ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
FDD: Η Δημοκρατία στην Τουρκία Πεθαίνει
Η Αποδόμηση της Αντιπολίτευσης από τον Ερντογάν και το «Μοντέλο» του Παρατεταμένου Αυταρχισμού
Στις 21 Μαΐου 2026, ένα τουρκικό δικαστήριο εξέδωσε μια απόφαση που ενδέχεται να καταγραφεί ως η πιο καθοριστική πολιτική εξέλιξη στη σύγχρονη ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Η ουσιαστική απομάκρυνση της εκλεγμένης ηγεσίας του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), υπό τον Οζγκιούρ Οζέλ, αποτελεί το τελειωτικό χτύπημα σε ένα αφήγημα που η Άγκυρα συντηρούσε επιμελώς για χρόνια: ότι η Τουρκία, παρά τα εμφανή ελαττώματά της, παραμένει μια λειτουργική και ανταγωνιστική δημοκρατία.
Σε μια εκτενή και βαρύνουσας σημασίας ανάλυση για το Ίδρυμα για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών (FDD), η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα The Jerusalem Post, ο Σινάν Τζιντί (Sinan Ciddi), Ανώτερος Συνεργάτης του FDD και Διευθυντής του Προγράμματος για την Τουρκία, αποδομεί τις τελευταίες εξελίξεις. Ο Τζιντί εξηγεί πώς οι θεσμοί της χώρας έχουν μετατραπεί ολοκληρωτικά σε εργαλεία εξυπηρέτησης της εξουσίας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εκμηδενίζοντας κάθε πιθανότητα δημοκρατικής εναλλαγής.
Το Παράδοξο της Καταστολής: Φόβος, όχι Ισχύς
Με την πρώτη ματιά, η κίνηση του καθεστώτος να διαλύσει την ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης μοιάζει αυτοκαταστροφική. Γιατί ένας ηγέτης που κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή για περισσότερες από δύο δεκαετίες να αισθανθεί την ανάγκη να εξοντώσει πολιτικά ένα κόμμα που ήδη λειτουργεί υπό καθεστώς τεράστιων μειονεκτημάτων και πιέσεων;
Η απάντηση, σύμφωνα με τον Τζιντί, εδράζεται σε μια βασική αρχή της πολιτικής επιστήμης, όπως αυτή έχει διατυπωθεί από τον αναλυτή Τίμοθι Φράι: «Οι σύγχρονοι αυταρχικοί ηγέτες φυλακίζουν ή παραγκωνίζουν τους δημοκρατικούς τους αντιπάλους όχι επειδή είναι ισχυροί, αλλά επειδή είναι ευάλωτοι». Η καταστολή εντείνεται όταν οι εκλογικές διαδικασίες γίνονται απρόβλεπτες, όταν η οικονομική παρακμή διαβρώνει τη λαϊκή υποστήριξη και όταν χαρισματικές προσωπικότητες της αντιπολίτευσης αρχίζουν να προσφέρουν στους ψηφοφόρους μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση.
Η Τουρκία του 2026 ταιριάζει απόλυτα σε αυτό το μοντέλο. Ο Ερντογάν κυβερνά μια χώρα εξαντλημένη από τον καλπάζοντα πληθωρισμό, την κατάρρευση του νομίσματος, τη θεσμική σήψη και τη γενικευμένη κοινωνική κόπωση. Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια διαρκώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια. Επιπλέον, η νίκη του CHP στις δημοτικές εκλογές του 2024 –ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα– απέδειξε ότι η αντιπολίτευση διατηρούσε τη δυναμική να συσπειρώνει τους πολίτες, παρά την ασφυκτική πίεση του κράτους.
Συνεπώς, η πρόσφατη δικαστική παρέμβαση δεν αποτελεί επίδειξη ισχύος, αλλά σαφές δείγμα ανασφάλειας του καθεστώτος. Ο Ερντογάν και οι σύμμαχοί του τρομάζουν στην ιδέα μιας συγκροτημένης και απειλητικής αντιπολίτευσης.
Η Ψευδαίσθηση της Εύθραυστης Αυταρχίας
Ωστόσο, ο Τζιντί προειδοποιεί τη Δύση για ένα σοβαρό αναλυτικό λάθος: το να ερμηνεύεται η ανασφάλεια ή η απώλεια της λαϊκής νομιμοποίησης μιας κυβέρνησης ως ένδειξη επικείμενης κατάρρευσης.
Οι δυτικοί παρατηρητές τείνουν να θεωρούν ότι τα αυταρχικά καθεστώτα που στερούνται δημοκρατικής βάσης είναι εγγενώς εύθραυστα. Η περίπτωση της Τουρκίας αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο. Μια κυβέρνηση μπορεί να έχει χάσει τη νομιμοποίησή της στη συνείδηση του λαού, αλλά παραμένει εξαιρετικά ανθεκτική αν ελέγχει πλήρως τον κρατικό μηχανισμό.
Την τελευταία δεκαετία, το τουρκικό κράτος αναδιαμορφώθηκε ριζικά. Δεν είναι πλέον ένας μηχανισμός διακυβέρνησης, αλλά ένας μηχανισμός περιχαράκωσης και διατήρησης της εξουσίας:
-
Η Δικαιοσύνη κάμπτεται πλήρως μπροστά στις επιθυμίες της εκτελεστικής εξουσίας.
-
Τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης έχουν συστηματικά εξοντωθεί.
-
Οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου και οι ρυθμιστικές αρχές λειτουργούν ως πολιτικά όργανα.
-
Η κοινωνία των πολιτών αντιμετωπίζει διαρκή εκφοβισμό.
Οι εκλογές συνεχίζουν να διεξάγονται, αλλά σε ένα παντελώς άνισο πεδίο. Το πιο σημαντικό είναι ότι το κράτος έχει αποδείξει τη σταθερή του βούληση να τιμωρεί τη διαφωνία με κάθε κόστος. Η φυλάκιση του ακτιβιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων Οσμάν Καβαλά και η δικαστική δίωξη του δημάρχου της Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου, αποτελούν αδιάψευστα τεκμήρια αυτής της στρατηγικής.
Το καθεστώς άντλησε τα δικά του συμπεράσματα από το παρελθόν. Κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων στο Πάρκο Γκεζί το 2013, πολλοί πίστεψαν ότι η κοινωνική πίεση θα έθετε όρια στην αυθαιρεσία. Αντίθετα, η Άγκυρα σκλήρυνε τη στάση της. Οι επικριτές έχασαν τις θέσεις τους, οι θεσμοί αποδυναμώθηκαν περαιτέρω και το μάθημα που πήρε η κυβέρνηση ήταν απλό: η καταστολή δεν έχει ρίσκο· η καταστολή αποδίδει.
Το Νέο Υβριδικό Μοντέλο: Λύνοντας το «Γρίφο» του Αυταρχισμού
Η δικαστική απόφαση της 21ης Μαΐου σηματοδοτεί ότι η Τουρκία δεν «διολισθαίνει» απλώς προς τον αυταρχισμό, αλλά έχει ήδη εγκαθιδρύσει ένα νέο, εδραιωμένο μοντέλο διακυβέρνησης. Αυτό το μοντέλο διαφοροποιείται τόσο από το συγκεντρωτικό μονοκομματικό σύστημα της Κίνας όσο και από τις χαοτικές στρατιωτικές δικτατορίες που γνώρισε ιστορικά ο αραβικός κόσμος.
Σε αντίθεση με την Κίνα, η Τουρκία διατηρεί μια βιτρίνα δημοκρατικού ανταγωνισμού. Σε αντίθεση με ορισμένες αραβικές αυταρχίες, ο Ερντογάν εξακολουθεί να απολαμβάνει μια γνήσια βάση λαϊκής υποστήριξης. Το κρίσιμο στοιχείο, όμως, είναι ότι οι θεσμοί πλέον χρησιμοποιούνται για να νομιμοποιούν την εξουσία του, όχι για να την περιορίζουν.
Αυτό το υβριδικό μοντέλο αποδεικνύεται ανησυχητικά ανθεκτικό καθώς συνδυάζει:
-
Την εκλογική νομιμοποίηση (τη διεξαγωγή καλπών).
-
Τον θρησκευτικό εθνικισμό.
-
Τα πελατειακά δίκτυα εξάρτησης.
-
Την απόλυτη κυριαρχία στα ΜΜΕ.
-
Την επιλεκτική αλλά εξοντωτική καταστολή.
-
Την πλήρη άλωση των θεσμών.
Με αυτόν τον τρόπο, η Άγκυρα φαίνεται να έχει «λύσει τον γρίφο» του σύγχρονου αυταρχισμού: πώς να διατηρείς την εξωτερική εμφάνιση μιας δημοκρατίας, έχοντας εξαφανίσει πλήρως την ουσία της. Έτσι, το καθεστώς καταφέρνει να επιβιώνει ακόμα και μέσα από βαθιές οικονομικές κρίσεις και κατακόρυφη πτώση της δημοτικότητάς του.
Μια Προειδοποίηση που Ξεπερνά την Τουρκία
Η ανάλυση του Σινάν Τζιντί κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη διεθνή κοινότητα. Η σημασία της εξόντωσης του CHP ξεπερνά τα σύνορα της Τουρκίας. Για χρόνια, εξωτερικοί παρατηρητές πίστευαν ότι οι βαθιές δημοκρατικές παραδόσεις της Τουρκίας θα λειτουργούσαν τελικά ως αυτοδιορθωτικός μηχανισμός, οδηγώντας νομοτελειακά στην αλλαγή σκυτάλης στην εξουσία μέσω της κάλπης.
Όμως, τι συμβαίνει όταν οι ίδιοι οι μηχανισμοί της δημοκρατικής αντικατάστασης αποσυναρμολογούνται; Τι γίνεται όταν τα μη δημοφιλή καθεστώτα παύουν να φοβούνται τις εκλογές, επειδή ελέγχουν απόλυτα τους θεσμούς που τις διοργανώνουν, τις αστυνόμευουν και τις κρίνουν;
Αυτή είναι η αναδυόμενη πραγματικότητα στην Τουρκία σήμερα. Το καθεστώς του Ερντογάν μπορεί να είναι πιο εύθραυστο από ό,τι φαίνεται, αλλά η θεσμική του αδυναμία δεν πρόκειται να γεννήσει ευκαιρίες για εκδημοκρατισμό. Αντίθετα, η ιστορία δείχνει ότι η ανασφάλεια γεννά καθεστώτα πιο αδίστακτα στην καταστολή, πιο καχύποπτα απέναντι στους αντιπάλους τους και πιο πρόθυμα να κατεδαφίσουν και το τελευταίο κανάλι ειρηνικής πολιτικής αλλαγής.
Η δημοκρατία στην Τουρκία πεθαίνει. Και το πιο τραγικό, όπως καταλήγει ο Τζιντί, είναι ότι εκατομμύρια Τούρκοι πολίτες συνειδητοποιούν πλέον με τον πιο σκληρό τρόπο ότι η αντικατάσταση της κυβέρνησής τους –είτε μέσω της κάλπης είτε μέσω των δρόμων– ενδέχεται να μην είναι πια εφικτή.
Αναλύσεις
Νέα πρόκληση Ράμα κατά Ελλάδας: Μίλησε για «αδέρφια της Χρυσής Αυγής» και υβριδικό πόλεμο
Πρόκειται για επικοινωνιακή τακτική που θολώνει την πραγματική ουσία: τα δικαιώματα των ανθρώπων που ζουν στις περιοχές αυτές και βλέπουν τη γη και τον τρόπο ζωής τους να απειλούνται από μεγάλες επενδύσεις.
Σε νέα επίθεση με αιχμές κατά της Ελλάδας προχώρησε ο Έντι Ράμα, επιχειρώντας να παρουσιάσει τις αντιδράσεις για περιβαλλοντικά ζητήματα και τουριστικές επενδύσεις στην Αλβανία ως μέρος ενός ευρύτερου «υβριδικού πολέμου» εναντίον της χώρας του.
Ο Αλβανός πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η Αλβανία γνωρίζει «από πού έρχεται» αυτός ο πόλεμος, αφήνοντας σαφείς αιχμές για δυνάμεις που, όπως είπε, ενορχηστρώνουν αντιδράσεις με πρόσχημα την προστασία του περιβάλλοντος. Στο ίδιο πλαίσιο, έκανε λόγο για «δυνάμεις κατά της Ε.Ε.» και για κύκλους που χρησιμοποιούν περιβαλλοντικά ζητήματα υψηλής ευαισθησίας για να πλήξουν την αναπτυξιακή πορεία της Αλβανίας.
Η πιο προκλητική αναφορά του ήταν η σύνδεση αυτών των αντιδράσεων με τη Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα. Ο Ράμα μίλησε για «αδέρφια της Χρυσής Αυγής» που, όπως ισχυρίστηκε, ενώνονται με αλβανικούς κύκλους και δρουν στο όνομα της Αλβανίας και των Αλβανών, φορώντας δήθεν πατριωτικό μανδύα για την προστασία της φύσης.
«Είναι παγκοσμίως γνωστό γιατί είμαστε σεβαστοί ακόμη και εντός του ΝΑΤΟ, έχουμε μία από τις ισχυρότερες άμυνες κατά της κυβερνοτρομοκρατίας και έχουμε πολύ ισχυρή εικόνα για το από πού προέρχονται και πού πηγαίνουν», ανέφερε ο Αλβανός πρωθυπουργός, υποστηρίζοντας ότι η χώρα του βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο πεδίο υβριδικού πολέμου.
Ο Ράμα επέμεινε ότι τέτοιου είδους καταστάσεις δεν είναι αυθόρμητες, αλλά οργανώνονται και υποκινούνται από δυνάμεις που αντιστρατεύονται την ευρωπαϊκή πορεία και την οικονομική ανάπτυξη της Αλβανίας. «Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτός ο πόλεμος θα τελειώσει και όλοι θα πάρουν αυτό που τους αξίζει», είπε, προσθέτοντας ότι η Αλβανία και οι Αλβανοί θα πάρουν αυτό που δικαιούνται για την ανάπτυξη της οικονομίας τους.
Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκαν και τα πολυτελή τουριστικά θέρετρα, τα οποία υπερασπίστηκε με ιδιαίτερη ένταση. Ο Ράμα απάντησε σε όσους διερωτώνται γιατί η Αλβανία χρειάζεται τέτοιες επενδύσεις, υποστηρίζοντας ότι τα πολυτελή resorts είναι εκείνα που φέρνουν τα υψηλότερα έσοδα από τον τουρισμό.
Μάλιστα, σε μια χαρακτηριστική αποστροφή, είπε ότι όποιος έχει απορίες μπορεί να ρωτήσει ακόμη και το ChatGPT, το οποίο, όπως ανέφερε, θα απαντήσει ότι τα πολυτελή θέρετρα παράγουν εισόδημα. Με αυτόν τον τρόπο επιχείρησε να παρουσιάσει τις αντιδράσεις ως αποτέλεσμα άγνοιας, λέγοντας ότι «η άγνοια δεν είναι ποτέ επιχείρημα».
Η παρέμβαση Ράμα έρχεται σε μια περίοδο έντονης αντιπαράθεσης για τις τουριστικές επενδύσεις στην Αλβανία, την περιβαλλοντική προστασία και τις καταγγελίες για περιουσίες και δικαιώματα περιοχών όπου υπάρχει ελληνικό στοιχείο. Αντί, όμως, να απαντήσει επί της ουσίας στις ανησυχίες για τις επιπτώσεις τέτοιων έργων, ο Αλβανός πρωθυπουργός επέλεξε να καταγγείλει οργανωμένο πόλεμο, βάζοντας στο κάδρο και την Ελλάδα μέσω της αναφοράς στη Χρυσή Αυγή.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Ράμα επιχειρεί να μετατρέψει τις αντιδράσεις σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας και υβριδικής απειλής, αποφεύγοντας τη συζήτηση για τις περιουσίες, το περιβάλλον και τα δικαιώματα των τοπικών κοινοτήτων. Με άλλα λόγια, όποιος αντιδρά στα σχέδια των Τιράνων κινδυνεύει να εμφανιστεί όχι ως πολίτης που ζητά διαφάνεια, αλλά ως μέρος σκοτεινού σχεδίου αποσταθεροποίησης.
Για την ελληνική πλευρά, οι δηλώσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Η αναφορά σε «αδέρφια της Χρυσής Αυγής» αποτελεί ευθεία πολιτική αιχμή, που επιχειρεί να στιγματίσει κάθε ελληνική ευαισθησία για τη μειονότητα, τις περιουσίες και το περιβάλλον ως ακροδεξιά ή αντιευρωπαϊκή. Πρόκειται για επικοινωνιακή τακτική που θολώνει την πραγματική ουσία: τα δικαιώματα των ανθρώπων που ζουν στις περιοχές αυτές και βλέπουν τη γη και τον τρόπο ζωής τους να απειλούνται από μεγάλες επενδύσεις.
Το μήνυμα του Ράμα είναι, ότι η αλβανική κυβέρνηση δεν προτίθεται να κάνει πίσω στα μεγάλα τουριστικά σχέδια. Το ερώτημα είναι αν η Αθήνα θα αφήσει αναπάντητη ακόμη μία δημόσια στοχοποίηση όσων αντιδρούν στις μεθοδεύσεις των Τιράνων ή αν θα ζητήσει συγκεκριμένες εγγυήσεις για περιουσίες, περιβάλλον και ελληνική μειονότητα.
Αναλύσεις
Ο δρόμος πέρα από τα Στενά του Ορμούζ: Ώρα η Ινδία να αναβιώσει τον IMEC
Η σύνοδος Τραμπ – Σι Τζινπίνγκ ήταν η τελευταία προσπάθεια διατήρησης του σημερινού status quo. Η αποτυχία της θάβει κάθε ελπίδα ότι η διεθνής κοινότητα μπορεί να επιστρέψει στην προηγούμενη κατάσταση. Πλέον, εναπόκειται στον πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι να διαμορφώσει το μέλλον του περιφερειακού εμπορίου.
Γράφει ο Μάικλ Ρούμπιν, First Post
Η σκόνη κατακάθισε μετά τη συνάντηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ. Το γεγονός ότι η σύνοδος απέτυχε δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει κανέναν. Ο στόχος του Τραμπ δεν ήταν ούτε μια μεγάλη συμφωνία ούτε κάποια στρατηγική αναδιάταξη. Αντίθετα, επιδίωκε έναν αντιπερισπασμό. Στην Ουάσιγκτον αυξάνονται οι επικρίσεις για την υπόθεση Έπσταϊν και για τους χειρισμούς του στον πόλεμο με το Ιράν. Ο Τραμπ αγαπά τη μεγαλοπρέπεια και τη θεατρικότητα. Στο Πεκίνο μπορούσε να απολαύσει και τα δύο, χωρίς να αντιμετωπίσει την πίεση ενός δημοκρατικού Τύπου.
Ενώ οι επικριτές του Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι υποστηρικτές της Ταϊβάν φοβούνταν ότι θα διαπραγματευόταν τα δικαιώματα του νησιού ή τις αμερικανικές αμυντικές δεσμεύσεις, ο Τραμπ δεν προσήλθε προετοιμασμένος για τόσο μεγάλες συμφωνίες.
Από την πλευρά του, ο Σι Τζινπίνγκ επίσης χειρίστηκε άσχημα τη σύνοδο. Παρότι του αρέσει να εμφανίζεται από θέση ισχύος, οι πρόσφατες εκκαθαρίσεις στρατηγών του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού μεταδίδουν το αντίθετο μήνυμα: αυξανόμενη παράνοια και ανησυχία τόσο του ίδιου όσο και της κινεζικής κοινωνίας. Ο πληθυσμός της Κίνας γερνά ταχύτατα και πλέον μειώνεται, εξαιτίας της κληρονομιάς της πολιτικής του ενός παιδιού. Καθώς ο πληθυσμός συρρικνώνεται, η οικονομία της χώρας μπορεί επίσης να κλονιστεί. Ο Σι ίσως να κατάφερνε να σκηνοθετήσει ένα εντυπωσιακό θέαμα, όσο κενό κι αν ήταν, όμως οι παθογένειες της απολυταρχίας –η κακομεταχείριση ενός Αμερικανού δημοσιογράφου και ένα επεισόδιο με μέλος της Μυστικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ που συνόδευε τον πρόεδρο– κυριάρχησαν στα πρωτοσέλιδα.
Για τους περισσότερους Αμερικανούς, Ινδούς και πολίτες των βιομηχανικών χωρών, το βασικό ζήτημα ήταν η ενεργειακή ασφάλεια. Και αυτό παρέμεινε άλυτο. Οι προσπάθειες της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν να επιβάλει έλεγχο και τέλη στη διεθνή ναυσιπλοΐα εξακολουθούν να ισχύουν. Ακόμη και καθώς κυκλοφορούν πληροφορίες για πιθανή συμφωνία, οι λεπτομέρειες δείχνουν ότι η Τεχεράνη επιμένει να διατηρήσει τον έλεγχο των θαλάσσιων μεταφορών. Το Nour News, μέσο που συνδέεται με το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν, αναφέρει ότι η ιρανική θέση απαιτεί πρώτα την επιστροφή 11 δισεκατομμυρίων δολαρίων που είναι δεσμευμένα στο Κατάρ. Στη συνέχεια, Ιρανοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι θα καθορίσουν ποσοστώσεις διελεύσεων από τα Στενά του Ορμούζ, κάτι που ουσιαστικά σημαίνει τη συνέχιση του συστήματος διοδίων που επιδιώκει η Τεχεράνη.
Ο πόλεμος με το Ιράν έχει ήδη αλλάξει τους παγκόσμιους ναυτιλιακούς δρόμους. Πολλές χώρες εγκαταλείπουν τη διαδρομή μέσω του Μπαμπ ελ Μαντέμπ και της Ερυθράς Θάλασσας και επιλέγουν τον μακρύ περίπλου γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στη Νότια Αφρική. Ωστόσο, αυτή δεν αποτελεί απαραίτητα ασφαλή λύση. Η πειρατεία αυξάνεται ξανά στα ανοικτά της Σομαλίας και η αποτυχία της Ινδίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων χωρών να αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία της Σομαλιλάνδης και να τη χρησιμοποιήσουν ως πυλώνα θαλάσσιας ασφάλειας έχει τεράστιο κόστος.
Παρόλα αυτά, υπάρχει διέξοδος μέσω της αναβίωσης του Οικονομικού Διαδρόμου Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), ο οποίος παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 9 Σεπτεμβρίου 2023 από τον πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι στη σύνοδο κορυφής της G20 στο Νέο Δελχί. Η εισβολή της Χαμάς στο νότιο Ισραήλ και η σφαγή 1.200 αμάχων δημιούργησαν μια περιφερειακή κρίση που εκτροχίασε τις εργασίες για τον διάδρομο και τελικά συνέβαλε στη σημερινή σύγκρουση ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν. Με τον Διεθνή Διάδρομο Μεταφορών Βορρά–Νότου, που συνδέει την Ινδία με τη Ρωσία μέσω Ιράν, να θεωρείται απίθανο να λειτουργήσει στο άμεσο ή μεσοπρόθεσμο μέλλον λόγω των ζημιών στο Τσαμπαχάρ και της αβεβαιότητας γύρω από το μέλλον του Ιράν και της Ρωσίας, ενώ και η διαδρομή γύρω από την Αφρική γίνεται ολοένα πιο ευάλωτη λόγω της πειρατείας, ο IMEC αναδεικνύεται ως η πιο λογική εναλλακτική.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ινδία, ως η χώρα που σύντομα θα γίνει η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Ο Ναρέντρα Μόντι και ο πρόεδρος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Μοχάμεντ μπιν Ζαγιέντ, δεν είναι απλώς σύμμαχοι αλλά ολοένα και πιο στενοί στρατηγικοί εταίροι και φίλοι. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία επιδιώκουν επίσης να μεταφέρουν το εμπόριό τους μακριά από τις ευπάθειες του Περσικού Κόλπου. Το συνδικάτο φορτηγατζήδων της Ιορδανίας παραμένει εμπόδιο, καθώς αντιτίθεται στα σιδηροδρομικά σχέδια, όμως το Νέο Δελχί, το Αμπού Ντάμπι και το Ριάντ διαθέτουν το διπλωματικό και οικονομικό κεφάλαιο για να αναγκάσουν τον βασιλιά Αμπντάλα Β΄ να λάβει δύσκολες και αντιδημοφιλείς αποφάσεις που μέχρι σήμερα αποφεύγει.
Η σύνοδος Τραμπ–Σι ήταν η τελευταία ανάσα του παλιού status quo. Η αποτυχία της κλείνει οριστικά το κεφάλαιο της επιστροφής στο προηγούμενο διεθνές περιβάλλον. Πλέον, εναπόκειται στον Ναρέντρα Μόντι να διαμορφώσει το μέλλον του περιφερειακού εμπορίου. Για υπερβολικά μεγάλο διάστημα, η παραδοσιακή ινδική διπλωματική κουλτούρα οδήγησε την Ινδία να λειτουργεί πολύ κάτω από τις πραγματικές της δυνατότητες. Αυτό πρέπει να αλλάξει.
Αναλύσεις
Times of Israel: Η επίσκεψη Κάλας στο Πακιστάν και η «επικίνδυνη υποχώρηση» της Ε.Ε.
H ευρωπαϊκή στάση απέναντι στο Πακιστάν μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Παχαλγκάμ συνιστά επικίνδυνη διπλωματική υποχώρηση.
Σκληρή κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση και προσωπικά στην Κάγια Κάλας ασκεί ο Ιταλός πολιτικός σύμβουλος και γεωπολιτικός αναλυτής Σέρτζιο Ρεστέλι, με άρθρο του στους Times of Israel, υποστηρίζοντας ότι η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στο Πακιστάν μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Παχαλγκάμ συνιστά επικίνδυνη διπλωματική υποχώρηση.
Ο Ρεστέλι υποστηρίζει ότι η Ε.Ε. ξεκίνησε σωστά, καταδικάζοντας την τρομοκρατία και αναγνωρίζοντας ότι καμία αιτία δεν δικαιολογεί τη δολοφονία αμάχων. Ωστόσο, όπως σημειώνει, στη συνέχεια η ευρωπαϊκή γλώσσα διολίσθησε στη γνωστή λογική των «ίσων αποστάσεων», καλώντας «και τις δύο πλευρές» σε αυτοσυγκράτηση και αποκλιμάκωση. Κατά τον αρθρογράφο, αυτό μετέτρεψε μια τρομοκρατική επίθεση σε συμμετρική διένεξη Ινδίας–Πακιστάν.
Η βασική κατηγορία του είναι ότι οι Βρυξέλλες έπεσαν στην παγίδα που, όπως γράφει, το Ισλαμαμπάντ έχει τελειοποιήσει εδώ και δεκαετίες: πρώτα η επίθεση, μετά η άρνηση, στη συνέχεια η διεθνοποίηση της κρίσης και τέλος η εξίσωση του θύματος με τη βία που προκάλεσε την αντίδρασή του.
Στο επίκεντρο του άρθρου βρίσκεται η επίσκεψη της Κάγια Κάλας στο Ισλαμαμπάντ την 1η Ιουνίου 2026, στο πλαίσιο του 8ου Στρατηγικού Διαλόγου Ε.Ε.–Πακιστάν. Η επίσκεψη περιλάμβανε επαφές με τον πρόεδρο Ασίφ Αλί Ζαρντάρι, τον πρωθυπουργό Σεχμπάζ Σαρίφ και τον αρχηγό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων, στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ.
Ο Ρεστέλι δεν θεωρεί πρόβλημα καθαυτή την επίσκεψη. Το πρόβλημα, όπως γράφει, είναι το timing και το πολιτικό μήνυμα. Μετά την ευρωπαϊκή στάση «ισορροπίας» ανάμεσα σε Ινδία και Πακιστάν, η υψηλού επιπέδου παρουσία της Κάλας στο Ισλαμαμπάντ κινδυνεύει να εμφανιστεί ως διπλωματική αποκατάσταση του Πακιστάν, χωρίς απαίτηση λογοδοσίας για τρομοκρατία, εξτρεμιστικά δίκτυα και αποσταθεροποιητικό ρόλο στην περιοχή.
Ο αρθρογράφος κατηγορεί την Ευρώπη για στρατηγική σύγχυση. Από τη μία, λέει, οι Βρυξέλλες θέλουν την Ινδία ως στρατηγικό εταίρο, μιλούν για ασφάλεια, άμυνα και Ινδο-Ειρηνικό. Από την άλλη, όταν προκύπτει κρίση στη Νότια Ασία, επιστρέφουν στη γνωστή γραφειοκρατική γλώσσα της ισορροπίας, του διαλόγου και της αυτοσυγκράτησης.
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η σύγκριση με την Ουκρανία. Ο Ρεστέλι γράφει ότι στην περίπτωση της ρωσικής εισβολής η Ευρώπη ξέρει να κατονομάζει τον επιτιθέμενο, δεν ζητά από το Κίεβο και τη Μόσχα «ίση αυτοσυγκράτηση» όταν ρωσικοί πύραυλοι πλήττουν αμάχους και δεν μετατρέπει την εισβολή σε «παρεξήγηση». Αντιθέτως, στη Νότια Ασία, όταν η Ινδία αντιμετωπίζει διασυνοριακή τρομοκρατία, οι Βρυξέλλες ανακαλύπτουν ξαφνικά τη «λεπτότητα», την «ισορροπία» και τη «διαδικασία».
Το άρθρο παραπέμπει και στη γνωστή φράση του Ινδού υπουργού Εξωτερικών Σ. Τζαϊσάνκαρ, ότι η Ευρώπη πρέπει να ξεπεράσει τη νοοτροπία πως τα προβλήματα της Ευρώπης είναι προβλήματα του κόσμου, αλλά τα προβλήματα του κόσμου δεν είναι προβλήματα της Ευρώπης. Για τον Ρεστέλι, η επίσκεψη Κάλας στο Πακιστάν αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της ευρωπαϊκής αντίφασης.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο αρθρογράφος κατηγορεί την Ε.Ε. ότι ζητά από τον κόσμο η Ουκρανία να αντιμετωπίζεται ως δοκιμασία της διεθνούς τάξης, αλλά όταν η Ινδία ζητά καθαρή στάση απέναντι στην τρομοκρατία, η ευρωπαϊκή απάντηση θολώνει. Παρόμοια διπλά μέτρα, σημειώνει, εφαρμόζονται και στην περίπτωση του Ισραήλ.
Κατά τον Ρεστέλι, η Ινδία δεν ζητά από την Ευρώπη να εγκαταλείψει τη διπλωματία. Ζητά να αναγνωρίσει τη σειρά των γεγονότων: πρώτα ήρθε η επίθεση στο Παχαλγκάμ, πρώτα ήρθε η τρομοκρατία, πρώτα δολοφονήθηκαν άμαχοι. Συνεπώς, η νόμιμη αντίδραση ενός κράτους στη διασυνοριακή τρομοκρατία δεν μπορεί να εξισώνεται με ένα κρατικό οικοσύστημα που, όπως υποστηρίζει, επιτρέπει επί δεκαετίες τη λειτουργία τζιχαντιστικών δικτύων ως εργαλείων πίεσης.
Το τελικό μήνυμα του άρθρου είναι ότι η Ε.Ε. οφείλει να αλλάξει τη σειρά των προτεραιοτήτων της: πρώτα καταδίκη της τρομοκρατίας, έπειτα απαίτηση λογοδοσίας, πίεση στο Πακιστάν να διαλύσει τρομοκρατικά δίκτυα, αναγνώριση του δικαιώματος της Ινδίας να προστατεύει τους πολίτες της εντός του διεθνούς δικαίου και μετά έκκληση για αποκλιμάκωση.
Χωρίς αυτή τη σειρά, γράφει ο Ρεστέλι, η αυτοσυγκράτηση γίνεται βάρος που πέφτει κυρίως στο θύμα. Και αυτό, κατά τον ίδιο, είναι το μεγάλο λάθος της ευρωπαϊκής πολιτικής: αντί να απαιτεί λογοδοσία, προσφέρει στο Πακιστάν νομιμοποίηση χωρίς κόστος.
-
Πολιτική2 μήνες πριν«Μπλόκο» από τις ελληνικές αρχές στην Ισίν Καρατζά στο «Ελευθέριος Βενιζέλος»! Απέλαση με φόντο την Κομοτηνή και το επεισόδιο του 2024
-
Άμυνα4 εβδομάδες πρινΣυναγερμός στη Λευκάδα για Μυστηριώδες «Σκάφος-Φάντασμα» σε Σπηλιά – Εντόπισαν θαλάσσιο drone ουκρανικής κατασκευής
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΟ Τασούλας ξέχασε στον αέρα τα λόγια του! Το φάλτσο της 25ης Μαρτίου που έδειξε αμηχανία στο ύψος του θεσμού του προέδρου της Δημοκρατίας
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΣτρατηγική Σύμπραξη Ελλάδας-Κορέας-ΗΠΑ! Ο Όμιλος ONEX Μετατρέπει τα Ελληνικά Ναυπηγεία σε Διεθνή Κόμβο Καινοτομίας
-
Αναλύσεις2 εβδομάδες πρινΠροειδοποίηση του Ισραηλινού αναλυτή Σάι Γκαλ για το νομοσχέδιο της “Γαλάζιας Πατρίδας! «Η θαλάσσια φαντασίωση της Άγκυρας θα έχει τίμημα»
-
Αναλύσεις4 ημέρες πρινΑϋφαντής: Έρχεται πολεμική σύγκρουση
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΓιώργος Ασλάν στη Βουλή της Τουρκίας: «Τι απέγιναν οι Χριστιανοί αυτής της γης;»
-
Άμυνα3 εβδομάδες πρινΔικαίωση μετά από 5,5 χρόνια γραφειοκρατικού «γολγοθά»: Ο Έλληνας κατασκευαστής Γιάννης Αραπκούλες πήρε την άδεια παραγωγής ραβδωτών όπλων