι περαιτέρω, όταν οι πρόεδροι
Γκιουλ και Μεντβέντεφ υπέγραψαν, στις 13 Φεβρουαρίου 2009, κοινή διακήρυξη για
την ενίσχυση των σχέσεων Τουρκίας-Ρωσίας. Η ευθυγράμμιση της Άγκυρας με τον
προαιώνιο εχθρό της Ουάσιγκτον για την ανάσχεση της αμερικανικής επιρροής στην
πλούσια σε ενεργειακούς πόρους περιοχή του Καυκάσου, αύξησε την πίεση του
Ρεπουμπλικανικού Κογκρέσου για την υιοθέτηση ψηφίσματος αναγνώρισης της
Γενοκτονίας των Αρμενίων, που κατατέθηκε στις 17 Μαρτίου 2009 και ψηφίστηκε από
την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων στις 4 Μαρτίου 2010.[12]
Η κατάσταση φάνηκε να αλλάζει, με την άνοδο στην εξουσία των Δημοκρατικών,
όταν κατά τη διάρκεια της πρώτης υπερπόντιας διμερούς επίσημης επίσκεψης του προέδρου
Μπάρακ Ομπάμα στην Τουρκία (της πρώτης στο εξωτερικό), σχεδιάστηκε ένα «εταιρικό μοντέλο», ώστε
να προωθηθεί η εμβάθυνση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων πέρα από τη στρατιωτική
και στρατηγική συνεργασία. Ωστόσο, τα δύο κράτη δεν προσδιόρισαν σαφείς και
ξεκάθαρους στόχους, με την υποστήριξη των θεσμικών δομών, αποτυγχάνοντας να αναπτύξουν
μία «ειδική σχέση».
Έτσι, άνοιξε ο δρόμος για αποκλίσεις, ακόμα και σε θεμελιώδη ζητήματα ασφαλείας
και στρατηγικής συνεργασίας, ιδίως στη Μέση Ανατολή. H διαφωνία για τον
τρόπο διαχείρισης του Ιράν, ιδιαιτέρως η τουρκική απόρριψη της αμερικανικής
πρωτοβουλίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας για την επιβολή νέων κυρώσεων, προκάλεσε
σημαντική ρήξη στις σχέσεις των δύο κρατών.[13]
Κατά τη διάρκεια των αραβικών εξεγέρσεων, και παρά τη χειροτέρευση των
σχέσεων των δύο κρατών, η Ουάσινγκτον φάνηκε ότι ευνοούσε την προώθηση
πολιτικών συστημάτων παρόμοιων με αυτών της Τουρκίας. Το τουρκικό μοντέλο,
ωστόσο, αμφισβητήθηκε όλο και περισσότερο, τόσο λόγω της βίαιης κρατικής καταστολής
των διαδηλώσεων στο Πάρκο Γκεζί το καλοκαίρι του 2013 και των προβλημάτων
εκδημοκρατισμού, όσο και για τις αμφιλεγόμενές περιφερειακές πολιτικές του ΑΚP οι οποίες
προκαλούν αποσταθεροποίηση, θρησκευτικό και εθνοτικό σεχταρισμό.[14] Τη σφοδρή αντίδραση της Άγκυρας, προκάλεσε και η ΝΑΤΟϊκή
επιχείρηση στη Λιβύη, για την οποία η Τουρκία διαφώνησε έντονα. Οι ανησυχίες
της Άγκυρας, φάνηκαν να σχετίζονται με τις πολυάριθμες τουρκικές επενδύσεις στη
χώρα, καθώς και στην αντίθεση επί της αρχής σε κάθε είδους δυτική ανάμειξη στη
Μέση Ανατολή.[15] Η χαριστική βολή στις
σχέσεις των δύο κρατών δόθηκε το 2012, όταν ο Μοχάμεντ Μόρσι της Μουσουλμανικής
Αδελφότητας κέρδισε τις προεδρικές εκλογές στην Αίγυπτο και ανετράπη από τον
στρατό το 2013. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε τον Τούρκο Πρόεδρο στο συμπέρασμα και το
φόβο πως θα συνέβαινε το ίδιο και στην Τουρκία, με θύμα τον ίδιο.[16] Οι κατηγορίες της Άγκυρας περί αμερικανικής εμπλοκής
στην ανάδειξη του μεταβατικού προέδρου Φατάχ αλ-Σίσι, τελικά έσπασε τη σύνδεση
Ομπάμα-Ερντογάν.[17]
Η επιρροή της Συριακής Κρίσης στις αμερικανοτουρκικές
σχέσεις
Από μία πρόχειρη
εξέταση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Συρίας, προκύπτει ότι αυτές είχαν
βελτιωθεί σε σημαντικό βαθμό μετά το διπλωματικό και οικονομικό άνοιγμα που
έκανε το καθεστώς Άσαντ προς την Ισλαμική κυβέρνηση του ΑΚΡ το 2004. Λίγο πριν
το ξέσπασμα του εμφυλίου, οι δύο χώρες, είχαν φτάσει σε σημείο να συνεργάζονται
στο πλαίσιο του Ανώτερου Συμβουλίου Συνεργασίας, να διεξάγουν κοινές
στρατιωτικές ασκήσεις, να υπογράφουν συμφωνίες κατασκευής δημόσιων έργων και να
σχεδιάζουν την αύξηση των οικονομικών και εμπορικών συναλλαγών τους. Η
κυβέρνηση ΑΚΡ άλλαξε στάση μόλις η εξέγερση άρχισε να λαμβάνει ανεξέλεγκτες
διαστάσεις.[18] Η Άγκυρα έγινε ο πιο δεινός επικριτής του συριακού
καθεστώτος, απειλώντας με στρατιωτική επέμβαση στη βόρεια Συρία, με κυρώσεις,
αλλά και παίζοντας κεντρικό ρόλο σε διεθνείς συνομιλίες και διαπραγματεύσεις
για τη διαχείριση της κρίσης.[19] Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση ΑΚΡ επιχειρούσε να
εξασφαλίσει την εύνοια αφενός των ΗΠΑ, σε περίπτωση που τεθεί ζήτημα επέμβασης
και ελέγχου της Συρίας και αφετέρου των αντικαθεστωτικών, σε περίπτωση που
επέλθει τελικά η πτώση του Άσαντ και βρεθούν αυτοί στην εξουσία.[20]
Σημείο καμπής στην εξέλιξη του συριακού εμφυλίου, ήταν η ανακήρυξη “χαλιφάτου”
από τους ισλαμιστές της οργάνωσης “Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και τη Συρία” ISIS, στις 29 Ιουνίου
2014.[21] Για την αντιμετώπιση των τζιχαντιστών, η Ουάσινγκτον
δημιούργησε μία συμμαχία βομβαρδισμού της οργάνωσης και συνεργάστηκε στενά με
τις κουρδικές δυνάμεις που αγωνίζονται ενάντια στους τζιχαντιστές στο έδαφος.[22] Η συμμαχία του
αμερικανικού συνασπισμού με το PYD/YPG, μπορεί να θεωρηθεί ως συνέχεια μίας πρακτικής που
προέκυψε μετά την κρίση που προκλήθηκε από την τουρκική άρνηση του 2003. Οι
ΗΠΑ, είχαν εκπαιδεύσει τους σκληροτράχηλους μαχητές των κουρδικών δυνάμεων και
είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι Κούρδοι είναι αποτελεσματικοί και καλοί
σύμμαχοι στον αγώνα τους εναντίον των τζιχαντιστών.[23] Η αμερικανική υποστήριξη στους Κούρδους της Συρίας, σε
συνδυασμό με την άρνηση της Ουάσινγκτον για τη δημιουργία ζώνης απαγόρευσης
πτήσεων,[24]  προκάλεσε την
οργή της Άγκυρας, δεδομένου ότι το Κουρδικό είναι το μεγαλύτερο ζήτημα
ασφάλειας της Τουρκίας.[25] Το καλοκαίρι του 2016, η
πιθανότητα ενοποίησης των κουρδικών καντονίων στο συριακό Βορρά θεωρήθηκε από
τον Ερντογάν υπαρξιακή απειλή, εξαιτίας των πάγιων θέσεων της Άγκυρας στο
Κουρδικό, αλλά και λόγω της ιδεολογικής μονοπώλησης του συριακού Κουρδιστάν από
συγγενείς, ιδεολογικά, στο ΡΚΚ δυνάμεις.[26]
Οι σχέσεις των δύο χωρών, έφθασαν στο ναδίρ. Στις 7 Ιανουαρίου 2015, ο
Ερντογάν, εξέφρασε την απογοήτευσή του για τις περιορισμένες αεροπορικές επχειρήσεις
της Ουάσινγκτον ενάντια στο ISIS·[27] ταυτίζοντας το PKK με το PYD, οι τουρκικές Αρχές
απείλησαν να κλείσουν, για τον αμερικανικό συνασπισμό, την αεροπορική βάση του
Ιντσιρλίκ.[28] Ένα μήνα αργότερα, η κυβέρνηση Ομπάμα, διέταξε τις
οικογένειες των στρατιωτικών και το διπλωματικό προσωπικό των ΗΠΑ να
εγκαταλείψουν τη νότια Τουρκία.[29]
Οι αμερικανικές ανησυχίες εντάθηκαν και λόγω του θεαματικού ελιγμού
επαναπροσέγγισης της Άγκυρας με τη Μόσχα, στην οποία ο Τούρκος πρόεδρος βρήκε
ένα βολικό συγκυριακό σύμμαχο ανάσχεσης της κουρδικής απειλής στη βόρεια Συρία.
Η σχεδόν οριστική ρήξη στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, επήλθε μετά το
αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν,
υπέδειξε ως υπεύθυνο για τα γεγονότα τον αυτοεξόριστο στην Πενσυλβάνια,
ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν –το 
χειρότερο εχθρό του– και απαίτησε από τον Αμερικανό ομόλογό του να τον
εκδώσει στην Τουρκία. Η Ουάσινγκτον εμφανίστηκε επιφυλακτική στο αίτημα,
δηλώνοντας ότι χρειάζεται να δει σαφείς αποδείξεις για την εμπλοκή του στην
απόπειρα πραξικοπήματος,[30]εξόργιζοντας τον Τούρκο πρόεδρο. Η ταυτόχρονη σύλληψη του
Τούρκου διοικητή της αεροπορικής βάσης του
Ιντσιρλίκ, για τη φερόμενη συμμετοχή του στο πραξικόπημα, με την προσωρινή απαγόρευση
χρήσης του τουρκικού εναερίου χώρου σε αμερικανικά αεροσκάφη,[31] αύξησε τις σκέψεις της Ουάσινγκτον για μεταφορά των αμερικανικών
πυρηνικών όπλων από το Ιντσιρλίκ στο εξωτερικό.[32]
Σε μία προσπάθεια αποκατάστασης των διαταραγμένων σχέσεων μεταξύ των δύο εταίρων
του ΝΑΤΟ, ο αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζο Μπάιντεν, επισκέφθηκε την
Άγκυρα την ημέρα έναρξης της τουρκικής στρατιωτικής επιχείρησης ΑΣΠΙΔΑ ΤΟΥ ΕΥΦΡΑΤΗ στο συριακό έδαφος.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αρχικά παρείχαν εναέρια υποστήριξη στις τουρκικές
δυνάμεις και τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό, καθώς κινήθηκαν εναντίον του ISIS στις πόλεις του Τζαραμπλούς και του Νταμπίκ, που
κατελήφθησαν με σχετικά λίγες απώλειες. Ωστόσο, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν το Νοέμβριο
ότι δεν θα συμμετείχαν στην επιχείρηση της Τουρκίας κατά του αλ-Μπαμπ λόγω του βομβαρδισμού των θέσεων του YPG στην περιοχή,[33] αλλά και της απόλυσης εκατοντάδων Τούρκων αξιωματικών που
υπηρετούσαν στο ΝΑΤΟ, στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, στα πλαίσια της «εκκαθάρισης» του
στρατεύματος μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα.[34]
Η τελευταία πράξη του δράματος στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις παίχτηκε
στην Αστάνα του Καζακστάν, όταν η Ρωσία, το Ιράν και η Τουρκία, αποφάσισαν να
εργαστούν προς την κατεύθυνση μίας πολιτικής συμφωνίας για τον τερματισμό του
εξαετούς πολέμου της Συρίας, αφήνοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες στο περιθώριο.[35] Έκτοτε, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, θα κατηγορούσε την
Ουάσινγκτον, είτε για τη δολοφονία του Ρώσου πρεσβευτή Αντρέι Καρλόφ,[36] είτε για την “υποστήριξη των ΗΠΑ στο Ισλαμικό Κράτος και
την ένοπλη πτέρυγα του PYD”,[37] για να δεχθεί τα πυρά των Αμερικανών αξιωματούχων, οι
οποίοι υποστήριξαν ότι πίσω από το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου στην
Τουρκία, βρισκόταν ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος.[38]
Συμπεράσματα και προοπτικές για το μέλλον
Όπως κατεδείχθη στα
ανωτέρω περιγραφόμενα, οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της
Τουρκικής Δημοκρατίας έφτασαν στο ναδίρ κατά την περίοδο διακυβέρνησης Ομπάμα.
Η αλλαγή προσανατολισμού της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, η αντιπαλότητα
Άγκυρας-Τελ Αβίβ, η συριακή κρίση, το Κουρδικό
Ζήτημα, η προσέγγιση Άγκυρας-Μόσχας και το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου,
δημιούργησαν σκέψεις στην αμερικανική ηγεσία για την πιστότητα της Τουρκίας ως
συμμάχου.[39]
Στην περίοδο της διακυβέρνησης Τραμπ, οι σχέσεις των δύο κρατών κατά πάσα
πιθανότητα θα ακολουθήσουν το ίδιο μονοπάτι με αυτό του προκατόχου του. Η
αρχική αισιοδοξία της τουρκικής ηγεσίας για σύγκλιση συμφερόντων και
επανα-δημιουργίας μίας συναλλακτικής σχέσης, έδωσε τη θέση της στην πικρία και
την ένταση. Οι δηλώσεις του Τραμπ για τους μουσουλμάνους και κυρίως η υπόσχεσή
του να απαγορεύσει την είσοδό τους στις Ηνωμένες Πολιτείες, εξόργισε τον
Ερντογάν ο οποίος αντέδρασε έντονα δια στόματος του αναπληρωτή πρωθυπουργού. “Οι
πρόσφυγες είναι καλοδεχούμενοι”, είπε ο Μεχμέτ Σιμσέκ στο Twitter· “Θα καλωσορίζαμε
με χαρά, τα παγκόσμια ταλέντα που δεν επιτρέπεται να επιστρέψουν στις ΗΠΑ”, έγραψε.[40] Πλήγμα για την Άγκυρα αποτελεί και η παραίτηση του Συμβούλου
Εθνικής Ασφαλείας του Τραμπ, αντιστράτηγου ε.α. Μάικλ Φλιν, ο οποίος είχε
εκφράσει προθυμία για την έκδοση του μοναχικού μουσουλμάνου κληρικού Φετουλάχ
Γκιουλέν.[41] Η Ουάσινγκτον σε καμία περίπτωση δεν θα “κάψει” το
ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί πίεσης προς την Άγκυρα και το Ρετζέπ Ταγίπ
Ερντογάν.
Σε ό, τι αφορά στο Ισραήλ, η πρόθεση της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει
τις σχέσεις με το εβραϊκό κράτος,[42] θα μπορούσε να τροφοδοτήσει πρόσθετες εντάσεις στη Μέση
Ανατολή. Εάν η πρεσβεία των ΗΠΑ μεταφερθεί στην Ιερουσαλήμ, το Παλαιστινιακό
Ζήτημα θα μετατραπεί στην απόλυτη καταιγίδα. Προφανώς, οι Ισραηλινοί θα
προσπαθήσουν να χαρακτηρίσουν τους Παλαιστίνιους ως “ριζοσπάστες ισλαμιστές” ώστε
να μειώσουν την αντοχή της Χαμάς. Εάν και όταν η Τουρκία πάρει το μέρος των
Παλαιστινίων, η Ουάσινγκτον θα υποστηρίξει ότι η Άγκυρα ταυτίζεται με τη “ριζοσπαστική
ισλαμική τρομοκρατία”.[43]
Το Συριακό, και κατά συνέπεια το Κουρδικό, θα εξακολουθήσουν να αποτελούν ακανθώδη
ζητήματα στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας. Παρά τις αλλεπάλληλες επισκέψεις
υψηλόβαθμων αξιωματούχων της διακυβέρνησης Τραμπ –του Διευθυντή της CIA Μάικ Πομπέο, του γερουσιαστή
Τζόν Μακέιν και του Υπουργού Εξωτερικών Ρεξ Τίλλερσον– αλλά και την τηλεφωνική
επικοινωνία των δύο ηγετών, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν αναλάβει καμία απτή
δέσμευση για άρση της στήριξής τους στο YPG. Στην
πραγματικότητα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η συμμαχία υπό την ηγεσία των ΗΠΑ,
η οποία μάχεται ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, έχει ενισχύσει την υποστήριξη των Κούρδων
συμμάχων της, προσφέροντας για πρώτη φορά τεθωρακισμένα οχήματα, καθώς
προετοιμάζονται για μία καινούρια φάση στην εκστρατεία τους να καταλάβουν τη
Ράκκα.[44] Έρχονται μάλιστα στη
δημοσιότητα δηλώσεις του εκπροσώπου του SDF, σύμφωνα με τις
οποίες ο στρατηγός Τζόζεφ Βότελ, Διοικητής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, όχι
μόνο επισκέφθηκε κρυφά το μέτωπο στο Κομπάνι και στη Ράκκα, αλλά δεσμεύθηκε για
την αποστολή βαρέων όπλων εντός των επόμενων ημερών.[45] Εάν τελικά η Τουρκία, επεκτείνει την επιχείρηση ΑΣΠΙΔΑ ΤΟΥ ΕΥΦΡΑΤΗ, με άλλη κωδική ονομασία,
στρεφόμενη προς την κουρδοκρατούμενη Ιεράπολη ή την κατεχόμενη από τζαχαντιστές
Ράκα, τότε πιθανότατα θα βρεθεί αντιμέτωπη με ρωσικές και αμερικανικές δυνάμεις.[46] 


 Cyprus
Center for European and International Affairs (CCEIA)
 University of Nicosia
 www.cceia.unic.ac.cy
The Eastern Mediterranean Policy Notes (EMPN) is a monthly electronic series of scholarly articles and
essays that focus on the analysis of contemporary questions pertaining to
Eastern Mediterranean geopolitical affairs, the Cyprus Problem, and other
regional issues that affect European and global affairs.
Description: Macintosh HD:Users:apple:Desktop:University of Nicosia logo.jpg



EMPN Editor: Petros Savvides, savvides.p@unic.ac.cy.


H Aλεξάνδρα Τράγκα είναι υποψήφια απόφοιτος στο Μεταπτυχιακό
Πρόγραμμα Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.
[1]
Somini
Sengupta, “A clash at the UN stands in contrast to White House admiration for
Russia”, New
York Times,
1 March 2017, 8.
[2] Ece Toksabay και Tuvan Gumrukcu,
“Manbij is Turkey’s next step in Syria operation, Erdogan says”, Reuters, 27 Ferbuary 2017, http://www.reuters.com/article/us-mideast-crisis-syria-turkey-idUSKBN1670YC?il=0.
[3] Στις 29 Μαρτίου 2017 ανακοινώθηκε
επίσημα ο
τερματισμός της
Επιχείρησης ΑΣΠΙΔΑΣ ΤΟΥ ΕΥΦΡΑΤΗ των
Τουρκικών Ενόπλων
Δυνάμεων στη
Συρία χωρίς
τη διενέργεια επίθεσης
εναντίον της
Ιεράπολης· “Turkey can start
new operation if necessary as Euphrates Shiled ends: PM”, Hurriyet Daily News,
http://www.hurriyetdailynews.com/turkey-can-start-new-operation-if-necessary-as-euphrates-shield-ends-pm-.aspx?PageID=238&NID=111401&NewsCatID=352.
[4] “Συρία:
Αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ρωσίας στον ΟΗΕ, προς τα βόρεια κινείται ο τουρκικός στρατός”, CNN Greece, 28 Φεβρουαρίου 2017, http://www.cnn.gr/news/kosmos/story/69598/syria-antiparathesi-hpa-rosias-ston-ohe-pros-ta-voreia-kineitai-o-toyrkikos-stratos.
[5]
Jim Zannoti and Thomas Clayton, “Turkey: Background and U.S. Relations”, Congressional Research Service, Report R41368, 26
August 2016, https://fas.org/sgp/crs/mideast/R41368.pdf.
[6] Νίκος
Μούδουρος και Μιχάλης Ν. Μιχαήλ, Η Νέα
Τουρκική Ηγεμονία: Διαστάσεις του Πολιτικού Ισλάμ
(Αθήνα: Παπαζήσης, 2014),
272.
[7] Jim
Zannoti and Thomas Clayton, “Turkey: Background and U.S. Relations”, Congressional Research Service, 26 August 2016, 25.
[8] Μούδουρος
και Μιχαήλ, Νέα Τουρκική Ηγεμονία,
307-308.
[9]
Βασίλης Φούσκας, Αυτοκρατορία και
Πόλεμος: Η Κρίση της Αμερικανικής Υψηλής Στρατηγικής και η Ανάδυση της Πολυπολικότητας

(Αθήνα: Ποιότητα, 2009). Αναφορικά με την υπόθεση των Mearsheimer-Walt για το ισραηλινό lobby,
βλ. το ομώνυμο άρθρο τους στο σύνδεσμο https://piotita.gr/2014/02/06/the-israel-lobby/.
[10]  Φράγκος Σ. Φραγκούλης, Ποια Τουρκία; Ποιοι Τούρκοι; (Αθήνα: Λιβάνης, 2012), 509.
[11] Μούδουρος
και Μιχαήλ, Nέα Tουρκική Hγεμονία, 312-313.
[12]
Δημήτρης Τριανταφύλλου και Ελένη Φωτίου, Τουρκική
Eξωτερική Πολιτική την Εποχή του ΑΚΡ:
Προς μία
Pax Ottomana; (Αθήνα:
Παπαζήσης, 2010), 187-188, 199 και 203.
[13] Mehmet
Yegin και Hasan Selim Ozertem, “Turkey-US Relations: How to Proceed after Obama?”, The German Marshall Fund of the United States, 10
November 2016, http://www.gmfus.org/publications/turkey%E2%80%93us-relations-how-proceed-after-obama.
[14] Ζήνωνας
Τζιάρρας και Νίκος Μούδουρος, Η Τουρκία
στην
Aνατολική Μεσόγειο: Ιδεολογικές ‘Oψεις Eξωτερικής Πολιτικής
(Αθήνα: Τουρίκης, 2016), 109 και 113.
[15] Μούδουρος
και Μιχαήλ, Νέα Τουρκική Ηγεμονία,
286-287.
[16]
Νικόλας Ζηργάνος, “Τουρκία, ένας Αβέβαιος Σύμμαχος”,
Εφημερίδα των Συντακτών, 24 Οκτωβρίου 2016, http://www.efsyn.gr/arthro/toyrkia-enas-avevaios-symmahos.
[17] Soner
Cagaptay, “Is the US-Turkey Relationship Crumbling?”,
The Washington Institute, 5 February 2015, http://www.washingtoninstitute.org/policy-analysis/view/is-the-u.s.-turkey-relationship-crumbling.
[18]
Ηλίας Κουσκουβέλης και άλλοι (επ.), Η Αραβική
Άνοιξη: Μελέτες Διεθνών Σχέσεων
(Θεσσαλονίκη: Πανεπιστήμιο Μακεδονίας,
2012), 84-85.
[19]
Μούδουρος και Μιχαήλ, Nέα Tουρκική Hγεμονία, 329.
[20]
Κουσκουβέλης, Η Αραβική Άνοιξη, 85-86.
[21] “BBC:
Γιατί το “χαλιφάτο” της ISIS είναι επικίνδυνο”, Το Βήμα, 1
Ιουλίου 2014, http://www.tovima.gr/world/article/ ?aid=611330.
[22]
Ben Hubbard and David E. Sanger, “Russia, Iran and Turkey meet for Syria talks,
excluding US”, The New York Times, 20 December 2016, https://www.nytimes.com/2016/12/20/world/middleeast/russia-iran-and-turkey-meet-for-syria-talks-excluding-us.html?_r=0.
[23] Barry
Strauss, “Uneasy Allies: America, Turkey and the Kurds”,
Hoover Institution, 22 April 2016, http://www.hoover.org/
research/uneasy-allies-america-turkey-and-kurds
.
[24] O Λευκός Οίκος και το Πεντάγωνο ξέκοψαν και την ουδέτερη ζώνη και τη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων,
λέγοντας ότι είναι πολυδάπανες, περίπλοκες και δύσκολες στην εφαρμογή τους· βλ.
Τάνια Μποζανίνου, “Το ‘νέο Κουρδικό” γίνεται εφιάλτης για τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν”,
Το Βήμα, 12 Οκτωβρίου 2014, http://www.tovima.gr/world/article/ ?aid=640234.
[25]
Μούδουρος και Μιχαήλ, Νέα Τουρκική
Ηγεμονία,
335.
[26]
Τζιάρρας και Μούδουρος, Τουρκία στην
Ανατολική Μεσόγειο,
203.
[27]
Cagaptay, “US-Turkey Relationship”.
[28]
“Turkey considers closing İncirlik airbase”, YeniSafak,
20 February 2016, http://www.yenisafak.com/en/news/turkey-considers-closing-incirlik-airbase-2419379.
[29]
“US orders families of government personnel to leave southern Turkey”, The Huffington Post, 30 March 2016, http://www.huffingtonpost.com/entry/us-government-families-ordered-to-leave-turkey_us_56fbcfc9e4b0daf53aee0bcb.
[30] “Ερντογάν:
Ζήτησα προσωπικά από τον Ομπάμα την έκδοση Γκιουλέν”, Η Ναυτεμπορική, 18 Αυγούστου 2016, http://www.naftemporiki.gr/story/1138619/erntogan-zitisa-prosopika-apo-ton-ompama-tin-ekdosi-gkioulen.
[31]
Zannoti and Clayton, Turkey, 21.
[32] Dan
Lamothe, “The US stores nuclear weapons in Turkey. Is that such a good idea?”, The Washington
Post
, 19 July 2016, https://www.washingtonpost.com/news/checkpoint/wp/2016/07/19/an-old-nuclear-weapons-deal-raises-new-questions-about-u-s-bombs-in-turkey/?utm_term=.6b80889f95c8.
[33]
“Is Erdogan trying to wreck US-Turkey relations?”, Al Monitor, 31 December 2016, http://www.al-monitor.com/pulse/
originals/2016/12/erdogan-wreck-us-turkey-relations-rouhani-aleppo.html#
.
[34]
Robin Emmott, “Exclusive: Turkey purges NATO military envoys after failed coup”, Reuters, 12 October 2016, http://www.reuters.com/article/us-turkey-nato-exclusive-idUSKCN12C16Q.
[35]
Hubbard and
Sanger, “Russia, Iran and Turkey”.
[36] “Στο “κόκκινο” οι σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ”, Η Καθημερινή, 22 Δεκεμβρίου
2016,
http://www.kathimerini.gr/888954/
article/epikairothta/kosmos/sto-kokkino-oi-sxeseis-toyrkias—hpa
.
[37]
“Is Erdogan trying to wreck US-Turkey relations?”.
[38] “Αξιωματούχοι
του ΝΑΤΟ ισχυρίζονται πώς ο Ερντογάν ήταν πίσω από το πραξικόπημα”, ΑΝΤ1, 26 Ιανουαρίου 2017, http://www.ant1iwo.com/news/kosmos/article/260967/axiomatouhoi-tou-nato-ishurizodai-pos-ertogan-itan-piso-apo-to-praxikopima-/.
[39]
Ανησυχίες, οι οποίες εντάθηκαν και λόγω των διαπραγματεύσεων Άγκυρας-Μόσχας για
αγορά από μέρους της Τουρκίας των ρωσικών συστημάτων αντιαεροπορικής και
αντιπυραυλικής άμυνας S-400· βλ. “Ερντογάν και
Πούτιν θα συζητήσουν για αγορά S400
από την Τουρκία,” Μακεδονία, 28
Φεβρουαρίου 2017, https://goo.gl/VU4eN4.
[40]
Azadeh Ansari, Nic Robertson and Angela Dewan, “World leaders react to Trump’s
travel ban”, CNN, 31 January 2017, http://edition.cnn.com/2017/01/30/politics/trump-travel-ban-world-reaction/.
[41]
Fadi Hakura, “What next for U.S.-Turkey relations under a Trump presidency?”, Newsweek,
12 November 2016, http://europe.newsweek.com/what-next-us-turkey-relations-under-trump-presidency-520275?rm=eu.
[42] “Έχουμε
σταθεί διαχρονικά στο πλευρό του Ισραήλ και θα συνεχίσουμε να στεκόμαστε στο
πλευρό του, καθώς αποτελεί το μόνο σταθερό δημοκρατικό κράτος στην περιοχή·”
βλ. Ντόναλντ Τζ. Τραμπ, Αμερική Σπουδαία
Ξανά: Πώς να Διορθώσουμε την Τραυματισμένη Αμερική μας,

(Αθήνα: Μίνωας, 2017), 63.
[43]
Duran Burhanettin, “Resetting Turkey-US relations in the Trump era”, Daily Sabah,
27 January 2017, https://www.dailysabah.com/columns/duran-burhanettin/2017/01/27/resetting-turkey-us-relations-in-the-trump-era.
[44]
Tom Perry, “Syrian militias get more U.S. support for IS fight, plan new phase”, Reuters, 31 January 2017, http://www.reuters.com/article/us-mideast-crisis-syria-arms-idUSKBN15F15S.
[45]
“US to supply heavy weaponry, armored vehicles to YPG-dominated group in
northern Syria”, Daily Sabah, 25 February 2017, https://www.dailysabah.com/syrian-crisis/2017/02/25/us-to-supply-heavy-weaponry-armored-vehicles-to-ypg-dominated-group-in-northern-syria.
[46]
“US,
Russia Forces in Eye Contact in Syria’s Manbij”,
15 March 2013, https://sputniknews.com/military/
201703151051613387-russia-us-manbij-contact/
; Andrew deGrandpre,
“US and Russian troops are now in the same Syrian city”,
13 March 2017, http://www.militarytimes.com/articles/manbij-syria-us-troops-army-rangers-russia-turkey; Barbara
Starr, “US Marines join local forces fighting in Raqqa,” 9 March 2017, CNN, http://edition.cnn.com/2017/03/08/
politics/marines-raqqa-assault-syria/.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός12 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις12 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή