Αναλύσεις
Η μηχανή προπαγάνδας της ΕΕ: Πώς η ΕΕ χρηματοδοτεί ΜΚΟ για να προωθήσει τις «ευρωπαϊκές αξίες»
Εκθεση καταγγέλλει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατανέμει κονδύλια σε ΜΚΟ που ευθυγραμμίζονται με τις αξίες και τους στόχους της
Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης
Μπορεί οι περισσότεροι τις τελευταίες ημέρες να συζητούν και να έχουν εστιάσει στις γενναίες χρηματοδοτήσεις της Υπηρεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Διεθνή Ανάπτυξη (USAID) ανά τον κόσμο για την άσκηση επιρροής σε μείζονος σημασίας πολιτικές αποφάσεις (π.χ. μεταναστευτικό, πόλεμος στην Ουκρανία, κ.λπ.), αλλά παρεμφερείς καταστάσεις με μεγάλου ύψους χρηματοδοτήσεις συμβαίνουν με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο και εντός ΕΕ και μάλιστα από την ίδια την ΕΕ.
Το MCC Brussels δημοσίευσε πριν από λίγες ημέρες μία Έκθεση που διερευνά την αυξανόμενη χρήση των οικονομικών εξουσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την προώθηση της πολιτικής και ιδεολογικά φορτισμένης ατζέντας της υπό το πρόσχημα της προώθησης των «αξιών της ΕΕ». Η Έκθεση αποκαλύπτει τους τρόπους με τους οποίους η ΕΕ αξιοποιεί κάποια προγράμματα για τη χρηματοδότηση διαφόρων ΜΚΟ και δεξαμενών σκέψης (think tanks), πολλές από τις οποίες ευθυγραμμίζονται ρητά με το όραμα της Κομισιόν για μια βαθύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Αυτή η «προπαγάνδα μέσω αντιπροσώπων» είναι κατά τους συντάκτες της Έκθεσης εκ θεμελίων αντιδημοκρατική. Στην πραγματικότητα, πολλοί πολίτες της ΕΕ που αντιτίθενται στη λογική της «περισσότερης Ευρώπης» ως απάντηση σε κάθε πρόβλημα, χρηματοδοτούν εν αγνοία τους την προώθηση του φεντεραλισμού στην ΕΕ. Οι πιο συντηρητικοί ψηφοφόροι και χώρες, ιδίως στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, βρίσκονται αντιμέτωποι με την χρηματοδοτούμενη από την ΕΕ προώθηση «φιλελεύθερων-προοδευτικών» αξιών που δεν ασπάζονται οι ίδιοι. Οι εκλεγμένες από τους λαούς εθνικές κυβερνήσεις δέχονται επιθέσεις από ομάδες που χρηματοδοτούνται από τις Βρυξέλλες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα τελευταία χρόνια έχει διοχετεύσει αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ για τη χρηματοδότηση ΜΚΟ και διαφόρων δεξαμενών σκέψης που χρησίμευσαν ως δίαυλοι για την προώθηση της πολιτικής της ατζέντας. Αυτό αποκαλύπτεται από την πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση του MCC Βρυξελλών με τίτλο «Η προπαγάνδα της Κομισιόν μέσω αντιπροσώπων» (“The Commission’s Propaganda by Proxy”), η οποία αναδεικνύει κάποια προγράμματα όπως ένα με όνομα «Πολίτες, Ισότητα, Δικαιώματα και Αξίες» (”Citizens, Equality, Rights and Values”), το οποίο στοχεύει στην εδραίωση και εμπέδωση των αφηγημάτων υπέρ της ΕΕ, ενώ περιθωριοποιεί και στηλιτεύει τις επικριτικές φωνές.
Η Έκθεση καταγγέλλει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατανέμει κονδύλια σε ΜΚΟ που ευθυγραμμίζονται με τις αξίες και τους στόχους της. «Η Κομισιόν χρηματοδοτεί οργανώσεις που εξαρτώνται οικονομικά από τις επιχορηγήσεις της και που λειτουργούν ως εκφραστές της ατζέντας της», αναφέρεται στην Έκθεση, ενώ υπογραμμίζεται μια σαφή διαστρέβλωση του παραδοσιακού ρόλου της κοινωνίας των πολιτών. Κατά την Έκθεση η Κομισιόν, που αποτελεί την εκτελεστική εξουσία της ΕΕ, έχει εξελιχθεί τα τελευταία ιδίως χρόνια σε μια ιδεολογικά φορτισμένη οντότητα, απομακρυνόμενη από τον αρχικό της ρόλο της απλής πολιτικής διαχείρισης για τον οποίο δημιουργήθηκε.
Μεταξύ των αναφερόμενων στην Έκθεση παραδειγμάτων είναι η χρηματοδότηση της οργάνωσης των «Νέων Ευρωπαίων Φεντεραλιστών» (“Young European Federalists”), οι οποίοι έχουν λάβει περισσότερα από 1,2 εκατομμύρια ευρώ μεταξύ 2021 και 2025 για να κινητοποιήσουν τους νέους υπέρ της ομοσπονδιοποίησης της ΕΕ. Μια άλλη περίπτωση είναι το «Ευρωπαϊκό Κέντρο Πολιτικής» (“European Policy Centre”), μια δεξαμενή σκέψης που έχει λάβει σχεδόν 30 εκατομμύρια ευρώ την τελευταία δεκαετία και τάσσεται ανοιχτά υπέρ της εμβάθυνσης της υπερεθνικής ολοκλήρωσης.
Ένας από τους κύριους μηχανισμούς που χρησιμοποιεί η Επιτροπή είναι το πρόγραμμα «Πολίτες, Ισότητα, Δικαιώματα και Αξίες» (“Citizens, Equality, Rights and Values”), με προϋπολογισμό 1,5 δισ. ευρώ. Επισήμως, το ποσό αυτό προορίζεται για την «ενίσχυση της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων στην ΕΕ», αλλά στην πραγματικότητα χρηματοδοτεί μια σειρά από έργα με σαφείς προπαγανδιστικούς και με ιδεολογικό πρόσημο στόχους.
Μεταξύ των περιπτώσεων που αναφέρονται στην έκθεση είναι το έργο RevivEU, το οποίο διαχειρίζεται το Ινστιτούτο Ευρωπαϊκής Πολιτικής EUROPEUM και έχει ως στόχο την «καταπολέμηση των ευρωσκεπτικιστικών απόψεων που προωθούνται από αυταρχικές ελίτ» στις χώρες του Visegrád (Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχική Δημοκρατία και Σλοβακία). Το έργο αυτό έλαβε 645.000 ευρώ μεταξύ 2023 και 2024.
Η Έκθεση υπογραμμίζει επίσης περιπτώσεις όπου τα κεφάλαια αυτά χρησιμοποιήθηκαν για να παρέμβουν στην εσωτερική πολιτική ορισμένων κρατών μελών. Σε χώρες που κυβερνώνται από ευρωσκεπτικιστικά κόμματα, όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία, η Κομισιόν χρηματοδότησε ΜΚΟ της αντιπολίτευσης εναντίον δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων.
Μία από τις πιο ανησυχητικές πτυχές της Έκθεσης είναι οι αποκαλύψεις για έλλειψη διαφάνειας στην κατανομή των κεφαλαίων αυτών. Σύμφωνα με το έγγραφο, «η εποπτεία των πόρων αυτών είναι ελάχιστη και η Επιτροπή τους χορηγεί χωρίς τη συμμετοχή των εθνικών αρχών». Στην πραγματικότητα, ένας έλεγχος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου το 2018 είχε ήδη προειδοποιήσει για την «έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τον τελικό προορισμό των δημόσιων κονδυλίων».
Η Έκθεση υπογραμμίζει την επείγουσα ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία στην κατανομή των κονδυλίων και για επανεξέταση των μηχανισμών χρηματοδότησης της ΕΕ, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα αποτελέσουν εργαλείο κρυφής προπαγάνδας. Όπως ορθά επισημαίνεται στην Έκθεση, οι Ευρωπαίοι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν πώς ξοδεύονται τα χρήματά τους και αν χρησιμοποιούνται πραγματικά για την υπεράσπιση της δημοκρατίας ή για την επιβολή μιας πολιτικής ατζέντας.
Αυτή η στρατηγική επιλεκτικής χρηματοδότησης εγείρει σοβαρές αμφιβολίες για την αμεροληψία και την ουδετερότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και για το αν προωθεί πραγματικά τις δημοκρατικές αξίες ή απλώς εδραιώνει τη δική της εξουσία εις βάρος της κυριαρχίας των κρατών μελών. Επιπλέον, θέτει υπό αμφισβήτηση τον ρόλο πολλών ΜΚΟ που έχουν γίνει εργαλεία μιας υπερεθνικής γραφειοκρατίας, αντί να λειτουργούν ως γνήσιοι εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών.
Η χρήση του προϋπολογισμού της ΕΕ για τη χρηματοδότηση ενός δικτύου οργανώσεων συγκεκριμένης ιδεολογικοπολιτικής κατεύθυνσης είναι μια πρακτική που υπονομεύει τον πλουραλισμό, τα δικαιώματα και τη δημοκρατία στην Ευρώπη. Αντί να προωθεί μια ανοιχτή και ποικιλόμορφη συζήτηση, η Επιτροπή προωθεί μια εντελώς μονομερή ατζέντα που χρηματοδοτείται από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους.
GEOPOLITICO
Έπρεπε να κυρώσει η Βεγγάζη το τουρκολιβυκό για να θυμηθεί ο Μητσοτάκης τη γεωγραφία; Η παρέμβαση στον ΟΗΕ και το προεκλογικό ακροατήριο της Δεξιάς
Έπρεπε να φτάσουμε στην επικύρωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της Ανατολικής Λιβύης για να δούμε τον Κυριάκο Μητσοτάκη να σηκώνει χάρτες και να καταγγέλλει την τουρκική αυθαιρεσία από το βήμα του ΟΗΕ; Η παρέμβαση του πρωθυπουργού, αν και ορθή ως προς το περιεχόμενό της, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Άγκυρα πέτυχε μια σημαντική διπλωματική ανατροπή στη Βεγγάζη. Και ενώ η κυβέρνηση καλείται να εξηγήσει πώς χάθηκε ένα σημαντικό πολιτικό έρεισμα στη Λιβύη, γεννάται το ερώτημα εάν η επικοινωνιακή επίδειξη αποφασιστικότητας αποσκοπεί και στην επανασυσπείρωση των δυσαρεστημένων δεξιών ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας, ενόψει των εκλογών.
Η παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με χάρτες και αυστηρή γλώσσα για το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, ήταν αναγκαία. Ήταν όμως και αρκετή; Η Αθήνα γνώριζε από το 2019 τις τουρκικές επιδιώξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η επικύρωση του μνημονίου από τη Βουλή της Ανατολικής Λιβύης συνιστά σοβαρή ανατροπή των προηγούμενων πολιτικών συσχετισμών. Η ξαφνική επικοινωνιακή αντεπίθεση του πρωθυπουργού γεννά ερωτήματα για τους χειρισμούς που προηγήθηκαν, αλλά και για την επιχείρηση επανασυσπείρωσης του συντηρητικού εκλογικού ακροατηρίου της Νέας Δημοκρατίας.
Μια σωστή ομιλία που δεν μπορεί να σβήσει επτά χρόνια πολιτικής
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίστηκε στις 29 Οκτωβρίου 2026 στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών αποφασισμένος να αποδομήσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κρατώντας χάρτη, εξήγησε στους εκπροσώπους της διεθνούς κοινότητας αυτό που η ελληνική διπλωματία υποστηρίζει από τον Νοέμβριο του 2019: ότι η Τουρκία και η Λιβύη επιχειρούν να χαράξουν μια αυθαίρετη θαλάσσια οριοθέτηση, αγνοώντας την ύπαρξη ελληνικών νησιών.
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε το μνημόνιο παράνομο, αυθαίρετο και αντίθετο προς τη γεωγραφική πραγματικότητα. Υπενθύμισε ότι η Κρήτη, η Ρόδος, η Κάρπαθος και η Κάσος δεν μπορούν να εξαφανιστούν από τον χάρτη προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι γεωπολιτικές επιδιώξεις της Άγκυρας.
Επισήμανε επίσης ότι η πρόσφατη επικύρωση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή δεν μπορεί να μετατρέψει μια παράνομη συμφωνία σε νόμιμη.
Όλα αυτά είναι ορθά ως ελληνικές διπλωματικές θέσεις. Και καλώς ακούστηκαν από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας, κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι εάν ο Μητσοτάκης είπε τα σωστά πράγματα. Είναι γιατί η ελληνική κυβέρνηση έφτασε στο σημείο να χρειάζεται μια τόσο έντονη δημόσια παρέμβαση, αφού προηγουμένως η Τουρκία πέτυχε μια σημαντική πολιτική μεταβολή στη Λιβύη.
Η γεωγραφία δεν άλλαξε στις 20 Οκτωβρίου 2026. Ούτε τα ελληνικά νησιά απέκτησαν ξαφνικά δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.
Η τουρκική στρατηγική ήταν γνωστή εδώ και επτά χρόνια.
Η ομιλία και οι αναφορές του πρωθυπουργού επιβεβαιώνονται από το πλήρες κείμενο που δημοσίευσε το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών.
Η Βεγγάζη άλλαξε στρατόπεδο – Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια
Στις 20 Οκτωβρίου 2026, η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, η οποία εδρεύει στην ανατολική πλευρά της χώρας και συνδέεται πολιτικά με τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, ενέκρινε το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.
Η απόφαση είχε ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η ίδια πλευρά είχε απορρίψει προηγουμένως τη συμφωνία.
Επί χρόνια, η ελληνική διπλωματία αντιμετώπιζε την Ανατολική Λιβύη ως σημαντικό συνομιλητή και ως αντίβαρο στην επιρροή της Τουρκίας επί της κυβέρνησης της Τρίπολης.
Η αλλαγή στάσης της Βεγγάζης δεν αποτελεί απλώς μια νέα κοινοβουλευτική πράξη. Σηματοδοτεί τη διεύρυνση της πολιτικής αποδοχής του τουρκολιβυκού μνημονίου στο εσωτερικό της Λιβύης.
Αυτό δεν συνεπάγεται τη νομιμοποίησή του έναντι της Ελλάδας ή την κατάργηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Σημαίνει, όμως, ότι η Άγκυρα έχει αποκτήσει ένα πρόσθετο διπλωματικό και πολιτικό επιχείρημα.
Η εξέλιξη επιβεβαιώθηκε από τα διεθνή πρακτορεία Reuters και Associated Press.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της κριτικής προς την κυβέρνηση.
Πώς φτάσαμε από μια Ανατολική Λιβύη που απέρριπτε το τουρκολιβυκό μνημόνιο σε μια Βουλή που τελικά το επικύρωσε;
Ποια ήταν η ελληνική στρατηγική απέναντι στον Χαφτάρ;
Πώς αξιολογήθηκε η σταδιακή τουρκική προσέγγιση προς τη Βεγγάζη;
Υπήρξαν έγκαιρες προειδοποιήσεις και, εφόσον υπήρξαν, ποιες πρωτοβουλίες αναλήφθηκαν για να αποτραπεί η συγκεκριμένη εξέλιξη;
Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει.
Δεν αρκεί να υποστηρίζει ότι το μνημόνιο παραμένει νομικά άκυρο. Αυτό το γνωρίζαμε και πριν από την ψηφοφορία.
Το κρίσιμο είναι ότι η Τουρκία κατάφερε να μεταβάλει έναν πολιτικό συσχετισμό που μέχρι πρότινος λειτουργούσε υπέρ των ελληνικών θέσεων.
Διπλωματική αντεπίθεση ή επικοινωνιακή διαχείριση της ήττας;
Μετά την απόφαση της λιβυκής Βουλής, η Αθήνα κινητοποιήθηκε διπλωματικά.
Στις 20 Οκτωβρίου το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών απέρριψε την επικύρωση. Ακολούθησε ενημέρωση του Συμβουλίου Ασφαλείας και, στις 26 Οκτωβρίου, κοινή τοποθέτηση Ελλάδας, Αιγύπτου, Κύπρου, Μπαχρέιν, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Ευρωπαϊκής Ένωσης εναντίον του μνημονίου.
Στις 29 Οκτωβρίου ήρθε η παρέμβαση Μητσοτάκη, με ιδιαίτερη έμφαση στη γεωγραφία, στα δικαιώματα των νησιών και στις συνέπειες των παράνομων θαλάσσιων διεκδικήσεων.
Η διπλωματική κινητοποίηση είναι υπαρκτή. Δεν θα ήταν δίκαιο να παρουσιαστεί ως ανύπαρκτη.
Υπάρχει, ωστόσο, μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην καταδίκη μιας ενέργειας και στην αποτροπή της.
Η ελληνική κυβέρνηση πέτυχε να συγκεντρώσει διεθνείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων. Δεν κατάφερε, όμως, να αποτρέψει την κοινοβουλευτική απόφαση στη Βεγγάζη.
Αυτό είναι το πραγματικό αποτέλεσμα που πρέπει να αξιολογηθεί.
Η διπλωματία δεν κρίνεται από την ένταση των δηλώσεων μετά την εκδήλωση μιας κρίσης, αλλά και από την ικανότητά της να προβλέπει και να αποτρέπει δυσμενείς εξελίξεις.
Δεν μπορεί κάθε τουρκικό τετελεσμένο να ακολουθείται από έναν νέο κύκλο διαβεβαιώσεων ότι η Ελλάδα έχει το διεθνές δίκαιο με το μέρος της.
Το διεθνές δίκαιο αποτελεί θεμελιώδες στήριγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Δεν υποκαθιστά, όμως, την ανάγκη αποτελεσματικής στρατηγικής.
Ο προεκλογικός παράγοντας και η αγωνία για τους δεξιούς ψηφοφόρους
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση, αμιγώς εσωτερική.
Η παρέμβαση Μητσοτάκη στον ΟΗΕ πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση δέχεται έντονη κριτική για τους χειρισμούς της στα ελληνοτουρκικά.
Οι παρεμβάσεις του Κώστα Καραμανλή και του Αντώνη Σαμαρά έχουν ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, καθώς προέρχονται από δύο πρώην πρωθυπουργούς της Νέας Δημοκρατίας που απευθύνονται σε μεγάλο τμήμα της παραδοσιακής κεντροδεξιάς και συντηρητικής παράταξης.
Η κριτική τους δεν μπορεί εύκολα να απορριφθεί ως συνηθισμένη αντιπολιτευτική ρητορική.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί την ανησυχία ψηφοφόρων που θεωρούν ότι η πολιτική των ήρεμων νερών στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η εικόνα του πρωθυπουργού να σηκώνει χάρτη στον ΟΗΕ, να καταγγέλλει την Άγκυρα και να υπερασπίζεται τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών αποκτά αναμφισβήτητη επικοινωνιακή αξία.
Προσφέρει στο Μέγαρο Μαξίμου τη δυνατότητα να προβάλλει έναν διαφορετικό Μητσοτάκη: πιο αυστηρό απέναντι στην Τουρκία και περισσότερο προσανατολισμένο στην υπεράσπιση των εθνικών θέσεων.
Αυτό μπορεί να λειτουργήσει συσπειρωτικά για ένα τμήμα των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας που έχει αποστασιοποιηθεί από την κυβερνητική πολιτική.
Ανάλογη ερμηνεία για την εκλογική στόχευση της παρέμβασης καταγράφεται και στην πολιτική αρθρογραφία.
Εδώ χρειάζεται, πάντως, προσοχή.
Δεν υπάρχει δημόσια απόδειξη ότι ο πρωθυπουργός πραγματοποίησε την παρέμβαση αποκλειστικά ή πρωτίστως για προεκλογικούς σκοπούς.
Υπήρχε πραγματικός λόγος διεθνοποίησης του θέματος και η Ελλάδα είχε τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Είναι απολύτως θεμιτό, όμως, να εξετάζεται εάν η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει μια δυσμενή διπλωματική εξέλιξη σε εσωτερικό πολιτικό πλεονέκτημα.
Η εξωτερική πολιτική δεν λειτουργεί σε κενό πολιτικής εξουσίας. Οι ηγέτες γνωρίζουν ότι κάθε διεθνής παρέμβαση αξιολογείται και από το εγχώριο ακροατήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η συγκυρία ευνοεί μια τέτοια ανάγνωση.
Η Τουρκία απάντησε μέσα στο Συμβούλιο Ασφαλείας
Ένα ακόμη στοιχείο της συνεδρίασης που δεν πρέπει να παραγνωριστεί είναι η αντίδραση της τουρκικής πλευράς.
Ο εκπρόσωπος της Άγκυρας υπερασπίστηκε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, υποστηρίζοντας ότι βρίσκεται σε ισχύ από το 2019 και ότι η πρόσφατη απόφαση της λιβυκής Βουλής εκφράζει την υποστήριξη της λιβυκής πλευράς.
Ακολούθησε απάντηση από τη μόνιμη αντιπρόσωπο της Ελλάδας στον ΟΗΕ, πρέσβη Αγλαΐα Μπαλτά, η οποία επανέλαβε την κατηγορηματική απόρριψη της τουρκολιβυκής οριοθέτησης.
Η αντιπαράθεση ανέδειξε το βασικό πρόβλημα: οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διατυπώνουν ασύμβατες θέσεις, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργεί πρόσθετα πολιτικά δεδομένα που στηρίζουν τις διεκδικήσεις της.
Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε τη στρατηγική της επειδή ο Έλληνας πρωθυπουργός παρουσίασε έναν χάρτη.
Ούτε η απόφαση της λιβυκής Βουλής ανακλήθηκε μετά την ελληνική παρέμβαση.
Το γεγονός αυτό δεν ακυρώνει τη σημασία της ομιλίας. Καταδεικνύει, όμως, τα όριά της.
Από τους χάρτες στα καλώδια: Η δοκιμασία της ελληνικής στρατηγικής
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στην ανάγκη προστασίας των νόμιμων δραστηριοτήτων στη θάλασσα, καθώς και των στρατηγικών έργων διασυνδεσιμότητας.
Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Το ζήτημα του Great Sea Interconnector και οι τουρκικές παρεμβάσεις στην περιοχή της Κάσου έχουν ήδη αναδείξει τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει η υλοποίηση υποθαλάσσιων έργων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο θα κριθεί η αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής.
Θα μπορέσει η Ελλάδα να ασκήσει απρόσκοπτα τα δικαιώματά της και να υποστηρίξει την εκτέλεση νόμιμων ερευνών;
Θα προχωρήσουν τα ενεργειακά και υποθαλάσσια έργα χωρίς να μετατραπούν οι τουρκικές απαιτήσεις σε άτυπο μηχανισμό έγκρισης;
Θα αποκτήσει η ελληνική διπλωματία μια αποτελεσματικότερη πολιτική προσέγγισης της Λιβύης ή θα συνεχίσει να αντιδρά στις πρωτοβουλίες της Άγκυρας;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα έχουν μεγαλύτερη σημασία από οποιαδήποτε επικοινωνιακή επιτυχία στη Νέα Υόρκη.
Το πρόβλημα δεν είναι ο χάρτης – Είναι όσα συνέβησαν πριν εμφανιστεί
Η Ελλάδα ορθώς καταγγέλλει το τουρκολιβυκό μνημόνιο ως αντίθετο προς το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Ορθώς επιδιώκει τη διεθνοποίηση του ζητήματος.
Ορθώς υπενθυμίζει ότι η Κρήτη, η Ρόδος, η Κάρπαθος και η Κάσος διαθέτουν δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες.
Αλλά η συζήτηση δεν μπορεί να τελειώνει εκεί.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται στην εξουσία από το 2019, όταν υπογράφηκε το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Είχε συνεπώς τον χρόνο να διαμορφώσει μια συνεκτική στρατηγική απέναντι στην προσπάθεια της Τουρκίας να εδραιώσει τις αξιώσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συμφωνία με την Αίγυπτο το 2020 αποτέλεσε σημαντικό διπλωματικό βήμα. Αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται.
Δεν μπορεί, ωστόσο, να λειτουργεί ως μόνιμο άλλοθι για κάθε επόμενη δυσμενή εξέλιξη.
Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της Ανατολικής Λιβύης δεν εξαφάνισε ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Αποκάλυψε, όμως, ότι η Άγκυρα κατόρθωσε να διευρύνει την επιρροή της σε έναν χώρο στον οποίο η Αθήνα είχε επενδύσει σημαντικές διπλωματικές προσδοκίες.
Και αυτό απαιτεί πολιτικό απολογισμό.
Όσο για την προεκλογική διάσταση, η εικόνα του πρωθυπουργού να υπερασπίζεται με αποφασιστικότητα τις ελληνικές θέσεις στον ΟΗΕ ασφαλώς μπορεί να προσφέρει επικοινωνιακά οφέλη στην κυβερνητική παράταξη.
Το ζήτημα είναι εάν τα οφέλη αυτά θα συνοδευτούν από αποτελέσματα στην πραγματική διπλωματική και γεωπολιτική αντιπαράθεση.
Διότι η κυβέρνηση δεν εξελέγη για να μας εξηγεί, κάθε φορά που η Τουρκία καταγράφει ένα νέο διπλωματικό κέρδος, γιατί το διεθνές δίκαιο βρίσκεται με το μέρος μας. Εξελέγη για να υπερασπίζεται αποτελεσματικά τα εθνικά συμφέροντα.
Και η αποτελεσματικότητα αυτή δεν μετριέται με χειροκροτήματα, τηλεοπτικά πλάνα ή χάρτες από το βήμα των Ηνωμένων Εθνών.
Μετριέται με το εάν η Ελλάδα αποτρέπει δυσμενή τετελεσμένα, διατηρεί τους συμμάχους της και ασκεί στην πράξη τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Αυτή είναι η συζήτηση που πρέπει να γίνει. Πριν το επόμενο τουρκικό βήμα δημιουργήσει την ανάγκη για μια ακόμη θεαματική παρέμβαση.
GEOPOLITICO
Μάζης: Κίνδυνος υπονόμευσης της ελληνικής ΑΟΖ μέσω της «ενημέρωσης»
Τον κίνδυνο μια γραπτή ενημέρωση της Άγκυρας για την πόντιση του καλωδίου να αξιοποιηθεί ως αποδοχή των τουρκικών διεκδικήσεων ανέδειξε ο Ιωάννης Μάζης, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική». Ο καθηγητής αμφισβήτησε τους πανηγυρισμούς για τις διεθνείς αντιδράσεις στο τουρκολιβυκό μνημόνιο και έθεσε ερωτήματα για το σενάριο γαλλικής μεσολάβησης, επιμένοντας ότι οι κινήσεις των συμμάχων υπαγορεύονται από τα δικά τους συμφέροντα.
Στη διάκριση ανάμεσα στην ενημέρωση και στην έμμεση αναγνώριση δικαιώματος έγκρισης από την Τουρκία επικέντρωσε την παρέμβασή του ο Ιωάννης Μάζης. Κατά την εκτίμησή του, καθοριστική σημασία έχει το περιεχόμενο οποιουδήποτε εγγράφου ενδέχεται να ζητήσει η Άγκυρα, ιδιαίτερα εάν περιλαμβάνει διατυπώσεις για τη διαφύλαξη του τουρκικού «στάτους κβο» στην περιοχή.
«Ο καθένας κοίταξε τα συμφέροντά του»
Η συζήτηση ξεκίνησε από την κριτική της τουρκικής αντιπολίτευσης προς την κυβέρνηση Ερντογάν για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Ο Μάζης αντιμετώπισε τις σχετικές τοποθετήσεις ως μέρος της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης και ζήτησε ψύχραιμη αξιολόγηση των γεγονότων.
Σχολιάζοντας τις διεθνείς αντιδράσεις που έθεσαν υπόψη του οι παρουσιαστές, αναγνώρισε ότι κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Απέδωσε, ωστόσο, τη στάση των εμπλεκόμενων χωρών στην προάσπιση συγκεκριμένων συμφερόντων: «Ο καθένας κοίταξε τα συμφέροντά του».
Για την Αίγυπτο, υποστήριξε ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο προσφέρει στην Άγκυρα δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης στις σχέσεις Καΐρου–Λιβύης. Επικαλέστηκε τη ρήτρα ενημέρωσης και διαβούλευσης μεταξύ των δύο συμβαλλομένων πριν από την ολοκλήρωση συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ με τρίτο κράτος.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η Αίγυπτος αντιδρά επειδή διακυβεύονται και δικά της συμφέροντα. Πρόσθεσε ότι το Κάιρο είχε υποτιμήσει το ενδεχόμενο αποδοχής του μνημονίου από την ανατολική λιβυκή πλευρά, λόγω των σχέσεών του με τον Αγκίλα Σάλεχ και τον Χαλίφα Χάφταρ. Όπως παρατήρησε, σφάλματα εκτίμησης γίνονται και από άλλες χώρες, πέρα από την Ελλάδα.
Ισραήλ, Κόλπος και Μουσουλμανική Αδελφότητα
Ο καθηγητής συνέδεσε τη στάση του Ισραήλ με την αντίθεσή του στη Μουσουλμανική Αδελφότητα και με τον ρόλο που αποδίδει στην Τουρκία στην ενίσχυσή της.
Με ανάλογο σκεπτικό ερμήνευσε τις αντιδράσεις μοναρχιών του Κόλπου, αναφερόμενος στην καχυποψία απέναντι στην Άγκυρα και στη στήριξη που, όπως είπε, παρέχουν η Τουρκία και το Κατάρ στην Αδελφότητα.
Αναφέρθηκε επίσης στους Χούθι και στην ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας, αμφισβητώντας την πρακτική αξία της συνδρομής Τουρκίας και Πακιστάν. Το επιχείρημά του ήταν ότι η Αθήνα οφείλει να εξετάζει τα ιδιαίτερα κίνητρα κάθε περιφερειακού παράγοντα όταν αποτιμά τη διεθνή στήριξη.
Τα ερωτήματα για Μακρόν–Ερντογάν
Ο Μάζης συνέδεσε χρονικά την άφιξη πλοίου στο Ηράκλειο, στην οποία αναφέρθηκε, με τηλεφωνική επικοινωνία Μακρόν–Ερντογάν. Έθεσε το ερώτημα εάν οι επαφές σχετίζονται με το σενάριο γαλλικής μεσολάβησης για την ενημέρωση της Τουρκίας σχετικά με το καλώδιο.
Οι παρουσιαστές διευκρίνισαν ότι η ενδεχόμενη ενημέρωση μέσω της γαλλικής πρεσβείας αποτελούσε σενάριο, χωρίς επιβεβαίωση ότι θα υλοποιηθεί. Ο ίδιος θεώρησε τη χρονική συγκυρία ενδεικτική πιθανής σύνδεσης, χωρίς να παρουσιάσει στοιχεία για το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας.
Γιατί θεωρεί επικίνδυνο ένα γραπτό προς την Άγκυρα
Στο βασικό σημείο της παρέμβασής του, ο Μάζης υποστήριξε ότι η τουρκική απαίτηση για γραπτή ενημέρωση, συνδυασμένη με τη διαφύλαξη των τουρκικών αξιώσεων, υπερβαίνει μια τυπική διαδικασία πληροφόρησης.
Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα επιδιώκει να αποκτήσει έγγραφο που θα μπορεί να επικαλείται για την υποστήριξη των διεκδικήσεών της. Προειδοποίησε ότι ένα τέτοιο κείμενο θα μπορούσε να υπονομεύσει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή που ο ίδιος προσδιόρισε ως ήδη οριοθετημένη ελληνική ΑΟΖ.
Τόνισε ότι η κριτική του αποβλέπει στην υπεράσπιση των εθνικών δικαιωμάτων με βάση την επιστημονική του κρίση και δεν υπαγορεύεται από πρόθεση αντιπολίτευσης προς την κυβέρνηση.
Η αναφορά στην «Εστία» και τη Chevron
Κλείνοντας, επικαλέστηκε δημοσίευμα της «Εστίας» και του Μανώλη Κοττάκη για συμβατική πρόβλεψη σχετική με τη Chevron. Σύμφωνα με την περιγραφή του, η πρόβλεψη αφορά την αποφυγή επιβάρυνσης του ελληνικού Δημοσίου με ρήτρα σε ενδεχόμενη απώλεια του ανατολικού τμήματος παραχωρούμενης περιοχής.
Ο Μάζης ενέταξε την αναφορά αυτή στον ευρύτερο προβληματισμό του για τη διαχείριση των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων. Στο απόσπασμα δεν παρουσιάστηκε η σύμβαση ή το ακριβές άρθρο της· η συγκεκριμένη αναφορά αποδίδεται ως ισχυρισμός του και χρειάζεται αυτοτελή έλεγχο στο πρωτογενές κείμενο.
Πηγή: Το πλήρες αρχείο υποτίτλων της παρέμβασης στη «Ναυτεμπορική», διάρκειας 10:01.
Συντακτική διευκρίνιση: Η ρήτρα του τουρκολιβυκού μνημονίου για ενημέρωση και διαβούλευση βρίσκεται στο άρθρο IV, παράγραφος 3, ενώ στην παρέμβαση αναφέρεται ως παράγραφος 2. Η διάταξη δεν προβλέπει ρητά υποχρέωση λήψης άδειας ή συναίνεσης.
Αναλύσεις
Ο κατευνασμός φέρνει πόλεμο! Το μάθημα του 1938 για την Τουρκία
Ο Σταύρος Καλεντερίδης, με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, παρουσιάζει μια ιστορική και γεωπολιτική ανάλυση για την πολιτική του κατευνασμού και τις συνέπειές της στην ευρωπαϊκή ιστορία.
Η πολιτική του κατευνασμού απέναντι στη ναζιστική Γερμανία, η Συμφωνία του Μονάχου το 1938 και οι παραλληλισμοί με τη σημερινή στάση της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας βρέθηκαν στο επίκεντρο της νέας ανάλυσης του διδάκτορα Διεθνών Σχέσεων Σταύρου Καλεντερίδη. Με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, ο αναλυτής παρουσίασε τους παράγοντες που επέτρεψαν στον Χίτλερ να ενισχύσει τη γερμανική πολεμική μηχανή, ασκώντας παράλληλα δριμεία κριτική στη βρετανική και τη γαλλική πολιτική της εποχής, αλλά και στη στρατηγική που ακολουθεί η Αθήνα στα ελληνοτουρκικά.
Κεντρική θέση της παρέμβασής του είναι ότι η υποχωρητικότητα απέναντι σε αναθεωρητικές δυνάμεις δεν εξασφαλίζει κατ’ ανάγκην την ειρήνη, αλλά μπορεί να ενθαρρύνει νέες διεκδικήσεις. Ο ίδιος αντιπαραβάλλει τον κατευνασμό με την αξιόπιστη αποτροπή, υποστηρίζοντας ότι η στρατιωτική ισχύς δεν αρκεί χωρίς πολιτική αποφασιστικότητα για τη χρησιμοποίησή της.
Η Συμφωνία του Μονάχου και η εγκατάλειψη της Τσεχοσλοβακίας
Αφετηρία της ανάλυσης αποτέλεσε η Συμφωνία του Μονάχου, στις 30 Σεπτεμβρίου 1938, όταν ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν και ο Γάλλος πρωθυπουργός Εντουάρ Νταλαντιέ συναίνεσαν στην παραχώρηση της Σουδητίας στη ναζιστική Γερμανία, στο πλαίσιο συμφωνίας με τον Αδόλφο Χίτλερ και τον Μπενίτο Μουσολίνι.
Ο Καλεντερίδης χαρακτήρισε την εξέλιξη αυτή ιστορική αποτυχία της δυτικής διπλωματίας, επισημαίνοντας ότι η Τσεχοσλοβακία υποχρεώθηκε να παραχωρήσει εδάφη χωρίς να έχει ουσιαστικό λόγο στην απόφαση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη στάση της Γαλλίας, η οποία, παρά τις συμμαχικές της δεσμεύσεις έναντι της Πράγας, δεν προχώρησε σε στρατιωτική υποστήριξη.
Ο αναλυτής συνέδεσε το ιστορικό αυτό προηγούμενο με τη σημερινή ελληνογαλλική αμυντική συνεργασία. Υποστήριξε ότι οι διακρατικές συμφωνίες είναι χρήσιμες, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την εθνική αμυντική ικανότητα και την αυτόνομη λήψη αποφάσεων.
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας επέτρεψε στη Γερμανία να αποκτήσει πρόσβαση σε σημαντικές βιομηχανικές εγκαταστάσεις, μεταξύ των οποίων τα εργοστάσια Škoda, ενισχύοντας την πολεμική της παραγωγή.
Κατά την ερμηνεία του, αυτό αποδεικνύει πως μια εδαφική παραχώρηση ενδέχεται όχι μόνο να μη σταματήσει έναν επεκτατικό αντίπαλο, αλλά να αυξήσει και τις δυνατότητές του.
Οι παράγοντες που οδήγησαν στον κατευνασμό του Χίτλερ
Αντλώντας στοιχεία από το βιβλίο του «Η ώρα των λύκων: Ο κατευνασμός των Κεμάλ, Χίτλερ και Μουσολίνι», ο Καλεντερίδης ανέλυσε μια σειρά από πολιτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς παράγοντες που, κατά την εκτίμησή του, διαμόρφωσαν τη στάση των δυτικών κυβερνήσεων.
Ξεχώρισε την τραυματική εμπειρία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τον φόβο μιας νέας γενικευμένης σύρραξης. Οι τεράστιες ανθρώπινες απώλειες είχαν δημιουργήσει ισχυρή κοινωνική πίεση για την αποφυγή νέου πολέμου.
Στάθηκε επίσης στον ρόλο των οικονομικών συμφερόντων. Υποστήριξε ότι τμήματα των βρετανικών οικονομικών ελίτ αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη τον επανεξοπλισμό, όχι μόνο λόγω του κόστους, αλλά και εξαιτίας της ενίσχυσης που θα μπορούσε να επιφέρει στην εργατική τάξη και στα συνδικάτα.
Στην ίδια λογική ενέταξε τις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ Βρετανίας και Γερμανίας, παρουσιάζοντάς τες ως μία ακόμη διάσταση της προσπάθειας συνεννόησης με το ναζιστικό καθεστώς.
Επιπλέον, αναφέρθηκε στην αδυναμία των Βρετανών και των Γάλλων ηγετών να εκτιμήσουν σωστά τους στόχους του Χίτλερ. Όπως εξήγησε, η πεποίθηση ότι οι γερμανικές διεκδικήσεις ήταν περιορισμένες αποδείχθηκε λανθασμένη.
Κατά τον ίδιο, οι δυτικές ηγεσίες υποτίμησαν τον ιδεολογικό χαρακτήρα του ναζιστικού επεκτατισμού και αντιμετώπισαν ορισμένες διακηρύξεις του καθεστώτος ως διαπραγματευτικές υπερβολές.
Η Βρετανία, οι Βερσαλλίες και ο γερμανικός επανεξοπλισμός
Μεγάλο μέρος της ανάλυσης αφιερώθηκε στη βρετανική στάση απέναντι στους περιορισμούς που είχε επιβάλει στη Γερμανία η Συνθήκη των Βερσαλλιών.
Ο Καλεντερίδης αναφέρθηκε στην Αγγλογερμανική Ναυτική Συμφωνία της 18ης Ιουνίου 1935, υπογραμμίζοντας ότι επέτρεψε στη Γερμανία να αναπτύξει τις ναυτικές της δυνάμεις παρά το προηγούμενο καθεστώς περιορισμών.
Υποστήριξε ότι η βρετανική πολιτική συνέβαλε στην ενίσχυση ενός μελλοντικού αντιπάλου, ο οποίος στη συνέχεια χρησιμοποίησε τα υποβρύχιά του για να πλήξει τις συμμαχικές θαλάσσιες μεταφορές στον Ατλαντικό.
Εξίσου σημαντική, σύμφωνα με την ανάλυση, ήταν η υπερέκταση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Το Λονδίνο είχε να διαχειριστεί ταυτόχρονα τα συμφέροντά του στην Ευρώπη και σε άλλες περιοχές του κόσμου, αντιμετωπίζοντας την προοπτική σύγκρουσης με τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία.
Στον αντίποδα, η Γαλλία χαρακτηρίστηκε από τον Καλεντερίδη ως κράτος με αμυντικό στρατηγικό προσανατολισμό, εσωτερική πολιτική αστάθεια και υπερβολική εξάρτηση από τις βρετανικές πρωτοβουλίες.
Ο φόβος της Luftwaffe και οι αποτυχίες των πληροφοριών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά του στον ρόλο των υπηρεσιών πληροφοριών και στην υπερεκτίμηση της γερμανικής αεροπορικής ισχύος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, οι συμμαχικές υπηρεσίες εκτιμούσαν ότι η Γερμανία διέθετε 1.963 ετοιμοπόλεμα μαχητικά αεροσκάφη, ενώ ο πραγματικός αριθμός, όπως υποστήριξε, ήταν 1.194.
Ο αναλυτής απέδωσε αυτή τη διαφορά στη γερμανική παραπλάνηση και στις αδυναμίες συλλογής και αξιολόγησης πληροφοριών.
Συνέδεσε το παράδειγμα με τη σημασία που έχουν σήμερα οι αξιόπιστες υπηρεσίες πληροφοριών, τονίζοντας ότι μια λανθασμένη εκτίμηση των δυνατοτήτων του αντιπάλου μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες στρατηγικές αποφάσεις.
Στους επιπλέον παράγοντες ενέταξε τον αμερικανικό απομονωτισμό, τη δυσπιστία απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και τον αντικομμουνισμό σημαντικού τμήματος των δυτικών πολιτικών και οικονομικών ελίτ.
Από το Μόναχο του 1938 στο Αιγαίο και την Κύπρο
Το ιστορικό σκέλος αποτέλεσε τη βάση για την κριτική του Καλεντερίδη απέναντι στη μεταπολιτευτική ελληνική εξωτερική πολιτική.
Ο αναλυτής υποστήριξε ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν υιοθετήσει μια λογική αποφυγής της αντιπαράθεσης με την Τουρκία, θεωρώντας ότι η αποκλιμάκωση και η διατήρηση χαμηλών τόνων μπορούν να περιορίσουν την ένταση.
Ωστόσο, κατά την εκτίμησή του, η συγκεκριμένη στρατηγική δεν έχει εμποδίσει την Άγκυρα να προβάλλει πρόσθετες διεκδικήσεις.
Αναφέρθηκε ειδικότερα στις τουρκικές τοποθετήσεις για τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης και σε ισχυρισμούς περί τουρκικής παρουσίας στα Δωδεκάνησα. Συνέδεσε αυτές τις πρακτικές, ως προς τη χρήση εθνοτικών επιχειρημάτων, με τη ρητορική που αξιοποίησε η ναζιστική Γερμανία για τη Σουδητία.
Πρόκειται για έναν ιστορικό παραλληλισμό του ίδιου του αναλυτή, όχι για ταύτιση των δύο ιστορικών περιόδων ή των καθεστώτων.
«Δεν αρκεί να αγοράζεις όπλα – Πρέπει να υπάρχει αποφασιστικότητα»
Στο τελευταίο μέρος της παρέμβασής του, ο Καλεντερίδης επικεντρώθηκε στη διάκριση ανάμεσα στον κατευνασμό, την αποτροπή και τον καταναγκασμό.
Εξήγησε ότι η αποτροπή (deterrence) αποσκοπεί στο να εμποδίσει μια εχθρική ενέργεια, καθιστώντας το αναμενόμενο κόστος της μεγαλύτερο από το πιθανό όφελος.
Αντίθετα, ο καταναγκασμός (compellence) επιδιώκει να υποχρεώσει έναν αντίπαλο να αναλάβει συγκεκριμένη δράση, υπό την απειλή συνεπειών.
Με αφορμή αυτή τη διάκριση, τόνισε ότι η Ελλάδα δεν αρκεί να διαθέτει σύγχρονα εξοπλιστικά συστήματα. Χρειάζεται, σύμφωνα με τον ίδιο, να έχει διαμορφώσει την πεποίθηση στους αντιπάλους της ότι είναι αποφασισμένη να προστατεύσει τα κυριαρχικά δικαιώματα και την εδαφική της ακεραιότητα.
Στο σημείο αυτό άσκησε έντονη κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, επικαλούμενος τις εξελίξεις στην Κάσο και καταγγέλλοντας ότι ο τρόπος διαχείρισης των ελληνοτουρκικών εντάσεων υπονομεύει την αξιοπιστία της ελληνικής αποτροπής.
Διατύπωσε επίσης καταγγελίες για τον τρόπο πραγματοποίησης των εξοπλιστικών προμηθειών και την περιορισμένη ανάπτυξη εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Οι καταγγελίες αυτές αποτελούν προσωπικές θέσεις του αναλυτή και δεν συνοδεύτηκαν στο συγκεκριμένο βίντεο από ανεξάρτητη τεκμηρίωση.
Κριτική στη Μεταπολίτευση και αίτημα θεσμικής αλλαγής
Στην καταληκτική ενότητα, ο Καλεντερίδης διεύρυνε την κριτική του στο συνολικό πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης.
Υποστήριξε ότι η πολιτική του κατευνασμού δεν αποτελεί αποκλειστική επιλογή μιας κυβέρνησης, αλλά χαρακτηρίζει διαχρονικά τις ελληνικές ηγεσίες, με συνέπειες, όπως εκτιμά, στην Κύπρο και στο Αιγαίο.
Απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στην επιρροή ξένων δυνάμεων στη διαμόρφωση της ελληνικής πολιτικής και υποστήριξε την ανάγκη μετάβασης σε νέο συνταγματικό και πολιτειακό πλαίσιο με ενισχυμένη συμμετοχή των πολιτών.
Η παρέμβασή του ολοκληρώθηκε με την επισήμανση ότι το πραγματικό δίλημμα της εθνικής στρατηγικής δεν είναι, κατά την άποψή του, η επιλογή ανάμεσα στον πόλεμο και στην ειρήνη, αλλά η δημιουργία μιας αξιόπιστης αποτροπής ικανής να αποτρέψει τον πόλεμο.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΣύμβαση ΟΗΕ της Βαρκελώνης: “Άγκυρα, έχεις υπογράψει”! “Αθήνα για ποιον λόγο σιωπάς”;
-
Πολιτική2 μήνες πρινΣΟΚ στη Λέσβο! Τούρκοι τουρίστες έβαλαν στο νησί αυτοκίνητο με εικόνα του σφαγέα Κεμάλ στο παρμπρίζ
