Άμυνα
ReArm ή ReThink; Η Ασφάλεια της Ευρώπης στο Μικροσκόπιο
Αν η Ευρώπη αποτύχει να διατηρήσει την ενότητα της, θα μπορέσει ποτέ να αναδειχθεί ως στρατηγικά αυτόνομη δύναμη ή θα παραμείνει ένας οικονομικός γίγαντας με στρατιωτικά δεμένα χέρια;
Γράφει η Μαριάνα Συμεωνίδη
Η Ευρώπη εισέρχεται στην πιο κρίσιμη περίοδο επανεξοπλισμού από τον Ψυχρό Πόλεμο. Με απειλές να αυξάνονται και την αμερικανική στήριξη να τίθεται υπό αμφισβήτηση, το σχέδιο ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας φιλοδοξεί να μετατρέψει την ΕΕ σε αυτόνομο γεωπολιτικό παίκτη.
Αλλά είναι αυτό εφικτό;
Η πρωτοβουλία ReArm Europe, προσφάτως μετονομαζόμενη σε Readiness 2030, ανακοινώθηκε από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, με στόχο να κινητοποιηθούν έως και €800 δισ. για αμυντικές επενδύσεις σε ορίζοντα τετραετίας για την ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων της ΕΕ. Η κίνηση αυτή αντανακλά αφενός τις δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump περί ευρωπαϊκής αυτονομίας και αφετέρου τη συνειδητοποίηση ότι η Ευρώπη βρίσκεται πλέον σε μια «εποχή επανεξοπλισμού», λόγω της «αντίληψης» ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει τη σοβαρότερη απειλή ασφάλειας των τελευταίων δεκαετιών από την Ρωσική Ομοσπονδία. Στο πλαίσιο αυτό, το σχέδιο φιλοδοξεί να θωρακίσει αμυντικά την Ένωση, μέσω μιας άνευ προηγουμένου αύξησης των αμυντικών δαπανών και ικανοτήτων.
Η ανάλυση PESTLE (Political, Economic, Social, Technological, Legal, and Environmental) αποτελεί ένα μοντέλο επισκόπησης των παραγόντων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν μια επιχείρηση ή έναν οργανισμό με σκοπό τον βέλτιστο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της/του. Μολονότι συνήθως χρησιμοποιείται για την ανάλυση επιχειρηματικών περιβαλλόντων, η εφαρμογή του σε ένα διεθνές σχέδιο προσφέρει μια διαφορετική προσέγγιση.
Η συστηματική αξιολόγηση πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών, τεχνολογικών, νομικών και περιβαλλοντικών παραμέτρων του εν λόγω σχεδίου μπορεί να αποκαλύψει προκλήσεις ή ευκαιρίες που ενδεχομένως να μην έχουν γίνει αντιληπτές.
Ιστορική Ανασκόπηση
Η ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της άμυνας εντάσσεται το πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ (Kοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας) και είναι εκ φύσεως περιορισμένη καθώς από την ίδρυσή της η ΕΕ περιοριζόταν στο εμπορικό και οικονομικό πεδίο αποφάσεων (Issing, 2004). Αν και εμφανίστηκε από τη δεκαετία του 1950, ο τομέας της ΚΕΠΠΑ παραδοσιακά βρίσκεται στο επίκεντρο των εθνικών συμφερόντων των κρατών και η ολοκλήρωσή της συναντά εμπόδια (Huff, 2013).

Πηγή: Inefán, 2023
Για αυτόν τον λόγο και εν όψει του ενιαίου θεσμικού πλαισίου που θεσμοθετήθηκε στο Μάαστριχτ, τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν ότι θα διατηρήσουν τις εξωτερικές τους πολιτικές στην ίδια κατεύθυνση με τις θέσεις της ΕΕ, υπό τον όρο ότι οι εθνικές κυβερνήσεις θα έλεγχαν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων (Fabbrini, 2013).
Ωστόσο, η αμφιβολία που πλανάται για την αμερικανική υποστήριξη υπό κυβέρνησης Τραμπ, ώθησε την εξέλιξη της συζήτησης και των πρωτοβουλιών σε επίπεδο ΕΕ για την ανάπτυξη μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής αμυντικής βάσης. Σε άτυπη σύνοδο στις Βερσαλλίες το 2022 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε αποφασισμένο να «αναλάβει περισσότερη ευθύνη για τη δική του ασφάλεια» και να αυξήσει σημαντικά τις επενδύσεις στην άμυνα και στις καινοτόμες στρατιωτικές τεχνολογίες (European Council, 2022).
Συμφωνώντας σε ουσιαστική άνοδο των αμυντικών δαπανών και σε κίνητρα για κοινές εξοπλιστικές προμήθειες, οι ηγέτες των κρατών έδωσαν το δικαίωμα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας (EDA) να καταγράψουν τις (μεγάλες) ελλείψεις στην ευρωπαϊκή άμυνα. Σε συνέχεια αυτών, η ΕΕ ενεργοποίησε τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό για την Ειρήνη (EPF) χρηματοδοτώντας για πρώτη φορά την στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε ένα προσωρινό πρόγραμμα κοινών προμηθειών για την αναπλήρωση αποθεμάτων (γνωστό ως EDIRPA). Παράλληλα, ενίσχυσε υφιστάμενα εργαλεία όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (EDF), που είχε δημιουργηθεί το 2021 για τη συγχρηματοδότηση έρευνας και ανάπτυξης στον αμυντικό τομέα (Scazzieri 2025).
Το 2023 η πρόεδρος της Επιτροπής ανακοίνωσε την κατάρτιση της πρώτης Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Αμυντικής Βιομηχανίας (EDIS) (European Commission 2024). Στα τέλη του 2024, η Επιτροπή δημιούργησε θέση αρμόδιας επιτρόπου για την άμυνα και, μαζί με τον ύπατο εκπρόσωπο, ξεκίνησε τη σύνταξη Λευκής Βίβλου για την ευρωπαϊκή άμυνα.
Όλες αυτές οι διεργασίες προετοίμασαν το έδαφος για το ReArm Europe.
Η υποδοχή της πρωτοβουλίας στους κόλπους της ΕΕ υπήρξε γενικά θετική, αν και όχι χωρίς επιφυλάξεις. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με ψήφισμα του αποδέχθηκε το σχέδιο – εγκρίθηκε με 419 ψήφους υπέρ έναντι 204 κατά και 46 αποχές.
Ακολουθεί ανάλυση των παραγόντων που θα επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα ή μη της πρωτοβουλίας, μέσα από το πρίσμα της μεθόδου PESTLE.

Πολιτικοί παράγοντες
Το σχέδιο στηρίζεται στον στόχο της ΕΕ για αυτονομία στον τομέα της άμυνας, επιδιώκοντας να ενισχύσει τις ένοπλες δυνάμεις των κρατών και να μειώσει την εξάρτηση από εξωτερικούς συμμάχους, όπως οι ΗΠΑ. Σε ένα περιβάλλον όπου η αμερικανική δέσμευση θεωρείται λιγότερο εγγυημένη, η κίνηση αυτή έχει στόχο την ενίσχυση αξιοπιστίας της ΕΕ ως παράγοντα ασφάλειας.
Ωστόσο, η πολιτική σταθερότητα των κρατών αποτελεί έναν καταλυτικό παράγοντα στην τελική εφαρμογή του σχεδίου. Η Γαλλία και η Γερμανία, διαθέτοντας παραπάνω πόρους από τα υπόλοιπα κράτη της ΕΕ, αποτελούν τα ευρωπαϊκά «κλειδιά», αφενός για την σταθεροποίηση της ΕΕ στον εν λόγω τομέα και αφετέρου για τη λήψη τέτοιου είδους κοινών αποφάσεων (Schramm & Krotz, 2024; Friis & Tamnes, 2024). Οι εσωτερικές προκλήσεις των δυο κρατών δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας για την τελική έκβαση του σχεδίου, καθώς αν δεν καταφέρουν να διατηρήσουν τον ηγετικό τους ρόλο, η συνοχή του σχεδίου τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Επίσης, ορισμένα κράτη-μέλη, όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία, έχουν εκφράσει επιφυλάξεις, ενώ εντός του Ευρωκοινοβουλίου υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που αντιτίθενται στην αύξηση των αμυντικών δαπανών. Η ευρεία στήριξη του Ευρωκοινοβουλίου δείχνει συναίνεση, όμως η μειοψηφία των 204 ευρωβουλευτών που καταψήφισαν υποδηλώνει και την ύπαρξη αντιστάσεων.
Οι γεωπολιτικές επιπτώσεις της πρωτοβουλίας είναι πολλαπλές. Πρώτον, ενισχύεται η αποτρεπτική ικανότητα της Ευρώπης έναντι απειλών, ιδιαίτερα της Ρωσίας. Η Μόσχα ήδη εξέλαβε τις ευρωπαϊκές ανακοινώσεις ως ένδειξη ότι η ΕΕ «μετασχηματίζεται ταχέως σε στρατιωτική συμμαχία» (Anadolu Agency, 2025), κατηγορώντας την ότι αντί για ειρηνικές λύσεις αυξάνει την αντιπαράθεση με τη Ρωσία. Δεύτερον, το ReArm Europe αναδιαμορφώνει τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, καθώς ο Πρόεδρος Τραμπ είχε επικρίνει έντονα την «δωρεάν ασφάλεια» που παρείχε η Αμερική μέσω ΝΑΤΟ.
Εντέλει, ο πολιτικός παράγοντας θα κριθεί από την ικανότητα της ΕΕ να δράσει με μία φωνή στον τομέα της άμυνας – κάτι πρωτόγνωρο – και να πείσει τόσο τους πολίτες της όσο και τους διεθνείς δρώντες ότι μπορεί να ανταποκριθεί στον επιδιωκόμενο ρόλο ως εγγυητής ασφαλείας.
Οικονομικοί παράγοντες
Το συνολικό ποσό των €800 δισ. σε βάθος τετραετίας αντιστοιχεί σε μια πρόσθετη ετήσια δαπάνη ~€200 δισ., δηλαδή σε σχεδόν διπλασιασμό των τρεχουσών ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος: το 2024 οι χώρες της ΕΕ δαπάνησαν περί €326 δισ. (1,9% του ΑΕΠ) στην άμυνα (Strupczewski and Gray 2025).

Η πρωτοβουλία στοχεύει οι δαπάνες να αυξηθούν σε επίπεδα γύρω ή άνω του 3% του ΑΕΠ συνολικά – κάτι που προσεγγίζει τις υποχρεώσεις που θα είχε η Ευρώπη αν έπρεπε να αμυνθεί «μόνη της». Πράγματι, εκτιμήσεις σημειώνουν ότι για να αποτραπεί ρωσική επιθετικότητα χωρίς την αμερικανική συνδρομή, η Ευρώπη θα χρειαζόταν περίπου €250 δισ. επιπλέον ετησίως και 300.000 περισσότερους στρατιώτες (Burilkov and Wolff, 2025).
Η προέλευση αυτών των πόρων συνιστά κρίσιμο οικονομικό ζήτημα. Το σχέδιο προβλέπει έναν συνδυασμό εθνικών και ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων. Το μεγαλύτερο μέρος θα προέλθει από τις αυξημένες εθνικές δαπάνες των κρατών-μελών – γι’ αυτό και προτείνεται να δοθεί στα κράτη δημοσιονομικός χώρος.
Συγκεκριμένα, η Επιτροπή εισηγήθηκε την ενεργοποίηση της «εθνικής ρήτρας διαφυγής» του Συμφώνου Σταθερότητας, ώστε οι επιπλέον αμυντικές δαπάνες να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό του ελλείμματος. Με απλά λόγια, χώρες με ήδη υψηλό χρέος/έλλειμμα δεν θα «τιμωρηθούν» για τις στρατιωτικές επενδύσεις τους. Παράλληλα, η ΕΕ θα συνεισφέρει απ’ ευθείας με έναν νέο μηχανισμό δανείων €150 δισ. προς τα κράτη-μέλη για αμυντικές επενδύσεις (Burilkov and Wolff, 2025).
Επιπλέον, η Επιτροπή προτείνει την απελευθέρωση κονδυλίων της ΕΕ για την άμυνα: για πρώτη φορά οι χώρες θα μπορούν να αξιοποιήσουν χρήματα από τα διαρθρωτικά ταμεία (π.χ. Ταμείο Συνοχής) για έργα που σχετίζονται με την αμυντική βιομηχανία (Strupczewski and Gray, 2025). Πρόκειται για σημαντική μετατόπιση στην οικονομική πολιτική, καθώς μέχρι τώρα τα κονδύλια αυτά προορίζονταν αυστηρά για ανάπτυξη και σύγκλιση, όχι για στρατιωτικούς σκοπούς. Τέλος, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ανακοίνωσε ότι θα άρει τους περιορισμούς της στη χρηματοδότηση αμυντικών έργων και θα διευρύνει τα επιλέξιμα προς δανειοδότηση προγράμματα.
Οι οικονομικές επιπτώσεις μιας τέτοιας κολοσσιαίας χρηματοδότησης είναι πολυδιάστατες.
Από τη μία πλευρά, μπορεί να αποτελέσει μια μορφή δημοσιονομικής τόνωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών αμυντικών κονδυλίων «έφευγε» εκτός Ευρώπης – περίπου 78% των €75 δισ. που ξόδεψαν τα κράτη-μέλη για εξοπλισμούς το διάστημα Ιουν. 2022 – Ιουν. 2023 κατευθύνθηκαν σε προμηθευτές εκτός ΕΕ, με το 63% να πηγαίνει σε αμερικανικές εταιρείες (Barigazzi, 2024).
Από την άλλη πλευρά, η χρηματοδότηση του επανεξοπλισμού σε τόσο μεγάλη κλίμακα ενέχει και προκλήσεις βιωσιμότητας για την ευρωπαϊκή οικονομία. Πρώτον, αυξάνει σημαντικά τις δημόσιες δαπάνες και πιθανώς το δημόσιο χρέος. Παρότι το Σύμφωνο Σταθερότητας θα χαλαρώσει για την άμυνα, τα πραγματικά χρήματα θα δαπανηθούν και θα πρέπει να βρεθούν.
Το ερώτημα είναι από ποιόν;
Χώρες δημοσιονομικά επιβαρυμένες θα χρειαστεί να δανειστούν επιπλέον αν θελήσουν να ανέβουν στο 2-2,5% του ΑΕΠ σε αμυντικές δαπάνες. Ακόμη και με ευνοϊκή μεταχείριση στους δείκτες, το χρέος τους θα αυξηθεί. Αυτό δυνητικά δημιουργεί μεσοπρόθεσμους κινδύνους, ειδικά αν τα επιτόκια είναι υψηλά.
Εδώ, ο ρόλος της κινητοποίησης ιδιωτικών κεφαλαίων είναι κρίσιμος: αν η ευρωπαϊκή αμυντική αγορά γίνει πιο ελκυστική (με εγγυήσεις και σταθερό προσανατολισμό), επενδυτές και τράπεζες θα μπορούσαν να καλύψουν μέρος του κόστους, μειώνοντας την επιβάρυνση στους προϋπολογισμούς.
Μπορεί να ξεπεραστεί ο δισταγμός που υπάρχει επί του παρόντος, την ώρα που πολλοί επενδυτές αποφεύγουν τις επενδύσεις σε αμυντικές βιομηχανίες στο ευρωπαϊκό περιβάλλον;
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι οικονομολόγοι τονίζουν πως η προσέγγιση της Επιτροπής παραμένει βραχυπρόθεσμη και πιθανόν ανεπαρκής για το βάθος του προβλήματος. Έχει επισημανθεί ότι οι προτάσεις δίνουν έμφαση στο άμεσο δημοσιονομικό περιθώριο, αλλά δεν απαντούν πλήρως στο ζήτημα της διατηρήσιμης χρηματοδότησης μακροπρόθεσμα (Strupczewski and Gray, 2025).
Μετά τα τέσσερα χρόνια του σχεδίου τι ακολουθεί;
Αν η (κρινόμενη ως) απειλή παραμείνει, πως θα διατηρηθούν ψηλά οι αμυντικές δαπάνες; Και πώς θα δημιουργηθούν μόνιμες λύσεις;
Κοινωνικοί παράγοντες
Παραδοσιακά, σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες δινόταν προτεραιότητα στις κοινωνικές δαπάνες έναντι των στρατιωτικών. Ωστόσο, η δραματική αλλαγή του περιβάλλοντος ασφαλείας από το 2022 και μετά έχει επηρεάσει την κοινή γνώμη. Σύμφωνα με έρευνες, η πλειονότητα των Ευρωπαίων σήμερα αναγνωρίζει την ανάγκη ενίσχυσης της άμυνας: σε πρόσφατο Ευρωβαρόμετρο, το 79% των πολιτών τάχθηκε υπέρ περισσότερης αμυντικής συνεργασίας σε επίπεδο ΕΕ, ενώ το 65% συμφώνησε ότι πρέπει να δαπανώνται περισσότερα για την άμυνα (Nicoli, 2024).
Παρόλα αυτά, υφίστανται και κοινωνικές αντιδράσεις και επιφυλάξεις που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, υπάρχει έντονος δημόσιος διάλογος για το αν η χώρα πρέπει να εμπλακεί σε έναν νέο εξοπλισμό ή να αναλάβει ρόλο μεσολαβητή ειρήνης. Στη δε Γαλλία, τα συνδικάτα και κόμματα της αντιπολίτευσης ανησυχούν ότι η αύξηση της άμυνας στο >3% του ΑΕΠ μπορεί να σημάνει περικοπές στο κοινωνικό κράτος (Goury-Laffont, Kayali & Paillou, 2025). Αυτή η αντίφαση εμφανίζεται και στο επίπεδο του Ευρωκοινοβουλίου με τους 204 ευρωβουλευτές (σχεδόν το 1/3) που καταψήφισαν την πρόταση, εκφράζοντας προφανώς την άποψη σημαντικού τμήματος της κοινωνίας.
Ένας ακόμη κοινωνικός παράγοντας είναι η αντίληψη ασφάλειας των πολιτών. Ο πόλεμος στην Ουκρανία κλόνισε την «δεδομένη» αίσθηση ασφαλείας και επανέφερε τον φόβο του πολέμου στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Αυτό είχε διττή επίδραση: αφενός, ενίσχυσε τη στήριξη για ισχυρή άμυνα (ως αποτρεπτικό μέσο), αφετέρου όμως αύξησε και το γενικό αίσθημα ανασφάλειας.
Οι κυβερνήσεις με ποια κριτήρια θα πείσουν τις κοινωνίες τους ότι οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες όντως ενισχύουν την ασφάλειά τους και δεν τις εκθέτουν σε νέους κινδύνους;
Συνολικά, ενδεχομένως η πλειοψηφία να στηρίζει την ενδυνάμωση της αποτρεπτικής ισχύος, αλλά η στήριξη αυτή δεν είναι ανεπιφύλακτη: συνοδεύεται από την απαίτηση διαφάνειας, λογοδοσίας και ισορροπίας προτεραιοτήτων. Η κοινωνική συναίνεση είναι εντέλει ίσως ο πιο καθοριστικός παράγοντας: χωρίς αυτήν, καμία κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να διατηρήσει υψηλές στρατιωτικές δαπάνες επί μακρόν.
Τεχνολογικοί παράγοντες
Ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός αποτελεί πυρήνα αυτής της πρωτοβουλίας. Συγκεκριμένοι τεχνολογικοί τομείς έχουν τεθεί ως προτεραιότητα στο σχέδιο για την μελλοντική ευρωπαϊκή άμυνα. Η πρόεδρος της Επιτροπής ανέφερε ως παραδείγματα την αντιαεροπορική και πυραυλική άμυνα, τα συστήματα πυροβολικού μεγάλου βεληνεκούς, τους πυραύλους ακριβείας και τα πυρομαχικά, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) και τα συστήματα κατά UAV, καθώς και τις τεχνολογίες κυβερνοάμυνας και στρατιωτικής κινητικότητας. Οι εκτεταμένες ρωσικές πυραυλικές επιθέσεις κατέδειξαν την ανάγκη για ισχυρή αντιαεροπορική άμυνα και ο ασύμμετρος πόλεμος με drones επίσης ανάδειξε την αξία τόσο των UAV όσο και των αντιαεροπορικών συστημάτων. Η υλοποίηση του σχεδίου θα δώσει τη δυνατότητα στις ευρωπαϊκές χώρες να συνεργαστούν σε τέτοιου είδους τεχνολογίες, αντί να δρουν μεμονωμένα.
Ένα βασικό ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπίσει η πρωτοβουλία είναι ο μέχρι σήμερα κατακερματισμός της ευρωπαϊκής αγοράς αμυντικού υλικού. Στην Ευρώπη συνυπάρχουν πολλαπλά διαφορετικά οπλικά συστήματα για την ίδια χρήση (π.χ. πάνω από 10 τύποι αρμάτων μάχης, πληθώρα διαφορετικών τεθωρακισμένων οχημάτων, μαχητικών αεροσκαφών κ.ο.κ.), σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που έχουν πολύ λιγότερους τύπους σε μεγαλύτερες ποσότητες. Αυτό οδηγεί σε χαμηλής κλίμακας οικονομίες, υψηλό κόστος συντήρησης και περιορισμένη αποτελεσματικότητα μεταξύ των ευρωπαϊκών ενόπλων δυνάμεων.
Επίσης, πολλές τεχνολογίες που αναπτύσσονται για στρατιωτικούς σκοπούς μπορούν να έχουν πολιτικές εφαρμογές (π.χ. δορυφορικά δίκτυα, κβαντικές επικοινωνίες, νέες τεχνολογίες υλικών). Για παράδειγμα, το πρόγραμμα δορυφορικής πλοήγησης GALILEO ενώ είναι πολιτικό, παρέχει και υπηρεσίες για στρατιωτική χρήση. Αναμφίβολα, μια πρόκληση θα είναι η αποτελεσματική διαχείριση των τεχνολογικών προγραμμάτων, καθώς το παρελθόν έχει δείξει ότι μεγάλα αμυντικά έργα στην Ευρώπη (όπως το μαχητικό Eurofighter ή το ελικόπτερο NH90) συχνά αντιμετώπισαν καθυστερήσεις, υπερβάσεις κόστους και διαφωνίες μεταξύ εταίρων. Για να αποδώσει η προσπάθεια, θα απαιτηθεί ισχυρός συντονισμός και αποφασιστικότητα να ξεπεραστούν εθνικοί ανταγωνισμοί της βιομηχανίας.
Τεχνολογικά, λοιπόν, το ReArm αποτελεί ευκαιρία αλλά και τεστ. Ευκαιρία να εκσυγχρονιστούν ριζικά οι ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις και τεστ, διότι η ΕΕ καλείται να αποδείξει ότι οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να συνεργαστούν στενά σε θέματα υψηλής τεχνολογίας, ξεπερνώντας την «παράδοση» του παρελθόντος.
Νομικοί παράγοντες
Η υλοποίηση του σχεδίου συνεπάγεται σημαντικές νομικές και θεσμικές προσαρμογές στο πλαίσιο της ΕΕ. Δεδομένου ότι η άμυνα ήταν κατά βάση εθνική αρμοδιότητα, πολλές από τις προτάσεις αγγίζουν νέα εδάφη για την Ένωση και απαιτούν αλλαγές σε κανόνες, διαδικασίες και ίσως συνθήκες. Βασική νομική αλλαγή είναι η ήδη αναφερθείσα τροποποίηση του δημοσιονομικού πλαισίου: Η ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας για εθνικές αμυντικές δαπάνες θα αποτελέσει μια εξαίρεση από τους συνήθεις κανόνες περί ελλείμματος.
Μια δεύτερη σημαντική διάσταση είναι η επίσημη συμμετοχή της ΕΕ στη χρηματοδότηση της άμυνας. Ιστορικά, οι Συνθήκες της ΕΕ (άρθρο 41, ΣΕΕ) απαγορεύουν τη χρηματοδότηση δαπανών “που προκύπτουν από πράξεις με στρατιωτικές ή αμυντικές συνέπειες” από τον κοινό προϋπολογισμό. Αυτός είναι ο λόγος που εργαλεία όπως το European Peace Facility είναι εκτός προϋπολογισμού. Ωστόσο, η πρόταση για δανειακό μηχανισμό €150 δισ. ουσιαστικά εισάγει την ΕΕ ως δανειστή για αμυντικούς σκοπούς (Merler, 2025).
Αν και τυπικά τα δάνεια δεν βαραίνουν τον προϋπολογισμό, εφόσον εγγυούνται από τα κράτη, η διαδικασία απαιτεί νομική πράξη (πιθανόν βάσει του άρθρου 122 ΣΛΕΕ που έχει χρησιμοποιηθεί για έκτακτα οικονομικά μέτρα). Θα χρειαστεί ομοφωνία στο Συμβούλιο για να εγκριθεί ένα τέτοιο εργαλείο, καθώς θίγει ευαίσθητα ζητήματα κυριαρχίας.
Σημαντικές νομικές αλλαγές αφορούν και τους κανόνες προμηθειών και βιομηχανικής συνεργασίας. Για να διευκολυνθούν οι κοινές αγορές, η Επιτροπή έχει προτείνει ειδική ρύθμιση (Act in Support of Ammunition Production – ASAP) που επιτρέπει στην ΕΕ να συντονίζει και να συγχρηματοδοτεί κοινές συμβάσεις όπλων (European Commission, 2023). Αυτές οι νομικές πράξεις θα πρέπει να εγκριθούν από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο.
Επιπλέον νομικά πεδία αποτελούν είναι οι συνθήκες ασφάλειας και διανομής του εξοπλισμού, καθώς και οι κανόνες σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία σε συνεργατικά προγράμματα, ώστε η τεχνογνωσία να διαμοιράζεται δίκαια. Στο διεθνές δίκαιο, η ΕΕ θα πρέπει να προσδιορίσει τη στάση της σε θέματα όπως οι έλεγχοι εξαγωγών όπλων, εφόσον σήμερα κάθε χώρα έχει τη δική της πολιτική.
Σε θεσμικό επίπεδο, ενδεχομένως να δούμε την αναβάθμιση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας (EDA) και τη σύσταση μόνιμων δομών εντός της ΕΕ για τον συντονισμό της αμυντικής πολιτικής. Μακροπρόθεσμα, αν η ΕΕ κινηθεί προς μια «Αμυντική Ένωση», δεν αποκλείεται να χρειαστεί αναθεώρηση των Συνθηκών (π.χ. κατάργηση ομοφωνίας σε κάποιες πτυχές, ρητή συμπερίληψη κοινής άμυνας ως αρμοδιότητας). Προς το παρόν, η ευελιξία των ισχυουσών Συνθηκών δοκιμάζεται μέσω μηχανισμών όπως η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία (PESCO) και το άρθρο 44 ΣΕΕ (ομάδες κρατών που προχωρούν μαζί).
Συνοπτικά, οι νομικοί παράγοντες συνιστούν ένα περίπλοκο πλέγμα αλλαγών: δημοσιονομικό δίκαιο, ενωσιακό δίκαιο περί αρμοδιοτήτων, κανονισμοί αγοράς και βιομηχανίας, διεθνείς δεσμεύσεις. Μέχρι στιγμής, η πολιτική βούληση δείχνει ότι τα κράτη είναι διατεθειμένα να «μαλακώσουν» ορισμένους κανόνες για να διευκολύνουν την αμυντική ενίσχυση (Strupczewski and Gray 2025).
Το ερώτημα που τίθεται είναι το εάν μπορεί η ΕΕ να μεταβεί από ένα κανονιστικό οικονομικό και εμπορικό πλαίσιο σε ένα πλαίσιο έκτακτης ανάγκης ασφάλειας.
Μια τέτοια στροφή δεν μπορεί να μην συνοδεύεται από το σεβασμό της δημοκρατικής νομιμότητας, η οποία κρίνεται ελλιπής.
Η πρόκληση θα είναι να προχωρήσουν οι αναγκαίες θεσμικές αλλαγές γρήγορα, χωρίς να διαρραγεί η νομική συνοχή της ΕΕ. Αν στο τέλος χρειαστεί αναθεώρηση Συνθήκης, θα είναι ένα νομικοπολιτικά σύνθετο εγχείρημα.
Περιβαλλοντικοί παράγοντες
Οι ένοπλες δυνάμεις και η αμυντική βιομηχανία αφήνουν σημαντικό οικολογικό αποτύπωμα, καθώς είναι μεγάλοι καταναλωτές ορυκτών καυσίμων. Μια μελέτη για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπολόγισε ότι το ανθρακικό αποτύπωμα των στρατών της ΕΕ ήταν περίπου 24,8 εκατομμύρια τόνοι CO₂ το 2019 – ισοδύναμο με τις ετήσιες εκπομπές ~14 εκατομμυρίων αυτοκινήτων.
Παραδοσιακά, ο στρατιωτικός τομέας εξαιρούνταν σε μεγάλο βαθμό από τις περιβαλλοντικές υποχρεώσεις: πολλές χώρες δεν εντάσσουν τις στρατιωτικές εκπομπές στους εθνικούς στόχους τους, ούτε υπάρχουν διεθνώς δεσμευτικές ρυθμίσεις για μείωση του «στρατιωτικού άνθρακα». Ωστόσο, το ίδιο το ΝΑΤΟ, για πρώτη φορά, έθεσε στόχους μείωσης: σκοπεύει να μειώσει τις δικές του (πολιτικές και στρατιωτικές) εκπομπές κατά τουλάχιστον 45% ως το 2030 και να φτάσει σε ουδετερότητα άνθρακα ως το 2050 (Siebold, 2022). Ο EDA έχει εκπονήσει μελέτες για τον αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής στην άμυνα και για μεθόδους «πράσινης» λειτουργίας των ενόπλων δυνάμεων (European Defence Agency, 2023)
Αν η ΕΕ θέλει να παραμείνει συνεπής στις κλιματικές δεσμεύσεις που η ίδια έθεσε, θα πρέπει να λάβει υπόψη της και τον περιβαλλοντικό παράγοντα στην υλοποίηση του ReArm Europe. Ήδη ευρωβουλευτές επισημαίνουν ότι τα τρέχοντα επίπεδα κατανάλωσης καυσίμων από τον στρατό είναι ασύμβατα με τον στόχο μείωσης -55% ως το 2030 (Schaik and Ramnath 2022).
Από την άλλη, υπάρχει το επιχείρημα ότι η κλιματική αλλαγή και η ενεργειακή μετάβαση προσφέρουν μια ευκαιρία εκσυγχρονισμού και για τις ένοπλες δυνάμεις. Κάποιες ευρωπαϊκές χώρες πρωτοπορούν: η Ολλανδία και η Σουηδία έχουν προγράμματα για «ενεργειακά αυτάρκεις καταυλισμούς», η Γερμανία δοκιμάζει μίγματα βιοκαυσίμων στην Πολεμική Αεροπορία, η Γαλλία σχεδιάζει «πράσινα» στρατόπεδα με χαμηλό ενεργειακό αποτύπωμα (European Defence Agency, 2023). Φυσικά, το περιβαλλοντικό κόστος της στρατιωτικής δράσης δεν δύναται να μηδενιστεί.
Η ΕΕ έχει δεσμευτεί σε κλιματική ουδετερότητα το 2050 – και αυτή η δέσμευση αφορά όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της άμυνας.
Η «τρέλα του εξοπλισμού» θα υπονομεύσει τους κλιματικούς στόχους για τους οποίους η ίδια η ΕΕ έχει εκφράσει έως τώρα μια εξαιρετικά βαρύνουσα σημασία;
Συμπερασματικά…
Το σχέδιο συνιστά μια τομή στον τομέα της ασφάλειας της ΕΕ. Σε μια συγκυρία «επικίνδυνων καιρών» η Ευρώπη επιχειρεί να απαντήσει συλλογικά στην πρόκληση της άμυνας, προχωρώντας πέρα από παλαιά δόγματα αδράνειας. Οι προοπτικές της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας είναι σημαντικές, εφόσον ξεπεραστούν τα εμπόδια που αναδείχθηκαν μέσα από την PESTEL ανάλυση που υιοθετήσαμε. Μια επιτυχημένη εφαρμογή του ReArm Europe θα είχε ως αποτέλεσμα μια Ευρώπη ικανή να προστατεύει την επικράτειά της και να συμβάλλει περισσότερο στις συμμαχικές υποχρεώσεις. Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία θα μπορούσε μειώσει την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές και θα ενίσχυε την αξιοπιστία της ΕΕ ως γεωπολιτικός δρών, μετριάζοντας την έως τώρα διπλωματική της ανεπάρκεια.
Ωστόσο, οι προκλήσεις δεν πρέπει να υποτιμηθούν, καθώς η υλοποίηση ενός τόσο «φιλόδοξου» προγράμματος αποτελεί ένα τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο. Το στοίχημα του ReArm Europe δεν είναι μόνο οικονομικό ή στρατιωτικό – είναι και βαθιά πολιτικό. Αν η Ευρώπη αποτύχει να διατηρήσει την ενότητα της, θα μπορέσει ποτέ να αναδειχθεί ως στρατηγικά αυτόνομη δύναμη ή θα παραμείνει ένας οικονομικός γίγαντας με στρατιωτικά δεμένα χέρια;
Βιβλιογραφία
Anadolu Agency. 2025. “Russia Slams EU’s Military Strategy as ‘Dangerous Geopolitical Games’.” Anadolu Agency. Accessed March 19, 2025. https://www.aa.com.tr/en/europe/russia-slams-eu-s-military-strategy-as-dangerous-geopolitical-games/3503552.
Barigazzi, Jacopo. 2024. “Buy Your Guns, Missiles and Tanks at Home, Draghi Tells EU Countries.” Politico. Accessed March 19, 2025. https://www.politico.eu/article/europe-defense-mario-draghi-arms-industry-guns-missiles-tanks-spending/.
Burilkov, Alexandr, and Guntram B. Wolff. 2025. “Defending Europe without the US: First Estimates of What Is Needed.” Bruegel. Accessed March 19, 2025. https://www.bruegel.org/analysis/defending-europe-without-us-first-estimates-what-needed.
European Commission. 2023. “Boosting Defence Production: Act in Support of Ammunition Production (ASAP).” Defence Industry and Space. Accessed March 19, 2025. https://defence-industry-space.ec.europa.eu/eu-defence-industry/asap-boosting-defence-production_en.
European Council. 2022. Versailles Declaration, 11 March 2022. Accessed March 19, 2025. https://www.consilium.europa.eu/media/54773/20220311-versailles-declaration-en.pdf.
European Defence Agency. 2023. “Climate Change and EU Defence: Released New Report Analysing the Links Between Climate, Energy and Defence.” European Defence Agency. Accessed March 19, 2025. https://eda.europa.eu/news-and-events/news/2023/06/08/climate-change-and-eu-defence-released-new-report-analysing-the-links-between-climate-energy-and-defence.
European Defence Agency. 2023. “Sustaining Europe’s Armed Forces.” EDA Webzine, Issue 11. Accessed March 19, 2025. https://eda.europa.eu/webzine/issue11/in-the-field/sustaining-europe-s-armed-forces.
European Defence Agency. 2024. “2024 Defence Review Paves Way for Joint Military Projects.” European Defence Agency. Accessed March 20, 2025. https://eda.europa.eu/news-and-events/news/2024/11/19/2024-defence-review-paves-way-for-joint-military-projects.
Fabbrini, Sergio. 2013. “Intergovernmentalism and Its Limits: Assessing the European Union’s Answer to the Euro Crisis.” Comparative Political Studies 46 (9): 1003–29.
Friis, Karsten, and Rolf Tamnes. 2024. “The Defence of Northern Europe: New Opportunities, Significant Challenges.” International Affairs 100 (2): 813–824.
Goury-Laffont, Victor, Laura Kayali, and Sarah Paillou. 2025. “Welfare vs. Warfare: France’s Political Parties Divided Over Cash for Defense.” Politico, March 11, 2025. https://www.politico.eu/article/france-russia-defense-welfare-vs-warfare-political-parties-divided/.
Huff, Ariela. 2013. “Problems and Patterns in Parliamentary Scrutiny of the CFSP and CSDP.” OPAL Online Paper Series 14 (2013).
Inefán. 2023. “Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας.” Inefán. Accessed March 19, 2025. https://inefan.gr/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%AE-%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE/
Issing, Otmar. 2004. “Economic and Monetary Union in Europe: Political Priority versus Economic Integration.” In Political Events and Economic Ideas, 37-54.
Merler, Silvia. 2025. “Sustainability Rules Are Not a Block on EU Defence Financing, but Reputational Fears Are.” Bruegel, Μάρτιος 17, 2025. https://www.bruegel.org/analysis/sustainability-rules-are-not-block-eu-defence-financing-reputational-fears-are.
Nicoli, Francesco. 2024. “Stronger Together: Public Preferences for Different European Defence Cooperation Designs.” Bruegel, January 29, 2024. https://www.bruegel.org/first-glance/stronger-together-public-preferences-different-european-defence-cooperation-designs.
Scazzieri, Luigi. 2025. “Towards an EU ‘Defence Union’?” Centre for European Reform, January 30, 2025. Accessed March 19, 2025. https://www.cer.eu/publications/archive/policy-brief/2025/towards-eu-defence-union.
Schaik, Louise, and Akash Ramnath. 2022. A European Green Deal: The Impact of European Climate Policy on Security and Defence. Clingendael Institute. Accessed March 19, 2025. https://www.clingendael.org/sites/default/files/2022-04/PB%20A%20European%20Green%20Deal.pdf.
Schramm, Lucas, and Ulrich Krotz. 2024. “Leadership in European Crisis Politics: France, Germany, and the Difficult Quest for Regional Stabilization and Integration.” Journal of European Public Policy 31 (5): 1153–1178.
Siebold, Sabine. 2022. “NATO Aims to Cut Emissions by 45% by 2030, Be Carbon Neutral by 2050.” Reuters, June 28, 2022. https://www.reuters.com/world/europe/nato-cut-emissions-by-45-by-2030-be-carbon-neutral-by-2050-stoltenberg-2022-06-28/.
Strupczewski, Jan, and Andrew Gray. 2025. “EU Proposes Borrowing 150 Billion Euros in Big Rearmament Push.” Reuters, March 4, 2025. https://www.reuters.com/world/europe/eu-defence-plans-could-mobilise-800-billion-euros-von-der-leyen-says-2025-03-04/.
Capital.gr. 2025. “Φον ντερ Λάιεν: Η Ευρώπη σε εποχή επανεξοπλισμού — Το σχέδιο για τις αμυντικές δαπάνες μπορεί να αγγίξει τα 800 δισ. ευρώ.” Capital.gr, 4 Μαρτίου 2025. https://www.capital.gr/diethni/3904723/fon-nter-laien-i-europi-se-epoxi-epanexoplismou-to-sxedio-gia-tis-amuntikes-dapanes-mporei-na-aggixei-ta-800-dis-euro.
GEOPOLITICO
Καμπανάκι για Ελλάδα! Γαλλία και Τουρκία μπαίνουν σε νέα αμυντική εποχή
Ο Οδικός Χάρτης Άγκυρας–Παρισιού ανοίγει δρόμο για στενότερη στρατιωτική συνεργασία – SAMP/T και Meteor αλλάζουν τα δεδομένα και δημιουργούν ερωτήματα για τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–Γαλλίας
Η υπογραφή Οδικού Χάρτη Αμυντικής Συνεργασίας ανάμεσα στην Τουρκία και τη Γαλλία δεν είναι μία τυπική διπλωματική κίνηση και ασφαλώς δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη από την Αθήνα.
Άγκυρα και Παρίσι συμφώνησαν να εμβαθύνουν τον στρατηγικό τους διάλογο, να αυξήσουν τις στρατιωτικές επαφές και να εξετάσουν νέα πεδία συνεργασίας. Η τουρκική πλευρά μιλά ήδη για μετάβαση από τα «θετικά μηνύματα» σε συγκεκριμένη αμυντική συνεργασία.
Για την Ελλάδα, όμως, το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι η Γαλλία συνομιλεί με την Τουρκία. Το κρίσιμο είναι τι ακριβώς είναι διατεθειμένη να δώσει στο τουρκικό οπλοστάσιο και κατά πόσο αυτό μπορεί να επηρεάσει την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Από τον στρατηγικό εταίρο της Ελλάδας στον εξοπλιστικό διάλογο με την Άγκυρα
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή η Γαλλία δεν είναι για την Ελλάδα ένας απλός σύμμαχος στο ΝΑΤΟ.
Αθήνα και Παρίσι έχουν υπογράψει από το 2021 Στρατηγική Εταιρική Σχέση για την Άμυνα και την Ασφάλεια, η οποία περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά της επικράτειας της μίας πλευράς. Η συμφωνία ανανεώθηκε τον Απρίλιο του 2026 για ακόμη πέντε χρόνια.
Πάνω σε αυτή τη σχέση οικοδομήθηκε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής αμυντικής στρατηγικής των τελευταίων ετών: Rafale, φρεγάτες FDI, κοινές ασκήσεις και στενός στρατηγικός διάλογος.
Τώρα, όμως, το Παρίσι ανοίγει ταυτόχρονα έναν θεσμοθετημένο δρόμο αμυντικής συνεργασίας και με την Άγκυρα.
Αυτό δεν ακυρώνει την ελληνογαλλική συμφωνία. Δημιουργεί, όμως, μια προφανή αντίφαση συμφερόντων, ιδίως εάν η νέα συνεργασία οδηγήσει στην ενίσχυση κρίσιμων τουρκικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Το πρώτο καμπανάκι: SAMP/T
Το πιο σοβαρό ζήτημα αφορά το SAMP/T.
Η Τουρκία επιδιώκει εδώ και χρόνια την απόκτηση του γαλλοϊταλικού συστήματος αεράμυνας μεγάλου βεληνεκούς και, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, η γαλλική αντίσταση σε μία τέτοια συμφωνία έχει υποχωρήσει σημαντικά. Οι συζητήσεις συνδέονται και με τον σχεδιαζόμενο τουρκικό ολοκληρωμένο θόλο αεράμυνας «Steel Dome».
Για την Ελλάδα, μία πιθανή τουρκική απόκτηση SAMP/T δεν είναι αδιάφορη.
Θα ενίσχυε σημαντικά την τουρκική αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα και θα δυσκόλευε τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας σε περίπτωση κρίσης.
Ακόμη σημαντικότερο θα ήταν ένα ενδεχόμενο πλαίσιο συμπαραγωγής ή μεταφοράς τεχνολογίας, καθώς η Άγκυρα επιδιώκει σταθερά όχι μόνο την αγορά συστημάτων αλλά και την ενσωμάτωση ξένης τεχνογνωσίας στη δική της αμυντική βιομηχανία.
Σε αυτή την περίπτωση, το Παρίσι δεν θα πουλούσε απλώς ένα όπλο στην Τουρκία. Θα βοηθούσε στην ενίσχυση της μακροπρόθεσμης τουρκικής αμυντικής αυτονομίας.
Το δεύτερο καμπανάκι: Meteor
Ακόμη πιο άμεσα αφορά την Ελλάδα η πιθανότητα πρόσβασης της Τουρκίας στον πύραυλο Meteor.
Ο Meteor αποτελεί βασικό όπλο των ελληνικών Rafale και ένα από τα σημαντικότερα ποιοτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας στον αέρα.
Εάν η Τουρκία αποκτήσει το ίδιο βλήμα και καταφέρει να το ενσωματώσει σε νέα μαχητικά αεροσκάφη, ένα μέρος αυτού του ελληνικού πλεονεκτήματος περιορίζεται.
Δεν σημαίνει ότι εξισώνονται αυτομάτως οι δυνατότητες των δύο αεροποριών. Σημαίνει όμως ότι η Άγκυρα αποκτά πρόσβαση σε όπλο της ίδιας τεχνολογικής κατηγορίας, με μεγάλη ακτίνα εμπλοκής και ισχυρή δυνατότητα μάχης πέραν οπτικής επαφής.
Αυτό είναι στοιχείο που η Αθήνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει ως μια ακόμη εμπορική απόφαση της γαλλικής αμυντικής βιομηχανίας.
Η Γαλλία παίζει σε δύο ταμπλό
Η εικόνα είναι πλέον σαφής.
Η Γαλλία διατηρεί στρατηγική αμυντική σχέση με την Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει να αποκαταστήσει και να διευρύνει τη σχέση της με την Τουρκία.
Από τη γαλλική σκοπιά αυτό μπορεί να είναι απολύτως συμβατό: το Παρίσι επιδιώκει γεωπολιτική επιρροή, αμυντικές εξαγωγές και ισχυρή παρουσία στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Για την Αθήνα όμως υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα:
Μπορεί μία χώρα να αποτελεί στρατηγικό αμυντικό εταίρο της Ελλάδας και ταυτόχρονα να εξοπλίζει την Τουρκία με συστήματα που μεταβάλλουν την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο;
Η απάντηση δεν είναι νομική. Είναι στρατηγική.
Η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής παραμένει – αλλά δεν αρκεί από μόνη της
Η ελληνογαλλική συμφωνία είναι σαφής: σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά της επικράτειας μίας από τις δύο χώρες προβλέπεται αμοιβαία βοήθεια και συνδρομή, ακόμη και με χρήση ένοπλης ισχύος.
Αυτό αποτελεί σημαντική στρατηγική δέσμευση.
Όμως η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζει ολόκληρη την αποτρεπτική της στρατηγική στην υπόθεση ότι ένας σύμμαχος θα παρέμβει σε μία μελλοντική κρίση.
Το ουσιαστικότερο είναι να μην επιτρέπεται στο μεταξύ η σταδιακή συρρίκνωση του ελληνικού ποιοτικού πλεονεκτήματος.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να εξεταστεί η γαλλοτουρκική συνεργασία.
Η Άγκυρα προσπαθεί να σπάσει την απομόνωση από τη Δύση
Η συμφωνία με το Παρίσι εντάσσεται και σε μια ευρύτερη τουρκική στρατηγική.
Η Τουρκία επιδιώκει να επανενταχθεί βαθύτερα στα δυτικά αμυντικά δίκτυα, χωρίς να εγκαταλείψει την αυτόνομη στρατηγική της.
Συνομιλεί με τις ΗΠΑ για F-35 και κυρώσεις CAATSA, με την Ευρώπη για Eurofighter, SAMP/T και Meteor και ταυτόχρονα αναπτύσσει τα δικά της drones, πυραύλους και συστήματα αεράμυνας.
Ο στόχος είναι προφανής: να αποκτήσει πρόσβαση στη δυτική τεχνολογία χωρίς να χάσει τη δυνατότητα να ασκεί ανεξάρτητη περιφερειακή πολιτική.
Η προσέγγιση με τη Γαλλία εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική.
Τι πρέπει να κρατήσει η Αθήνα
Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να δραματοποιήσει μία συμφωνία της οποίας το ακριβές εξοπλιστικό περιεχόμενο δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί.
Έχει όμως κάθε λόγο να ζητήσει καθαρές απαντήσεις.
Άλλο πράγμα ο στρατηγικός διάλογος Γαλλίας–Τουρκίας και άλλο η μεταφορά στην Άγκυρα συστημάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν απέναντι στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Το όριο βρίσκεται εκεί.
Για την Αθήνα το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν η Γαλλία θέλει καλές σχέσεις με την Τουρκία.
Είναι εάν αυτές οι σχέσεις θα χρηματοδοτηθούν και θα οικοδομηθούν πάνω στην ενίσχυση του τουρκικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος απέναντι στην Ελλάδα.
Και ειδικά σε SAMP/T, Meteor και μεταφορά τεχνολογίας, η ελληνική κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να ζητήσει σαφείς εξηγήσεις από έναν εταίρο με τον οποίο έχει υπογράψει όχι μια απλή εμπορική συμφωνία, αλλά μια στρατηγική αμυντική εταιρική σχέση.
Γιατί οι στρατηγικές συμμαχίες δεν κρίνονται μόνο από τις υπογραφές.
Κρίνονται και από το ποιον εξοπλίζεις όταν τα συμφέροντα των συμμάχων σου συγκρούονται.
Καμπουρίδης: “Συμφωνία ενίσχυσης διαλόγου και προπαγάνδα”
Σύμφωνα με ανακοίνωση του Τουρκικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, στις 03 Οκτωβρίου υπεγράφη ο “Οδικός Χάρτης Αμυντικής Συνεργασίας” μεταξύ της Τουρκίας και της Γαλλίας….
Πρόκειται για μια Συμφωνία “ενίσχυσης του στρατιωτικού διαλόγου με απώτερο σκοπό το αμοιβαίο όφελος”…
Πρόκειται για μια Συμφωνία η οποία προήλθε μετά από την επίσκεψη μελών του Γαλλικού Κοινοβουλίου στην Τουρκία το 2025 για αναζήτηση κοινών τόπων συνεργασίας.
Τουρκικά ΜΜΕ σχολίασαν το θέμα με συγκρατημένη αισιοδοξία τονίζοντας ότι η Συμφωνία αυτή δεν αναφέρει πουθενά θέματα προμήθειας των πυραύλων meteor για τα τουρκικά Eurofighter, του Γαλλοιταλικου Αντιαεροπορικου – Αντιβαλλιστικου Συστήματος SAMP/T κλπ.
Αντιθέτως ελληνικοί κύκλοι υπερθεματισαν, υπερτονίζοντας τη σημασία αυτής της Συμφωνίας αναφέροντας ότι αυτή διεμβολιζει την Αμυντική Συμφωνία Ελλάδας – Γαλλίας και επιπλέον εμφανίζοντας τη γαλλική πλευρά να δίνει το πράσινο φως για τους πυραύλους meteor!!!!
Το αβάσιμο αυτού του ισχυρισμού φαίνεται και από το γεγονός ότι στις επιτροπές Τουρκίας και Γαλλίας οι οποίες υπέγραψαν τη Συμφωνία αυτή, δεν υπήρχαν αξιωματούχοι του τομέα Αμυντικής Βιομηχανίας των δύο χωρών!!!
Δεν υφίσταται τέτοιο θέμα και επιπλέον δεν υφίσταται και καμία πρόοδος στο θέμα της προμήθειας του Αντιβαλλιστικου – Αντιαεροπορικου Συστήματος SAMP-T στην Τουρκία αφού η Άγκυρα επιδιώκει απόκτηση τεχνολογίας και συμπαραγωγή, κάτι το οποίο δεν το συζητά η Γαλλοιταλικη πλευρά!!!
Σίγουρα μια τέτοια Συμφωνία Τουρκίας – Γαλλίας δεν είναι καλή εξέλιξη για τον Ελληνισμό όμως πρόκειται για ένα πλαίσιο έναρξης διαλόγου και τίποτα περισσότερο…
Η Τουρκία έχει πολλά ανοιχτά θέματα με τη Γαλλία και σύγκρουση συμφερόντων στο γεωπολιτικό πεδίο και ο διάλογος αυτός είναι καταδικασμένος να αποτύχει.!!!
Καλό είναι εμείς οι ίδιοι να μην “ρίχνουμε νερό στον μύλο” της τουρκικής προπαγάνδας!!!
GEOPOLITICO
Πώς η Τουρκία επιχειρεί να επιβάλει έλεγχο στο Αιγαίο – Οι προτάσεις για την προστασία των ακριτικών νησιών
Η σταδιακή διεύρυνση των τουρκικών διεκδικήσεων, η ενίσχυση του Λιμενικού και η οικονομική και δημογραφική αντοχή των νησιών κυριάρχησαν στις εισηγήσεις του Στέλιου Φενέκου και της Ντόρας Βακιρτζή. Παρεμβάσεις για την ΑΟΖ Ελλάδας–Κύπρου, τις γραμμές βάσης και την άμυνα του Αιγαίου.
Η Τουρκία επιχειρεί να μεταφέρει τις διεκδικήσεις της από τους χάρτες στην καθημερινή λειτουργία του Αιγαίου, ενώ τα ακριτικά νησιά αντιμετωπίζουν πιέσεις που αγγίζουν τη δυνατότητά τους να διατηρούν πληθυσμό, παραγωγή και κοινωνική συνοχή. Αυτές οι δύο όψεις της εθνικής ασφάλειας βρέθηκαν στο επίκεντρο της εσπερίδας του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, με θέμα «Πρακτικές προσεγγίσεις για τις θαλάσσιες ζώνες, τη νησιωτική πολιτική και τα στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας».
Βασικοί εισηγητές ήταν ο υποναύαρχος ε.α. Στέλιος Φενέκος και η Ντόρα Βακιρτζή. Την εκδήλωση προλόγισε ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ, αντιστράτηγος ε.α. Ιωάννης Μπαλτζώης, ενώ τη συζήτηση συντόνισε ο Λεόντιος Πορτοκαλάκης. Οι εισηγήσεις και οι παρεμβάσεις ανέδειξαν συγκεκριμένες προτάσεις, αλλά και διαφορετικές προσεγγίσεις για την κατοχύρωση των ελληνικών δικαιωμάτων.
Φενέκος: Η διεκδίκηση γίνεται καθημερινή πίεση
Ο Στέλιος Φενέκος εστίασε στην προσπάθεια της Άγκυρας να εμφανίζεται ως αρχή ελέγχου σε περιοχές όπου προβάλλει μονομερείς διεκδικήσεις. Χρησιμοποίησε τον όρο «creeping jurisdiction», περιγράφοντας μια σταδιακά διευρυνόμενη δικαιοδοσία που επιχειρείται να επιβληθεί στην πράξη.
Συνέδεσε τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα, τη «Γαλάζια Πατρίδα», τις ανταγωνιστικές NAVTEX και την παρουσία μέσων επιτήρησης με μια ευρύτερη τακτική: τη δημιουργία της εντύπωσης ότι για δραστηριότητες στο Αιγαίο απαιτείται τουρκική έγκριση ή συνεννόηση.
Διευκρίνισε ότι οι μονομερείς αυτές πράξεις δεν δημιουργούν από μόνες τους διεθνές δίκαιο. Μπορούν, όμως, κατά την εκτίμησή του, να αποθαρρύνουν αλιείς, εταιρείες και τρίτες χώρες από τη δραστηριοποίηση σε συγκεκριμένες περιοχές.
Έθεσε ως υποθετικό παράδειγμα τη σύλληψη αλιέων από τουρκικό σκάφος και τη μεταφορά τους σε τουρκικό δικαστήριο. Το ζητούμενο για την Ελλάδα, υποστήριξε, είναι η έγκαιρη αποτροπή μιας τέτοιας ενέργειας, καθώς η διαχείρισή της γίνεται δυσκολότερη αφού συντελεστεί.
«Η στρατηγική της καθημερινότητος απαιτεί συνεχή παρουσία στο Αιγαίο»
Η απάντηση που πρότεινε περιλαμβάνει ενίσχυση του Λιμενικού με προσωπικό, ισχυρά σκάφη και εκπαίδευση, καθώς και στενότερη συνεργασία και συνεκπαίδευση με το Πολεμικό Ναυτικό.
Κατά τον ίδιο, η πολιτική ηγεσία χρειάζεται περισσότερα εργαλεία χειρισμού κρίσεων, ώστε να αντιμετωπίζει ενέργειες αστυνομικού χαρακτήρα στο αντίστοιχο επίπεδο, διατηρώντας τη δυνατότητα στρατιωτικής αντίδρασης εφόσον απαιτηθεί.
Πρότεινε επίσης να εξεταστεί η αξιοποίηση στο Λιμενικό περιπολικών που έχουν παραληφθεί από τις ΗΠΑ, καθώς και η μεταφορά εμπειρίας από στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού.
«Η στρατηγική της καθημερινότητος απαιτεί συνεχή παρουσία στο Αιγαίο», τόνισε, συνδέοντας την παρουσία αυτή με την προστασία των ψαράδων και την ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας των νησιωτών.
Η αποτροπή, στην προσέγγισή του, απαιτεί έναν κρατικό μηχανισμό που λειτουργεί καθημερινά. Όπως υπογράμμισε, «η ισχύς της χώρας δεν είναι μόνο τα όπλα της»: περιλαμβάνει την πολιτική απόφαση, τους διοικητικούς μηχανισμούς και τα μέτρα αστυνόμευσης.
Γραμμές βάσης και 12 μίλια: Η προετοιμασία πίσω από τις αποφάσεις
Ο υποναύαρχος αναφέρθηκε στην αξιοποίηση των γραμμών βάσης και στο κλείσιμο κόλπων, υποστηρίζοντας ότι μπορούν να διευρύνουν τον θαλάσσιο χώρο ελληνικής κυριαρχίας. Επέμεινε ότι η εφαρμογή τους προϋποθέτει πολιτική απόφαση και προετοιμασία.
Για την επέκταση της χωρικής θάλασσας στα 12 ναυτικά μίλια, έδωσε έμφαση στον σχεδιασμό για τις προσβάσεις στο Αιγαίο και στη διαχείριση της διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Στη συζήτηση διευκρινίστηκε ότι δεν κλείνουν όλες οι νότιες προσβάσεις με μια τέτοια επέκταση, καθώς σε ορισμένα περάσματα οι αποστάσεις επιτρέπουν τη διατήρηση διαδρόμων πέρα από τη χωρική θάλασσα.
Έγιναν επίσης παρεμβάσεις για τη διάκριση ανάμεσα στην αβλαβή διέλευση και τη διέλευση τράνζιτ. Η συζήτηση ανέδειξε τη σημασία της ακριβούς εξέτασης κάθε στενού, με διαφορετικές τοποθετήσεις σε επιμέρους νομικά ζητήματα.
Ο Ηρακλής Καλογεράκης επισήμανε τη διάκριση μεταξύ αρχιπελάγους και αρχιπελαγικού κράτους: ο γεωγραφικός χαρακτηρισμός του Αιγαίου ως αρχιπελάγους δεν συνεπάγεται ότι η Ελλάδα υπάγεται στο ειδικό καθεστώς των αρχιπελαγικών κρατών.
Το καλώδιο προς την Κύπρο και η παγίδα του «συντονισμού»
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο Φενέκος στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και στις τουρκικές απαιτήσεις για την πόντιση καλωδίων.
Στη δική του προσέγγιση, η διάκριση μεταξύ καλωδίων και αγωγών έχει κρίσιμη σημασία. Υποστήριξε ότι η Άγκυρα μετακινεί τη διατύπωσή της από την απαίτηση «άδειας» στην απαίτηση «συντονισμού», επιδιώκοντας να διατηρήσει ρόλο στη διαδικασία.
Αξιολόγησε θετικά την ανάδειξη του έργου ως ευρωπαϊκού ζητήματος, επειδή διευρύνει τα διαθέσιμα διπλωματικά εργαλεία. Παρουσίασε ως ενδεχόμενες επιλογές μια διαφορετική όδευση σε σχέση με την οριοθετημένη περιοχή Ελλάδας–Αιγύπτου και έναν χειρισμό μέσω NAVTEX, τον οποίο χαρακτήρισε επισφαλή ως προς τον τρόπο εφαρμογής του.
Οι επιλογές αυτές παρουσιάστηκαν ως σενάρια χειρισμού και όχι ως ανακοινωμένες αποφάσεις αλλαγής του έργου.
Ο ίδιος ζήτησε συστηματική προετοιμασία των ελληνικών νομικών επιχειρημάτων και ενεργή παρουσία στους διεθνείς οργανισμούς, ώστε καμία τουρκική διεκδίκηση να μη μένει αναπάντητη.
Βακιρτζή: Η ασφάλεια των νησιών περνά από την αντοχή των κοινωνιών τους
Η Ντόρα Βακιρτζή εξέτασε τη νησιωτική πολιτική μέσα από τις κρίσεις και την ανθεκτικότητα. Έθεσε το ερώτημα κατά πόσο οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τις ανατολικές παραμεθόριες περιοχές ανταποκρίνονται στις ανάγκες του Ανατολικού Αιγαίου και της Κύπρου.
Επισήμανε ότι χαρακτηριστικά απειλής που αναγνωρίζονται σε άλλα ευρωπαϊκά σύνορα —η εργαλειοποίηση της μετανάστευσης, οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου και η εχθρική ρητορική— αφορούν και τον ελληνικό και κυπριακό χώρο.
Επικαλούμενη στοιχεία στην παρουσίασή της, ανέφερε δημογραφική συρρίκνωση περίπου 12% στο Βόρειο Αιγαίο μεταξύ 2019 και 2023 και κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης στο 41,2% του ευρωπαϊκού μέσου όρου για το 2024.
Συνέδεσε αυτές τις πιέσεις με την ανάγκη ενίσχυσης της τοπικής παραγωγής, των υπηρεσιών και των υποδομών που επιτρέπουν στους κατοίκους να παραμένουν στον τόπο τους.
Η παραγωγή των νησιών και η κτηνοτροφική κρίση
Η εισηγήτρια ανέδειξε τα ιδιαίτερα προϊόντα των νησιών, όπως η μαστίχα της Χίου και το ελαιόλαδο της Λέσβου, ως βάση μιας οικονομίας με περισσότερα στηρίγματα.
Άσκησε έντονη κριτική στη διαχείριση της κτηνοτροφικής κρίσης στη Λέσβο, υποστηρίζοντας ότι οι εκτεταμένες θανατώσεις ζώων απειλούν την τοπική παραγωγή και έναν σημαντικό γενετικό πόρο. Διατύπωσε επίσης καταγγελίες για τον τρόπο ταφής των ζώων και τους κινδύνους που, κατά την ίδια, δημιουργούνται για το έδαφος και τον υδροφόρο ορίζοντα.
Η τοποθέτησή της συνέδεσε την προστασία της παραγωγής με την παραμονή των κατοίκων: η απώλεια ενός παραγωγικού κλάδου σε μια ακριτική περιοχή επηρεάζει την απασχόληση, τις οικογένειες και τη συνοχή της τοπικής κοινωνίας.
Τουρισμός και επενδύσεις με κριτήριο την ασφάλεια
Στο πεδίο του τουρισμού, η Βακιρτζή αναγνώρισε τα έσοδα από τους Τούρκους επισκέπτες και τη θετική σημασία των σχέσεων μεταξύ των πληθυσμών. Προειδοποίησε, ωστόσο, για τις επιπτώσεις της υπερβολικής εξάρτησης της τοπικής οικονομίας από τη ζήτηση της γειτονικής χώρας.
Έθεσε παράλληλα ζητήματα ελέγχου επενδύσεων και αγορών ακινήτων σε ευαίσθητες περιοχές. Στη συζήτηση που ακολούθησε, επισημάνθηκε από παρεμβαίνοντες ότι υπάρχουν διαδικασίες ελέγχου στις παραμεθόριες περιοχές και δυνατότητα παρέμβασης των αρμόδιων αρχών άμυνας.
Η εισήγησή της έδωσε προτεραιότητα στην οικονομική ανθεκτικότητα με γνώμονα την ασφάλεια: παραγωγή με περισσότερες πηγές εισοδήματος, σύνδεση με την ελληνική ενδοχώρα και φίλιες αγορές, καθώς και υποδομές που μπορούν να λειτουργούν σε περίοδο κρίσης.
Υποδομές, ιστορική μνήμη και εμπιστοσύνη στους ακρίτες
Οι προτάσεις της περιλάμβαναν υποδομές διπλής χρήσης για την ανάπτυξη και την άμυνα, μεγαλύτερη ενεργειακή και υδατική αυτονομία, ενίσχυση κοινωνικών υπηρεσιών και υποστήριξη της αποκεντρωμένης παραγωγής.
Στάθηκε επίσης στην ιστορική μνήμη και την πολιτισμική ταυτότητα. Πρότεινε στενότερη σύνδεση της στρατιωτικής θητείας με τη γνωριμία των στρατευμένων με τις ακριτικές κοινωνίες, δικτύωση σχολείων και προσανατολισμό των μαθητικών επισκέψεων προς τις παραμεθόριες περιοχές.
Κλείνοντας, επέκρινε τη στάση της πολιτείας απέναντι στις αντιδράσεις των νησιωτών για τη διαχείριση του μεταναστευτικού, αναφερόμενη στα γεγονότα του 2020.
«Δεν νομίζω ότι με αυτό τον τρόπο χτίζεις συνοχή», ανέφερε. «Δεν νομίζω ότι με αυτό τον τρόπο δημιουργείς αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης στους ακρίτες».
Μαρτζούκος: Το πρόβλημα είναι πολιτικό και επεκτατικό
Ο αντιναύαρχος ε.α. Βασίλειος Μαρτζούκος υπογράμμισε ότι πίσω από τη νομική συζήτηση βρίσκεται ένα πολιτικό και επεκτατικό ζήτημα.
Προειδοποίησε ότι «κάθε παραχώρηση και συμβιβασμός απομονώνει τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου», ενώ έθεσε ερωτήματα για το δημογραφικό και τις επενδύσεις σε περιοχές στρατηγικού ενδιαφέροντος.
Η παρέμβασή του ανέδειξε την ανάγκη συνολικής αντιμετώπισης των πιέσεων στα νησιά, συνδέοντας τη διπλωματική στάση με την άμυνα και την κοινωνική τους αντοχή.
Κατσούφρος: Η πρόταση για ΑΟΖ Ελλάδας–Κύπρου μέσω του Δικαστηρίου της ΕΕ
Στη διαδικτυακή παρέμβασή του, ο Θεόδωρος Κατσούφρος παρουσίασε την πρόταση προσφυγής Ελλάδας και Κύπρου στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με επίκληση του άρθρου 273 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ και κοινό συνυποσχετικό, για την οριοθέτηση της μεταξύ τους ΑΟΖ.
Κατά την άποψή του, η διαδρομή αυτή προϋποθέτει πολιτική βούληση και εξέταση των σχετικών προϋποθέσεων, με εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.
Ο Φενέκος εξέφρασε επιφυλάξεις για τις επικαλυπτόμενες διεκδικήσεις και το ζήτημα της επήρειας του Καστελλόριζου, τονίζοντας ότι μια τέτοια επιλογή χρειάζεται ισχυρή υποστήριξη.
Η συζήτηση ανέδειξε συγκεκριμένες επιλογές για την ελληνική πολιτική: καθημερινή προστασία στη θάλασσα, διεθνή τεκμηρίωση των ελληνικών θέσεων και παραγωγική, δημογραφική και κοινωνική ενίσχυση των ακριτικών νησιών.
GEOPOLITICO
Η Τουρκία δοκιμάζει επιστράτευση στη Φώκαια – Στο επίκεντρο η πολεμική ετοιμότητα των αμφίβιων δυνάμεων
Από τις 21 έως τις 27 Οκτωβρίου η «Yıldırım-2026» – Έφεδροι καλούνται να παρουσιαστούν στην 1η Ταξιαρχία Αμφίβιου Πεζικού, την ώρα που η Άγκυρα εντείνει τις ασκήσεις μεγάλης κλίμακας στη δυτική Τουρκία
Νέα διάσταση αποκτά η στρατιωτική κινητικότητα της Τουρκίας στα παράλια του Αιγαίου, καθώς η Άγκυρα προχωρά σε άσκηση επιστράτευσης με επίκεντρο μία από τις σημαντικότερες μονάδες αμφίβιων επιχειρήσεων των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Από τις 21 έως τις 27 Οκτωβρίου 2026 θα πραγματοποιηθεί στη Φώκαια η άσκηση «Yıldırım-2026», με κεντρικό σχηματισμό την 1η Ταξιαρχία Αμφίβιου Πεζικού του τουρκικού Ναυτικού.
Το ιδιαίτερο στοιχείο της άσκησης δεν είναι αυτή τη φορά η παρουσία νέων οπλικών συστημάτων, αλλά ο ίδιος ο μηχανισμός μετάβασης από την ειρηνική στην πολεμική σύνθεση.
Καλούνται έφεδροι με διαταγές πολεμικής τοποθέτησης
Στο πλαίσιο της «Yıldırım-2026» αναμένεται να κληθούν έφεδροι στους οποίους έχει ήδη αποδοθεί το λεγόμενο «sefer görev emri», δηλαδή διαταγή πολεμικής τοποθέτησης.
Οι έφεδροι θα παρουσιαστούν στις μονάδες στις οποίες έχουν κατανεμηθεί και θα εκπαιδευτούν στα καθήκοντα που προβλέπεται να αναλάβουν σε συνθήκες επιστράτευσης.
Παράλληλα θα δοκιμαστούν στην πράξη οι διαδικασίες ειδοποίησης, προσέλευσης και κατάταξης προσωπικού, η συνεργασία μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών αρχών, αλλά και ο συντονισμός των Ενόπλων Δυνάμεων με υπουργεία και άλλες κρατικές υπηρεσίες.
Στην ουσία, η Τουρκία ελέγχει την ικανότητα ενός στρατιωτικού σχηματισμού να περάσει γρήγορα από την καθημερινή του διάταξη στην πλήρη πολεμική επάνδρωση.
Δεν είναι μεμονωμένη άσκηση
Η συγκεκριμένη κινητοποίηση εντάσσεται σε ευρύτερο πρόγραμμα ασκήσεων επιστράτευσης για το 2026.
Συνολικά προβλέπεται η συμμετοχή 7.686 εφέδρων, οι οποίοι είχαν αρχίσει να ενημερώνονται μέσω SMS από τις 15 Μαΐου.
Αντίστοιχη άσκηση έχει ήδη πραγματοποιηθεί στην 1η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία στο Μπαμπάεσκι της Ανατολικής Θράκης, ενώ έχουν προγραμματιστεί και άλλες ασκήσεις «Yıldırım» στην 5η Κύρια Αεροπορική Βάση στη Μερζιφούντα, από τις 3 έως τις 9 Οκτωβρίου, καθώς και στην 70ή Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία στο Μαρντίν, από τις 15 έως τις 21 Οκτωβρίου.
Το γεγονός, επομένως, δεν συνιστά από μόνο του έκτακτη κινητοποίηση λόγω Αιγαίου.
Η σημασία του, ωστόσο, αυξάνεται από τη στιγμή που η άσκηση στη Φώκαια αφορά μονάδα αμφίβιων επιχειρήσεων στη δυτική ακτή της Τουρκίας και πραγματοποιείται σε μία περίοδο αυξημένης στρατιωτικής δραστηριότητας.
Μετά τη μεταφορά της 51ης Ταξιαρχίας Καταδρομών στο Σόκε
Η «Yıldırım-2026» έρχεται μετά τη μεταφορά της 51ης Ταξιαρχίας Καταδρομών στο Σόκε, απέναντι από τη Σάμο, εξέλιξη που έχει προκαλέσει αυξημένη προσοχή στην ελληνική πλευρά.
Η 1η Ταξιαρχία Αμφίβιου Πεζικού στη Φώκαια αποτελεί βασικό κρίκο της τουρκικής αμφίβιας ικανότητας στο Αιγαίο και βρίσκεται σε περιοχή με ιδιαίτερη επιχειρησιακή σημασία για τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Αυτό που προκύπτει από το σύνολο των κινήσεων είναι ότι η Άγκυρα δεν περιορίζεται στην ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων, αλλά δίνει ιδιαίτερο βάρος στην εκπαίδευση προσωπικού, στην ταχύτητα κινητοποίησης και στην ικανότητα συντονισμού διαφορετικών κλάδων.
Χρονιά μεγάλης στρατιωτικής δραστηριότητας
Το 2026 έχει ήδη καταγραφεί ως μία ιδιαίτερα δραστήρια χρονιά για τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Στη «Mavi Vatan-2026», τον Απρίλιο, συμμετείχαν περίπου 120 πλοία, 50 εναέρια μέσα και 15.000 στελέχη, ενώ από το «TC
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας