Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αποδείξεις και ονόματα για τους μεγαλύτερους φίλους της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον – Και πρέσβης Τζέφρι, που “πούλησε” τους Κούρδους

Δημοσιεύτηκε στις

Ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα και νυν ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία Τζέιμς Τζέφρι σε εκδήλωση του Turkish Heritage Organization (πηγή: Turkish Heritage Organization)

Γιώργος Σκαφιδάς

Γερουσιαστές και ακαδημαϊκοί, εν ενεργεία κυβερνητικοί αξιωματούχοι, πρώην διπλωμάτες, στρατιωτικοί και επικεφαλής -υποτίθεται ανεξάρτητων- ερευνητικών κέντρων επιμένουν, από τις ΗΠΑ όπου βρίσκονται, να βαφτίζουν το κρέας ψάρι και τον Ερντογάν… αξιόπιστο σύμμαχο

Ακόμη και τώρα, έπειτα από όσα – κατά συρροή επεισοδιακά – έχουν προηγηθεί τα τελευταία περίπου… 60 χρόνια, παρά τις απανωτές διαψεύσεις (προσδοκιών) και τις αρνήσεις (συνεργασίας), παρά τα πισώπλατα μαχαιρώματα, τις αυθαίρετες διώξεις-ομηρείες σε βάρος συνολικά δεκάδων Αμερικανών πολιτών και την άφθονη αντιδυτική λάσπη, υπάρχουν κύκλοι στην Ουάσιγκτον που επιμένουν να επενδύουν στο αφήγημα μιας «στρατηγικά πολύτιμης» και «απαραίτητης για τα δυτικά συμφέροντα» Τουρκίας, μιας Τουρκίας που θα πρέπει να κρατηθεί ικανοποιημένη… με κάθε κόστος.

Τουρκία και ΗΠΑ «δεν μοιράζονται κοινά συμφέροντα ή αξίες», έγραφε στον αντίποδα ο Στίβεν Κουκ, senior fellow (ανώτερος επιστημονικός συνεργάτης) του αμερικανικού Council on Foreign Relations, πίσω στα τέλη του 2018, στον απόηχο τότε της απελευθέρωσης του Αμερικανού πάστορα Άντριου Μπράνσον, περιγράφοντας την Τουρκία ως δύναμη «ανταγωνιστική» στις ΗΠΑ και τους Τούρκους ηγέτες ως πολιτικούς που «απεχθάνονται την αμερικανική ηγεμονία».

Αρχές Μαρτίου του 2003, με το ισλαμοσυντηρητικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) τότε ακόμη «φρέσκο» στην εξουσία της γείτονος, η τουρκική βουλή αποφασίζει να μην επιτρέψει στους Αμερικανούς να χρησιμοποιήσουν το τουρκικό έδαφος ως «βάση» διέλευσης για τις επικείμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις τους ενάντια στο Ιράκ. Το τουρκικό «όχι» φέρεται να «προκαλεί σοκ» στην κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους του νεότερου, όχι μόνο επειδή η Τουρκία τυγχάνει σύμμαχος των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ αλλά και επειδή, όπως διαρρέεται, η ηγεσία του AKP φέρεται να τα είχε προηγουμένως συμφωνήσει παρασκηνιακά με την Ουάσιγκτον, προσδοκώντας μάλιστα και κάμποσα… δισεκατομμύρια δολάρια από τις ΗΠΑ ως αντάλλαγμα για τη χρήση του τουρκικού εδάφους από τα αμερικανικά στρατεύματα.

Αντιαμερικανισμός και προβοκάτσιες

Κρίνοντας εκ των υστέρων, με δεδομένο πια το φιάσκο της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ, η άρνηση εκείνη των Τούρκων μπορεί να μοιάζει σε έναν βαθμό… δικαιωμένη, αν και υποκριτική. Υποκριτική γιατί η Τουρκία από τη μία πλευρά «έριχνε πόρτα» στους Αμερικανούς ενώ από την άλλη «άνοιγε την πόρτα» στα δικά της τουρκικά στρατεύματα για να εισβάλουν στο Βόρειο Ιράκ. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός παραμένει: όταν οι Αμερικανοί την χρειάστηκαν το 2003, η Άγκυρα τους γύρισε την πλάτη.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 2003, Τούρκοι στρατιώτες συλλαμβάνονται από τις δυνάμεις των ΗΠΑ στο Βόρειο Ιράκ έχοντας στην κατοχή τους όπλα, χειροβομβίδες, εκρηκτικά και χάρτες του Κιρκούκ με κυκλωμένα μάλιστα πάνω στους χάρτες σημεία κοντά στο κτήριο του τοπικού κυβερνείου. Οι Τούρκοι θα απελευθερωθούν έπειτα από περίπου τρεις ημέρες, έχοντας όμως προηγουμένως περάσει από ανάκριση ωσάν… εχθροί. Οι «κακές γλώσσες» λένε ότι αποστολή των Τούρκων ενόπλων που συνελήφθησαν ήταν να προκαλέσουν… χάος στην περιοχή, δολοφονώντας τον νεοεκλεγέντα κυβερνήτη… για να δώσουν έτσι την αφορμή στην τουρκική κυβέρνηση να επέμβει με πρόσχημα την αποκατάσταση της τάξης.

Ακριβώς δέκα χρόνια μετά, το 2013, το ισλαμοσυντηρητικό τουρκικό κατεστημένο βρίσκεται, συνεπικουρούμενο από τους εθνικιστές, να αναζητά στην άλλη άκρη του Ατλαντικού τους «υποκινητές» πίσω από το αντικυβερνητικό Κίνημα του Γκεζί και τις αποκαλύψεις για τα σκάνδαλα της οικογένειας Ερντογάν. Η πλευρά Ερντογάν θα φτάσει μάλιστα στο σημείο να φωτογραφίσει ως πιθανό «προβοκάτορα» ακόμη και τον τότε πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Άγκυρα, Φράνσις Ρικιαρντόνε.

Το καλοκαίρι του 2016 ο τουρκικός αντιαμερικανισμός πραγματοποιεί δυναμική επιστροφή στο προσκήνιο, με αφορμή την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου, μια απόπειρα την οποία στελέχη της τουρκικής κυβέρνησης σπεύδουν να «χρεώσουν» στις ΗΠΑ.

Αυθαίρετες διώξεις και ομηρείες

Σε αυτό το πλαίσιο, τον Οκτώβριο του 2016, η Τουρκία στέλνει στη φυλακή ως «τρομοκράτη» έναν Αμερικανό πάστορα ονόματι Άντριου Μπράνσον. Ο ίδιος ο Ερντογάν θα καλέσει στην πορεία τους Αμερικανούς να «ανταλλάξουν» τον Μπράνσον με τον εξόριστο στις ΗΠΑ Τούρκο ιμάμη Φετουλάχ Γκιούλεν, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για μια υπόθεση ομηρίας με εκβιαστική πολιτική στόχευση. «Έχετε έναν Τούρκο πάστορα στα χέρια σας. Εμείς έχουμε τον δικό σας πάστορα. Ας τους ανταλλάξουμε», θα πει ο Ερντογάν… ανοιχτά. Ο Μπράνσον τελικώς θα απελευθερωθεί τον Οκτώβριο του 2018, έπειτα από δύο χρόνια. Εν τω μεταξύ οι ΗΠΑ θα έχουν επιβάλει κυρώσεις για τη συγκεκριμένη υπόθεση στην Τουρκία αλλά και σε εν ενεργεία Τούρκους υπουργούς ειδικότερα (όπως ήταν οι Δικαιοσύνης Αμπντουλχαμίτ Γκιουλ και Εσωτερικών Σουλεϊμάν Σοϊλού), πράγμα που είχαν να κάνουν από τη δεκαετία του 1970. Η περίπτωσή του Μπράνσον, ωστόσο, είναι μόνο μία μεταξύ πολλών.

Ο επίσης Αμερικανός Σερκάν Γκιολγκέ θα περάσει σχεδόν τρία χρόνια στις τουρκικές φυλακές, από το 2016 έως και το 2019, κατηγορούμενος και εκείνος ως «τρομοκράτης». Ο λόγος για έναν άνθρωπο, πατέρα δύο παιδιών, που εργαζόταν ως επιστήμονας στη NASA στις ΗΠΑ, προτού συλληφθεί ως «τρομοκράτης» κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών του διακοπών στην Τουρκία.

Όσο για τον Μετίν Τοπούζ, τον Τούρκο εργαζόμενο στο προξενείο των ΗΠΑ στην Κωνσταντινούπολη που βρίσκεται προφυλακισμένος στην Τουρκία ήδη από το 2017, εκείνος καταδικάστηκε μόλις πριν από ολίγες ημέρες σε φυλάκιση 8 ετών και 9 μηνών. Και να σκεφτεί κανείς ότι οι Μπράνσον, Γκιολγκέ και Τοπούζ είναι μόνο κάποιοι από τους συνολικά δεκάδες Αμερικανούς, Τουρκο-Αμερικανούς και Τούρκους υπαλλήλους αμερικανικών αποστολών που έχουν συλληφθεί τα τελευταία χρόνια στην Τουρκία ως «τρομοκράτες».

Αλλά και ευρύτερα, εάν ανατρέξει κανείς στις εξελίξεις των τελευταίων επεισοδιακών ετών, θα δει τους Τούρκους:

  • Να κάνουν μπίζνες με τη Ρωσία, σε πείσμα των αμερικανικών αντιδράσεων (βλέπε αγορά ρωσικών S-400).
  • Να συμπρωταγωνιστούν σε δίκτυα που παραβιάζουν τις αμερικανικές κυρώσεις σε βάρος του Ιράν (βλέπε υποθέσεις Halkbank και Μεχμέτ Χακάν Ατίλα), υπονομεύοντας έτσι συνολικά την πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Τεχεράνη. «Το Ιράν και η Τουρκία συντονίζουν ολοένα και περισσότερο τις πολιτικές τους στη Μέση Ανατολή καθώς συνεργάζονται σε πολλά θέματα», γράφει ο Σεθ Φράντζμαν στην Jerusalem Post.
  • Να ξυλοκοπούν ειρηνικούς Αμερικανούς πολίτες έξω από την οικία του Τούρκου πρέσβη στην Ουάσιγκτον το 2017.
  • Να ενισχύουν τους δεσμούς τους με την Χαμάς.
  • Να αναβαθμίζουν τις προκλήσεις τους κατά των γειτόνων (Ελλάδας, Κύπρου) και να απειλούν να μετατρέψουν την Αγία Σοφία σε τέμενος, αψηφώντας τις επίσημες αμερικανικές ενστάσεις.
  • Να στηρίζουν τους τζιχαντιστές στη Συρία (την εποχή που η Δύση πολεμούσε ενάντια στους τζιχαντιστές).
  • Nα πολεμούν τους Κούρδους (την εποχή που η Δύση βασιζόταν στους Κούρδους για να ανακόψει την προέλαση των τζιχαντιστών).
  • Και να επιτίθενται κατά τρόπο δριμύ στα σχέδια της κυβέρνησης Τραμπ για τη Μέση Ανατολή, είτε πρόκειται για το ειρηνευτικό «όραμα» Peace to Prosperity, είτε για τη μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ.    

Σημαντική σημείωση: Το παρόν κείμενο δεν εξετάζει το περιεχόμενο των αμερικανικών επιλογών παρά μόνο το γεγονός ότι η τουρκική ηγεσία έχει κατ’ επανάληψη βρεθεί απέναντι από τις ΗΠΑ σε σειρά ανοιχτών μετώπων.

Κι όμως, έπειτα από όλα αυτά, υπάρχουν ακόμη κύκλοι στις ΗΠΑ που επιμένουν να παρουσιάζουν την Τουρκία ως «πολύτιμη», όπως προκύπτει άλλωστε και μέσα από το πλούσιο σε αποκαλύψεις βιβλίο του πρώην Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου, Τζον Μπόλτον, που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τον τίτλο «The Room Where It Happened». Το ότι οι αποκαλύψεις του Μπόλτον έχουν ενοχλήσει την τουρκική πλευρά είναι σαφές. Για του λόγου το αληθές, αρκεί μια ματιά στα όχι ένα, ούτε δύο αλλά… οχτώ tweets μέσα από τα οποία ο διευθυντής Επικοινωνίας του Ερντογάν, Φαχρετίν Αλτούν, επιχείρησε στις 24 Ιουνίου να αποδομήσει το βιβλίο του Μπόλτον ως «παραπλανητικό και μονόπλευρο».

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου να κάνει όλα τα χατίρια του Ερντογάν: γλιτώνοντας την Τουρκία από τις επαπειλούμενες αμερικανικές κυρώσεις (για την αγορά των ρωσικών S-400) και παρεμβαίνοντας στο έργο της αμερικανικής δικαιοσύνης υπέρ της τουρκικής τράπεζας Halkbank που διώκεται στις ΗΠΑ επειδή παραβίασε τις αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν. Άλλοι Αμερικανοί αξιωματούχοι, όπως ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία, Τζέιμς Τζέφρι, εμφανίζονται επίσης να προωθούν τις τουρκικές θέσεις στην Ουάσιγκτον, διακινώντας για παράδειγμα χάρτες με τη βορειοανατολική Συρία «κομμένη και ραμμένη» στα μέτρα των τουρκικών δυνάμεων κατοχής.

Ποιοι είναι, όμως, οι μεγαλύτεροι φίλοι της Τουρκίας σήμερα στην Ουάσιγκτον;   

Γκλεν Χάουαρντ: Ο πρόεδρος του αμερικανικού ερευνητικού κέντρου Jamestown Foundation έχει υποστηρίξει, μεταξύ άλλων, ότι «η επιμονή της Τουρκίας να αποκτήσει ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή». Στις 19 Ιουνίου ο ίδιος εμφανίστηκε στοv κρατικό τουρκικό τηλεοπτικό σταθμό TRT World υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία  «κάνει το σωστό» στο μέτωπο της Λιβύης την οποία και «βοηθά» («Turkey is doing the right thing and helping Libya»). Σημειωτέον ότι ο Γκλεν Χάουαρντ, ο οποίος έχει πάρει μέρος και σε εκδηλώσεις της τουρκικής ΜΚΟ Turkish Heritage Organization προωθώντας την αμερικανοτουρκική φιλία, είχε εργαστεί παλαιότερα και στο πλευρό του ακαδημαϊκού και πάλαι ποτέ Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι. Για την ιστορία, ήταν ο Μπρεζίνσκι που πίσω στα τέλη της δεκαετίας του 1990, μέσα από το βιβλίο του με τον τίτλο «Η Μεγάλη Σκακιέρα», είχε εξάρει τον ρόλο της Τουρκίας όχι μόνο ως «γεωστρατηγικού παίκτη» αλλά και ως «γεωπολιτικού άξονα».

Τζέιμς Τζέφρι: Άλλοτε πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία (την περίοδο 2008-2010) και νυν (από το 2018) ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία, ο 74χρονος Τζέιμς Τζέφρι φέρεται να ξεχωρίζει ως ένας από τους μεγαλύτερους φίλους της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον. Κι όχι μόνο της Τουρκίας γενικώς αλλά και ειδικώς του κυβερνώντος ισλαμοσυντηρητικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.  

Ρίτσαρντ Ούτζεν: Ανώτερο στέλεχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με μακρά θητεία στη Μέση Ανατολή (είχε περάσει και από το Γραφείο Αμυντικής Συνεργασίας των ΗΠΑ στην Άγκυρα ODC-T,) ο Ρίτσαρντ Ούτζεν εμφανίζεται να είναι φίλα προσκείμενος στο καθεστώς Ερντογάν. Λέγεται, μάλιστα, πως πίσω στην Τουρκία εκείνος είναι γνωστός και με το παρατσούκλι «μπατζανάκης» ή «Αμερικανός μπατζανάκης» καθώς τυγχάνει παντρεμένος με Τουρκάλα ο πατέρας της οποίας μάλιστα προέρχεται από τα σώματα ασφαλείας.    

Λίντσεϊ Γκράχαμ: Ο 65χρονος Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής από τη Νότια Καρολίνα πήρε μέρος στις 24 Ιουνίου σε webinar διοργανωθέν από το τουρκικό λόμπι Turkey-U.S. Business Council – TAİK, με τον τίτλο «Ώρα για τους συμμάχους να είναι σύμμαχοι: Η τουρκοαμερικανική παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα», προβάλλοντας την ιδέα ότι η Τουρκία θα μπορούσε να αντικαταστήσει την Κίνα ως εμπορική και εφοδιαστική επιλογή για τις ΗΠΑ στη μετά-την-πανδημία-του-κορονοϊού εποχή, ή τουλάχιστον να περιορίσει την εξάρτηση των ΗΠΑ από το Πεκίνο. Λέγεται πως το Turkey-U.S. Business Council είχε προσεγγίσει τον Γκράχαμ και στο πρόσφατο παρελθόν, μέσω της εταιρείας Mercury Public Affairs, με την ιδέα η Τουρκία να αρχίσει να λειτουργεί ως «πύλη» για την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων στην Αφρική. Σημειωτέον ότι από τη Mercury, μια εταιρεία παροχής υπηρεσιών lobbying που είχε βρεθεί στο μισθολόγιο της τουρκικής κυβέρνησης, έχει περάσει ως λομπίστας και ο πάλαι ποτέ συνεργάτης του Ντόναλντ Τραμπ, Μπράιαν Λάνζα. Όσο για τον Λίντσεϊ Γκράχαμ, εκείνος προ μηνών χαρακτήριζε την Τουρκία «πολύ σημαντική σύμμαχο» ενώ παράλληλα προωθούσε και μια σειρά από τουρκικά αιτήματα όπως είναι για παράδειγμα η επανεισδοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα συμπαραγωγής των F-35 και η αποφυγή επιβολής επιπλέον αμερικανικών κυρώσεων για τους S-400.  

Ντέιβιντ Βίτερ: Πρώην βουλευτής και γερουσιαστής με το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων, ο 59χρονος Ντέιβιντ Βίτερ από τη Λουιζιάνα ήταν ο συντονιστής στο webinar που διοργάνωσε το Turkey-U.S. Business Council – TAİK στις 24 Ιουνίου για την ενίσχυση των αμερικανοτουρκικών δεσμών με ομιλητή τον Λίντσεϊ Γκράχαμ. Μέσα από ένα παρόμοιου τύπου webinar του Turkish Heritage Organization τον περασμένο Μάιο, υπενθυμίζεται πως ο απόστρατος Αμερικανός ναύαρχος Τζέιμς Σταυρίδης είχε και εκείνος πλέξει το εγκώμιο της Τουρκίας. Το όνομα του Βίτερ έχει όμως συνδεθεί και με την προσπάθεια μιας αμερικανικής εταιρείας, της Louisiana Natural Gas Exports Inc., να κάνει μπίζνες με την τουρκική κυβέρνηση στον χώρο του υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Μάθιου Μπράιζα: Ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στο Αζερμπαϊτζάν και άλλοτε (όπως φημολογείται) προστατευόμενος της πρώην υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Κοντολίζα Ράις, είχε προκαλέσει αίσθηση τον Αύγουστο του 2018, όταν είχε υποστηρίξει, τότε μέσα από τις σελίδες της Washington Post, ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να χάσουν την Τουρκία». Τακτικός ομιλητής στις τηλεοπτικές εκπομπές τόσο του TRT World όσο και του Turkish Heritage Organization, ο Μάθιου Μπράιζα έχει όμως βρεθεί παράλληλα και στα διοικητικά συμβούλια τουρκικών εταιρειών όπως είναι για παράδειγμα η Turcas Petrol και η Lamor Turkey. Ο ίδιος έχει περάσει επίσης τόσο από το Jamestown Foundation του Γκλεν Χάουαρντ αλλά και τη γνωστή αμερικανική δεξαμενή σκέψης του Atlantic Council. 

…και ο «ύποπτος» ρόλος του Atlantic Council

Φρέντερικ Κεμπ: Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Atlantic Council, ο Φρεντ Κεμπ έχει εμφανιστεί κατά καιρούς να προωθεί την Τουρκία ως χώρα «πολύτιμη» για τις ΗΠΑ. Η τουρκική έκδοση του βιβλίου του με τον τίτλο «Berlin 1961» κυκλοφόρησε στη γείτονα με τη συνδρομή τουρκικών εταιρειών όπως είναι η Doğan Egmont και η Çalık Holding (διευθύνων σύμβουλος της οποίας είχε διατελέσει άλλοτε και ο γαμπρός του Ερντογάν και νυν υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας, Μπεράτ Αλμπαϊράκ). Η Çalık Holding ξεχωρίζει, όμως, και ως ένας από τους πολλούς εκ Τουρκίας ορμώμενους σπόνσορες του Atlantic Council. Μεταξύ αυτών βρίσκει κανείς και άλλες τουρκικές εταιρείες: για παράδειγμα την κρατική Τουρκική Εταιρεία Πετρελαίου (TPAO) που δρα ωσάν σύγχρονος πειρατής στην Ανατολική Μεσόγειο, την Halkbank κ.ά. Μόνο τους τελευταίους δυόμιση μήνες, το Atlantic Council έχει διοργανώσει online εκδηλώσεις με κεντρικούς ομιλητές τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου (στις 14 Απριλίου), τον Τούρκο προεδρικό εκπρόσωπο Ιμπραχίμ Καλίν (στις 30 Απριλίου), και τον Τούρκο αντιπρόεδρο Φουάτ Οκτάι (στις 29 Μαΐου). 

Εντύπωση προκαλεί ωστόσο και η… ζέση με την οποία το Atlantic Council έχει – μέσα από ένα μπαράζ δημοσιευμάτων – ασκήσει κριτική στην Αίγυπτο του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι για όσα λαμβάνουν χώρα στη Λιβύη (δημοσιεύματα 1, 2, 3), αφήνοντας παράλληλα στο απυρόβλητο τις επεκτατικές κινήσεις της Τουρκίας. 

Η Τουρκία έχει, όμως, και άλλους «φίλους» σήμερα στην Ουάσιγκτον, φίλους υψηλά ιστάμενους, όπως έχει άλλωστε σημειώσει ο γράφων και σε παλαιότερα άρθρα του για το Εθνος, τον Νοέμβριο («Τραμπ – Ερντογάν: Τα μυστικά ραντεβού και οι τέσσερις άνθρωποι που τους ενώνουν») και τον Οκτώβριο του 2019 («Αυτοί είναι οι σημαντικότεροι φίλοι της Τουρκίας σήμερα στην Ουάσιγκτον»).

Μεταξύ αυτών, ξεχωρίζουν ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ (που έχει δηλώσει άλλωστε «μεγάλος οπαδός» του Ερντογάν) και ο γαμπρός του, Τζάρεντ Κούσνερ (που διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τον γαμπρό του Ερντογάν, Μπεράτ Αλμπαϊράκ), ο πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Τραμπ, Μάικλ Φλιν (που παρουσίαζε το καθεστώς Ερντογάν ως «πηγή σταθερότητας» λειτουργώντας ο ίδιος ως έμμισθος υπάλληλος του τουρκικού λόμπι), ο λομπίστας Μπράιαν Μπάλαρντ, ο προσωπικός δικηγόρος του Τραμπ Ρούντι Τζουλιάνι κ.ά.

«Ο πρόεδρος Τραμπ μας έχει ακούσει πολύ περισσότερο από κάποιες από τις προηγούμενες (σ.σ. αμερικανικές) κυβερνήσεις», θα σημείωνε από την πλευρά του ο διευθυντής Επικοινωνίας του Ερντογάν, Φαχρετίν Αλτούν, στις 24 Ιουνίου…

Πηγή: Έθνος

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO33 λεπτά πριν

Η νύφη της Αλάσκας

Τέτοιο πικρό γεωπολιτικό γέλιο δεν θα έχει ξαναϋπάρξει.

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Σε νέα εποχή η παγκόσμια ναυτιλία! Κίνδυνοι για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων – Μπροστά σε κρίσιμη πρόκληση η Ελλάδα

Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Και πάλι μόνοι: Το παγκόσμιο κράτος και η αυταπάτη της αιώνιας ειρήνης

Ποιος ερμηνεύει τις οικουμενικές αρχές και ποιος διαθέτει την ισχύ να τις επιβάλει; Μέσα από την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη,...

Αναλύσεις4 ώρες πριν

Κατασκοπευτικό θρίλερ στην Ινδία: Συνέλαβαν γυναίκα για διαρροή στρατιωτικών μυστικών στην πακιστανική ISI – Εμπλέκονται δύο στρατιωτικοί στα σύνορα με την Κίνα

Σοβαρή υπόθεση κατασκοπείας ερευνούν οι ινδικές αρχές στην πολιτεία Παντζάμπ. Μία γυναίκα συνελήφθη ως ύποπτη για τη διαβίβαση απόρρητων στρατιωτικών...

Αθλητικά11 ώρες πριν

Εθνικιστική πρόκληση στα Σκόπια με φόντο τον Ηρακλή! Αλυτρωτικός χάρτης και επίσημη διαμαρτυρία της Ελλάδας

Διπλωματικές διαστάσεις προσλαμβάνει η υπόθεση του πανό που ανάρτησαν οπαδοί της ΜΖΤ Σκοπίων κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης με τον...

Δημοφιλή