ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Κύπρος 1974 – Η χαμένη αποστολή «Προγεφύρωμα»: Γιατί δεν πέταξαν τα ελληνικά Phantom;
Η μαρτυρία του αντιπτεράρχου ε.α. Παναγιώτη Μπαλέ, αρχηγού ενός από τους δύο σχηματισμούς βομβαρδισμού, φωτίζει μία από τις σκοτεινότερες σελίδες της τουρκικής εισβολής: Οκτώ F-4E Phantom, οπλισμένα με βόμβες Rockeye, περίμεναν στο Ηράκλειο την εντολή να πλήξουν το τουρκικό προγεφύρωμα. Η εντολή δεν δόθηκε ποτέ.
Ένα από τα κρισιμότερα αναπάντητα ερωτήματα της κυπριακής τραγωδίας επανέρχεται μέσα από την προσωπική μαρτυρία ενός αξιωματικού που δεν παρακολούθησε τα γεγονότα από κάποιο επιτελικό γραφείο, αλλά βρισκόταν μέσα σε ένα από τα αεροσκάφη που είχαν διαταχθεί να μετασταθμεύσουν στην Κρήτη και να προετοιμαστούν για πολεμική επιχείρηση στην Κύπρο.
Ο αντιπτέραρχος (Ι) ε.α. Παναγιώτης Μπαλές, αρχηγός του ενός από τους δύο σχηματισμούς βομβαρδισμού των ελληνικών F-4E Phantom, κατέθεσε στις 7 Απριλίου 2020 τη δική του εκδοχή για όσα συνέβησαν τον Ιούλιο του 1974. Με επιστολή του προς την «Καθημερινή», απάντησε σε άρθρο του καθηγητή Ιστορίας Ευάνθη Χατζηβασιλείου, ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι υπήρχε αδυναμία δράσης των ελληνικών Phantom κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής.
Ο Παναγιώτης Μπαλές απορρίπτει κατηγορηματικά αυτήν τη θέση. Υποστηρίζει ότι τα αεροσκάφη υπήρχαν, τα πληρώματα ήταν πλήρως ετοιμοπόλεμα, η αποστολή είχε σχεδιαστεί, ο κατάλληλος οπλισμός είχε τοποθετηθεί και οι χειριστές περίμεναν μέσα στα αεροσκάφη. Αυτό που δεν ήρθε ποτέ ήταν η τελική εντολή απογείωσης.
Τι συνέβη στις 22 Ιουλίου 1974
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αντιπτεράρχου, στις 22 Ιουλίου 1974, κατά την πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής, η ηγεσία της Πολεμικής Αεροπορίας διέταξε τη μεταστάθμευση δύο τετράδων βομβαρδιστικών Phantom στην Κρήτη.
Τα οκτώ αεροσκάφη έφθασαν στο Ηράκλειο και προετοιμάστηκαν για την αποστολή προσβολής των τουρκικών αποβατικών δυνάμεων που είχαν εγκατασταθεί στο προγεφύρωμα της Κερύνειας. Επικεφαλής της πρώτης τετράδας ήταν ο Στέφανος Σκρέκας και της δεύτερης ο Παναγιώτης Μπαλές.
Παράλληλα, ακόμη δύο Phantom σε ρόλο αναχαίτισης βρίσκονταν σε ετοιμότητα, προκειμένου να καλύψουν τα οκτώ βομβαρδιστικά κατά τη διαδρομή τους προς την Κύπρο.
Συνολικά, δηλαδή, δέκα ελληνικά F-4E είχαν μετασταθμεύσει στην Κρήτη και ενταχθεί στον επιχειρησιακό σχεδιασμό: οκτώ για την προσβολή του τουρκικού προγεφυρώματος και δύο για την αεροπορική προστασία τους.
Η επιχείρηση έφερε, σύμφωνα με τη μαρτυρία, την ονομασία «Προγεφύρωμα».
Ήταν ετοιμοπόλεμα τα αεροσκάφη και τα πληρώματα;
Σε αυτό το ερώτημα ο Παναγιώτης Μπαλές απαντά χωρίς περιστροφές: ναι.
Τα πληρώματα είχαν εκπαιδευτεί στις Ηνωμένες Πολιτείες με το απαιτητικό επιχειρησιακό πρόγραμμα της αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας και, όπως υποστηρίζει, είχαν επιστρέψει στην Ελλάδα πλήρως ετοιμοπόλεμα.
Ο ίδιος θεωρεί ότι η άμεση εκτέλεση της διαταγής μεταστάθμευσης αποτελεί από μόνη της απόδειξη της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Τα Phantom πέταξαν στην Κρήτη, προετοιμάστηκαν, φορτώθηκαν με τα προβλεπόμενα όπλα και τα πληρώματα περίμεναν στους διαδρόμους.
Για τον λόγο αυτό απορρίπτει ως αναληθή τον μεταγενέστερο ισχυρισμό ότι οι χειριστές της Μοίρας δεν ήταν ακόμη έτοιμοι για πολεμικές αποστολές.
Θέτει, μάλιστα, το αυτονόητο ερώτημα: Εάν τα πληρώματα δεν ήταν ετοιμοπόλεμα, γιατί διατάχθηκαν να μετασταθμεύσουν στην Κρήτη και να προετοιμαστούν για επιχείρηση εναντίον του τουρκικού προγεφυρώματος;
Τι οπλισμό έφεραν τα Phantom;
Τα οκτώ βομβαρδιστικά είχαν εξοπλιστεί με τα ειδικά όπλα Rockeye, διασπειρόμενα βομβίδια σχεδιασμένα για την προσβολή τεθωρακισμένων οχημάτων, αρμάτων μάχης και συγκεντρωμένων χερσαίων δυνάμεων.
Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Μπαλέ, επρόκειτο για έναν από τους πλέον αποτελεσματικούς διαθέσιμους οπλισμούς της εποχής εναντίον του είδους των στόχων που υπήρχαν στο τουρκικό προγεφύρωμα.
Ο απαιτούμενος χρόνος παραμονής των ελληνικών αεροσκαφών πάνω από την περιοχή του στόχου υπολογιζόταν, όπως αναφέρει, σε μόλις τρία έως πέντε λεπτά. Η αεροπορική προστασία κατά το σκέλος προς την Κύπρο θα παρεχόταν από το ζεύγος των Phantom αναχαίτισης.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, ο αντιπτέραρχος υποστηρίζει ότι η αποστολή δεν ήταν ούτε θεωρητική ούτε ανέφικτη. Ήταν μια σχεδιασμένη πολεμική επιχείρηση, για την οποία είχαν ήδη διατεθεί αεροσκάφη, πληρώματα, όπλα και συνοδεία.
Γιατί δεν απογειώθηκαν;
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της μαρτυρίας και ταυτόχρονα το μεγάλο αναπάντητο ερώτημα.
Τα Phantom δεν καθηλώθηκαν εξαιτίας μηχανικών προβλημάτων. Δεν αναφέρθηκε ανεπάρκεια οπλισμού. Δεν υπήρξε άρνηση ή αδυναμία των πληρωμάτων. Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Μπαλέ, δεν πέταξαν επειδή η τελική εντολή απογείωσης δεν δόθηκε ποτέ.
Ο αντιπτέραρχος καταλογίζει την άμεση ευθύνη στην τότε ηγεσία της Πολεμικής Αεροπορίας, την οποία αποτελούσαν ο αρχηγός ΓΕΑ Αλέξανδρος Παπανικολάου και ο αρχηγός ΑΤΑ Περικλής Οικονόμου.
Αφήνει, ωστόσο, ανοιχτό ένα ακόμη σοβαρότερο ενδεχόμενο: η αεροπορική ηγεσία να ενεργούσε κατόπιν οδηγιών ανώτερων πολιτικών ή στρατιωτικών κέντρων, τα οποία ουδέποτε κατονομάστηκαν.
Όπως αναφέρει, μετά την εισβολή προβαλλόταν επί χρόνια η δικαιολογία ότι κάποιοι «ανώτεροι» δεν επέτρεψαν την εκτέλεση της αποστολής. Κανείς, όμως, δεν αποκάλυψε ποιοι ήταν αυτοί, ποια ακριβώς εντολή έδωσαν και με ποιο σκεπτικό ακυρώθηκε η επιχείρηση.
Θα μπορούσαν τα Phantom να καταστρέψουν το προγεφύρωμα;
Ο Παναγιώτης Μπαλές εκτιμά ότι η προσβολή θα είχε συντριπτικά αποτελέσματα για τις τουρκικές αποβατικές δυνάμεις.
Κατά την άποψή του, τα οκτώ Phantom, με τον συγκεκριμένο οπλισμό, μπορούσαν να εξουδετερώσουν ή να αποδεκατίσουν τις δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί στο προγεφύρωμα. Εάν αυτό είχε συμβεί στις 22 Ιουλίου, θεωρεί εξαιρετικά πιθανό ότι η Τουρκία δεν θα μπορούσε να εξαπολύσει τη δεύτερη φάση της εισβολής, τον «Αττίλα ΙΙ», από τις 14 έως τις 16 Αυγούστου 1974.
Αυτή αποτελεί, ασφαλώς, επιχειρησιακή εκτίμηση και όχι γεγονός που μπορεί να αποδειχθεί εκ των υστέρων. Ωστόσο, προέρχεται από τον αξιωματικό που θα ηγείτο του ενός σχηματισμού και είχε άμεση γνώση του σχεδιασμού, των δυνατοτήτων των αεροσκαφών και του οπλισμού που έφεραν.
Η κρίσιμη διάκριση που κάνει αφορά τις δύο φάσεις της εισβολής. Στον «Αττίλα Ι», τα τουρκικά στρατεύματα ήταν ακόμη συγκεντρωμένα στο προγεφύρωμα και αποτελούσαν σαφέστερο στόχο για επιχείρηση απομόνωσης του πεδίου της μάχης. Αντίθετα, κατά τον «Αττίλα ΙΙ», οι τουρκικές δυνάμεις είχαν ενισχυθεί, αναπτυχθεί και εμπλακεί σε ευρύτερες χερσαίες επιχειρήσεις, γεγονός που θα καθιστούσε την ελληνική αεροπορική επέμβαση δυσκολότερη και περισσότερο αμφίβολη ως προς το αποτέλεσμα.
Τι γνώριζε η ηγεσία πριν από την εισβολή;
Η μαρτυρία του αντιπτεράρχου θέτει ένα ακόμη καίριο ερώτημα: αιφνιδιάστηκε πράγματι η Αθήνα από την τουρκική απόβαση;
Ο Παναγιώτης Μπαλές αναφέρει ότι το βράδυ της 19ης Ιουλίου 1974, λίγες ώρες πριν αρχίσει η εισβολή, ο διευθυντής του Κέντρου Επιχειρήσεων του ΓΕΑ ενημέρωσε την ηγεσία της Πολεμικής Αεροπορίας ότι η τουρκική αρμάδα είχε αποπλεύσει με κατεύθυνση την Κύπρο.
Η απάντηση που έλαβε ήταν ότι «όλα είναι υπό έλεγχο».
Παράλληλα, ο αρχηγός ΑΤΑ φέρεται να επισκέφθηκε πολεμικές μονάδες και να διαβεβαίωσε τους χειριστές ότι οι τουρκικές κινήσεις έμοιαζαν με κινήσεις «επιτραπέζιου παιχνιδιού στρατηγικής» και δεν έπρεπε να προκαλούν ανησυχία.
Και όμως, σε έκθεση που συντάχθηκε τον Σεπτέμβριο του 1974 προς τον τότε πρωθυπουργό, η απόβαση της 20ής Ιουλίου παρουσιαζόταν ως εξέλιξη που «έπεσε σαν βόμβα στην Αθήνα».
Η αντίφαση είναι προφανής. Εάν η ηγεσία είχε ενημερωθεί για τον απόπλου της τουρκικής αρμάδας, γιατί εμφανίστηκε εκ των υστέρων ως αιφνιδιασμένη; Από πού αντλούσε τη βεβαιότητα ότι η κατάσταση βρισκόταν υπό έλεγχο; Είχε λάβει λανθασμένες ή παραπλανητικές πληροφορίες; Και, εάν ναι, από ποιον;
Γιατί δεν κλήθηκαν να καταθέσουν οι αρχηγοί των σχηματισμών;
Ο Παναγιώτης Μπαλές επισημαίνει ότι οι δύο αξιωματικοί που ηγούνταν των σχηματισμών βομβαρδισμού δεν κλήθηκαν να καταθέσουν στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για τον Φάκελο της Κύπρου, η οποία εργάστηκε την περίοδο 1986-1988.
Ούτε ο ίδιος ούτε ο Στέφανος Σκρέκας είχαν, σύμφωνα με όσα αναφέρει, την ευκαιρία να παρουσιάσουν ενώπιον της Επιτροπής όσα έζησαν στις 22 Ιουλίου 1974.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Γιατί δεν αναζητήθηκε η μαρτυρία των ανθρώπων που βρίσκονταν μέσα στα αεροσκάφη; Ποιος μπορούσε να απαντήσει πιο υπεύθυνα εάν τα πληρώματα ήταν ετοιμοπόλεμα, εάν τα Phantom είχαν οπλιστεί και εάν πράγματι περίμεναν την εντολή απογείωσης;
Ευθύνες που δεν αποδόθηκαν
Ο αντιπτέραρχος υποστηρίζει ότι οι ευθύνες για τη μη εκτέλεση της αποστολής κατά του προγεφυρώματος ουδέποτε διερευνήθηκαν σε βάθος και ουδέποτε αποδόθηκαν.
Τα πρόσωπα που βρίσκονταν στην ηγεσία της Πολεμικής Αεροπορίας δεν κλήθηκαν, όπως σημειώνει, να λογοδοτήσουν για την ακύρωση της επιχείρησης. Αντιθέτως, στη μετέπειτα πορεία τους τιμήθηκαν και κατέλαβαν υψηλόβαθμες κρατικές θέσεις.
Η μαρτυρία του Παναγιώτη Μπαλέ δεν κλείνει τον Φάκελο της Κύπρου. Αντιθέτως, αποκαλύπτει πόσο σημαντικά ερωτήματα παραμένουν ανοικτά περισσότερο από μισό αιώνα μετά:
Ποιος ακύρωσε την αποστολή «Προγεφύρωμα»; Γιατί δεν δόθηκε η εντολή απογείωσης; Ποιοι διαβεβαίωναν ότι «όλα είναι υπό έλεγχο»; Γιατί η Αθήνα εμφανίστηκε αιφνιδιασμένη, ενώ γνώριζε ότι η τουρκική αρμάδα είχε αποπλεύσει; Και γιατί οι αξιωματικοί που θα εκτελούσαν την αποστολή δεν κλήθηκαν να καταθέσουν;
Το βέβαιο, σύμφωνα με την κατάθεση του αρχηγού του ενός σχηματισμού, είναι ότι στις 22 Ιουλίου 1974 τα ελληνικά Phantom δεν ήταν ανύπαρκτα, ανέτοιμα ή ανίκανα να δράσουν. Ήταν οπλισμένα και παραταγμένα στην Κρήτη, με τα πληρώματά τους στις θέσεις τους.
Αυτό που έλειψε ήταν η διαταγή.
GEOPOLITICO
Νικολοβγένης: Στρατηγικός διάλογος με τις ΗΠΑ σημαίνει ανταλλάγματα – Η Κύπρος δείχνει τον δρόμο
Η αποτρεπτική ισχύς της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και η ανάγκη η Αθήνα να αξιοποιήσει τη στρατηγική αξία των υποδομών της βρέθηκαν στο επίκεντρο της παρέμβασης του γεωπολιτικού αναλυτή στον Πελοπόννησος FM.
Η Ελλάδα οφείλει να προσέρχεται στον στρατηγικό διάλογο με τις Ηνωμένες Πολιτείες με συγκεκριμένες απαιτήσεις και να εξασφαλίζει οφέλη αντίστοιχα της γεωπολιτικής αξίας της. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα του Θεόδωρου Νικολοβγένη, ο οποίος, μιλώντας στον Πελοπόννησος FM, συνέδεσε την ενίσχυση της κυπριακής άμυνας με την ανάγκη συνολικότερης στρατηγικής για τον Ελληνισμό στην Ανατολική Μεσόγειο.
Με αφετηρία τη στρατιωτική παρέλαση για την επέτειο της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο αναλυτής στάθηκε τόσο στη διεθνή παρουσία όσο και στα οπλικά συστήματα που παρουσιάστηκαν. Η συμμετοχή ξένων αντιπροσωπειών, κατά την εκτίμησή του, αποτυπώνει τη διπλωματική αναβάθμιση της Λευκωσίας. Ωστόσο, έδωσε προτεραιότητα στις δυνατότητες της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας να υπερασπίζεται την κυριαρχία της.
Τα όπλα και το φρόνημα της Κύπρου
«Πιο σημαντικό απ’ όλα […] είναι τα δικά μας όπλα», υπογράμμισε, αναφερόμενος σε αντιαεροπορικά συστήματα Barak, πολλαπλούς εκτοξευτές ρουκετών Tamnava, πυραύλους Exocet και Spike.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η ενίσχυση αυτών των δυνατοτήτων διαμορφώνει συνθήκες αποτροπής και δυσχεραίνει την επιχειρησιακή ελευθερία της Τουρκίας γύρω από το νησί. Ιδιαίτερα για τους Exocet, στάθηκε στη δυνατότητα δημιουργίας ζωνών αντιπρόσβασης για το τουρκικό ναυτικό.
Εξίσου σημαντικό χαρακτήρισε το ηθικό των πεζοπόρων τμημάτων. Όπως επισήμανε, πίσω από τα οπλικά συστήματα βρίσκονται οι άνθρωποι που τα χειρίζονται, ενώ η διατήρηση του εθνικού φρονήματος αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της αμυντικής ισχύος.
Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία ελληνικών F-16 και πολεμικού πλοίου στην περιοχή, την οποία ενέταξε στη λογική ενός ενιαίου στρατηγικού άξονα από τον Έβρο και το Αιγαίο μέχρι την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο, με προέκταση προς το Ισραήλ. Κατά την προσέγγισή του, η ασφάλεια Ελλάδας και Κύπρου πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσα σε αυτό το ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο.
Η Κυπριακή Δημοκρατία ως πυλώνας του Ελληνισμού
Ο Νικολοβγένης χαρακτήρισε την Κυπριακή Δημοκρατία σημαντικό πυλώνα του Ελληνισμού, δίνοντας έμφαση στη διεθνή αναγνώριση του κράτους, στην ευρωπαϊκή του θέση και στην άσκηση ενεργού διπλωματίας.
Στάθηκε στις συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ που άρχισε να υπογράφει η Λευκωσία από το 2003, υποστηρίζοντας ότι συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας ουσιαστικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε στην απόρριψη του Σχεδίου Ανάν. Κατά την εκτίμησή του, η σημερινή διεθνής σημασία της Κύπρου διαψεύδει τις προειδοποιήσεις περί απομόνωσης και απουσίας προοπτικής που είχαν διατυπωθεί τότε. Η προσέλευση ξένων αντιπροσωπειών στην παρέλαση αποτέλεσε, για τον ίδιο, χαρακτηριστική εικόνα αυτής της εξέλιξης.
Παράλληλα, επέμεινε στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και του ελληνικού χαρακτήρα της Κύπρου. Υπενθύμισε ότι ο αγώνας της ΕΟΚΑ είχε ως στόχο την Ένωση με την Ελλάδα και παρουσίασε τη δημιουργία του κυπριακού κράτους ως απότοκο εκείνου του αγώνα.
Τι πρέπει να διεκδικήσει η Αθήνα από τις ΗΠΑ
Στο δεύτερο σκέλος της παρέμβασής του, με αφορμή την επίσκεψη Μάρκο Ρούμπιο που συζητήθηκε ως επικείμενη, ο αναλυτής έθεσε το ζήτημα της αμοιβαιότητας στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις.
Υποστήριξε ότι η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη και οι υπόλοιπες υποδομές που παρέχει η Ελλάδα έχουν μεγάλη σημασία για τον αμερικανικό σχεδιασμό. Πρόσθεσε ότι και η Κύπρος αποτελεί κρίσιμο σημείο στήριξης στην περιοχή.
Ακριβώς γι’ αυτό, άσκησε κριτική στα ανταλλάγματα που, κατά την αποτίμησή του, έχει εξασφαλίσει η Αθήνα. Αναφέρθηκε σε παραχωρήσεις θωρακισμένων οχημάτων και σε παλαιότερες εξαγγελίες στρατιωτικής βοήθειας, υποστηρίζοντας ότι δεν ανταποκρίνονται στη σημασία των ελληνικών διευκολύνσεων.
«Αν θέλουμε να μιλάμε για στρατηγικό διάλογο, θα πρέπει να σκεφτόμαστε στρατηγικά», τόνισε. Απέρριψε επίσης τη λογική της «στρατηγικής και διπλωματικής ανιδιοτέλειας», υπογραμμίζοντας ότι η συμμαχική σχέση πρέπει να παράγει συγκεκριμένα αποτελέσματα για τα ελληνικά συμφέροντα.
Ο Νικολοβγένης τάχθηκε υπέρ της στρατηγικής σύμπλευσης με τις ΗΠΑ στην παρούσα συγκυρία, αλλά ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση να αναδείξει το βάρος της χώρας και να το αξιοποιήσει διαπραγματευτικά. Όπως είπε, η Κύπρος έχει δείξει την αξία της και το ίδιο πρέπει να πράξει η Αθήνα, ώστε η συνεργασία να αποφέρει ουσιαστικό όφελος και να μην περιορίζεται στην αναγνώριση της Ελλάδας ως καλού συμμάχου.
Κλείνοντας, συνέδεσε τη σημερινή ανάγκη αυτοπεποίθησης με την ιστορική μνήμη, κάνοντας αναφορές στον Μέγα Αλέξανδρο και στους Βαλκανικούς Πολέμους. Το μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η διπλωματία, η αμυντική ισχύς και το εθνικό φρόνημα πρέπει να υπηρετούν κοινό στρατηγικό σκοπό.
GEOPOLITICO
Μουντζουρούλιας: «Πού είναι η ελληνική αντίδραση;» – Μακεδονικό, γαλλοτουρκική προσέγγιση και αποτροπή στο Αιγαίο
Αιχμές για τις αναφορές της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ερωτήματα για τη στάση του Παρισιού απέναντι στην Άγκυρα και ανάλυση των κινήσεων που ενισχύουν την ελληνική άμυνα.
Η στάση των Βρυξελλών στο Μακεδονικό, η ανάπτυξη των αμυντικών σχέσεων Γαλλίας–Τουρκίας και η ενίσχυση της ελληνικής αποτροπής βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκπομπής «Direct News» με τον Ανδρέα Μουντζουρούλια. Ο δημοσιογράφος άσκησε έντονη κριτική για τις αναφορές της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σε «μακεδονική» γλώσσα και ταυτότητα, έθεσε ερωτήματα για τις επιλογές του Παρισιού και παρουσίασε τις στρατιωτικές και διπλωματικές εξελίξεις που, κατά την εκτίμησή του, διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον για την Ελλάδα.
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του ήταν ότι η Αθήνα χρειάζεται να συνδυάζει την αμυντική προετοιμασία με ξεκάθαρη διπλωματική στάση. Οι εξοπλισμοί και οι στρατηγικές συνεργασίες αποκτούν ουσιαστικό βάρος όταν συνοδεύονται από ετοιμότητα και αποφασιστικότητα στην υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων.
Μακεδονικό: Κριτική για τις Πρέσπες και την απουσία αντίδρασης
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας ξεκίνησε από τις δηλώσεις που, όπως ανέφερε, έκανε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά την επίσκεψή της στα Σκόπια στις 2 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με την παρουσίαση στην εκπομπή, οι αναφορές αφορούσαν την ταυτότητα, τον πολιτισμό και τη γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας.
Ο δημοσιογράφος τις αντιμετώπισε ως επιβεβαίωση των συνεπειών της Συμφωνίας των Πρεσπών, την οποία επέκρινε με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα. Καταλόγισε ευθύνες στην κυβέρνηση που την υπέγραψε, αλλά και στη σημερινή κυβέρνηση για τη διαχείριση του ζητήματος.
Στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι, μέχρι την ώρα της εκπομπής, ο ίδιος δεν είχε διαπιστώσει ισχυρή ελληνική αντίδραση. Επέκρινε επίσης την περιορισμένη, κατά την εκτίμησή του, ανάδειξη του θέματος από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης.
Παράλληλα, αμφισβήτησε το επιχείρημα ότι η ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ θα την απομάκρυνε από την τουρκική επιρροή, επικαλούμενος τη συνέχιση της συνεργασίας της με την Άγκυρα.
Γαλλία–Τουρκία: Τι θα κάνει το Παρίσι για το καλώδιο;
Στη συνέχεια, ο παρουσιαστής επικεντρώθηκε στον οδικό χάρτη αμυντικής συνεργασίας Γαλλίας–Τουρκίας, ο οποίος, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, υπογράφηκε στις 3 Οκτωβρίου.
Υπογράμμισε ότι η εξέλιξη ενδιαφέρει άμεσα την Ελλάδα λόγω της στρατηγικής σχέσης με τη Γαλλία, της ρήτρας αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής και των εξοπλιστικών προγραμμάτων με τα Rafale και τις φρεγάτες Belharra.
Ο Μουντζουρούλιας διευκρίνισε ότι η γαλλοτουρκική προσέγγιση δεν ακυρώνει την ελληνογαλλική συνεργασία. Έθεσε, όμως, ένα συγκεκριμένο ερώτημα: Πώς θα εκφραστεί έμπρακτα η γαλλική στήριξη εάν η Τουρκία επιχειρήσει να παρεμποδίσει τις εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου;
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε τις συζητήσεις για πιθανή τουρκική προμήθεια του γαλλοϊταλικού συστήματος αεράμυνας SAMP/T. Κατά την ανάλυσή του, η Αθήνα χρειάζεται σαφείς απαντήσεις για τις προθέσεις του Παρισιού, το οποίο αναπτύσσει διαύλους και με τις δύο πλευρές του Αιγαίου.
Η Ινδία και τα στρατιωτικά σενάρια στο Αιγαίο
Θετικά αξιολόγησε την εμβάθυνση των σχέσεων Ελλάδας–Ινδίας, δίνοντας έμφαση στη ναυτιλία, στις θαλάσσιες μεταφορές, στις λιμενικές υποδομές και στην άμυνα.
Όπως επισήμανε, η ελληνική ναυτιλιακή τεχνογνωσία μπορεί να συνδεθεί με την αναπτυσσόμενη βιομηχανική βάση και τις διεθνείς φιλοδοξίες της Ινδίας. Αναφέρθηκε επίσης στις επαφές του Ινδού πρέσβη με την ελληνική στρατιωτική ηγεσία, παρουσιάζοντάς τες ως ένδειξη ενίσχυσης της αμυντικής συνεργασίας.
Στον αντίποδα, στάθηκε στην άσκηση ναυτικών ειδικών δυνάμεων Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν που, όπως ανέφερε, προγραμματιζόταν για τις 19–20 Οκτωβρίου στο Ακσάζ. Υπογράμμισε τη σημασία της τοποθεσίας απέναντι από τα Δωδεκάνησα και το ελληνικό ενδιαφέρον για τα σενάρια υποβρύχιας επίθεσης και άμυνας.
Σε αυτό το περιβάλλον ενέταξε την ελληνική άσκηση «Αλέξανδρος», αναδεικνύοντας τον έλεγχο των χρόνων αντίδρασης, την ενεργοποίηση σχεδίων και τον συντονισμό Στρατού Ξηράς, Πολεμικού Ναυτικού και Πολεμικής Αεροπορίας. Στην παρουσίασή του περιέλαβε σενάρια ανακατάληψης νησίδων, απόκρουσης αποβατικής ενέργειας και συνδυασμένης αεροναυτικής δράσης.
Ρούμπιο και ενεργειακή θέση της Ελλάδας
Στην εκπομπή, την οποία ο παρουσιαστής τοποθέτησε χρονικά στις 4 Οκτωβρίου, αναφέρθηκε στην επικείμενη τότε επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου.
Έδωσε βάρος στον ελληνοαμερικανικό στρατηγικό διάλογο, στην αμυντική συνεργασία και στην ενεργειακή ασφάλεια. Ανέδειξε τον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου και τον ρόλο της Ελλάδας ως πύλης προς τη Νοτιοανατολική και Ανατολική Ευρώπη, ενώ επισήμανε τη στρατηγική σημασία της Σούδας και της Αλεξανδρούπολης.
Υποστήριξε επίσης ότι γύρω από τα ενεργειακά έργα συγκρούονται κρατικά και επιχειρηματικά συμφέροντα. Ζήτησε οι σχετικές εξελίξεις να εξετάζονται μέσα στο ευρύτερο γεωπολιτικό τους πλαίσιο.
Τα υποβρύχια «φαντάσματα», οι οχυρώσεις και τα Spike NLOS
Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφορούσε την ενίσχυση της ελληνικής στρατιωτικής ισχύος. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε σε πρόγραμμα βαριάς συντήρησης των τεσσάρων υποβρυχίων Type 214 κλάσης «Παπανικολής», ύψους 120 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε.
Έδωσε έμφαση στη δυνατότητα παρατεταμένης παραμονής τους σε κατάδυση και στο χαμηλό ακουστικό τους ίχνος, χαρακτηριστικά που ενισχύουν την επιχειρησιακή τους αξία.
Παράλληλα, παρουσίασε πρόγραμμα 522 οχυρωματικών θέσεων στον Έβρο και στα νησιά. Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι μια μονάδα πρέπει να μπορεί να συνεχίσει να μάχεται μετά το πρώτο πλήγμα. Καταφύγια, διασπορά μέσων, προστατευμένες θέσεις και ασφαλή κέντρα διοίκησης αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις.
Στάθηκε ακόμη στα Spike NLOS και στην προσοχή που, όπως ανέφερε, δίνει ο τουρκικός Τύπος στην ανάπτυξή τους. Συνέδεσε αυτή την παρακολούθηση με το ευρύτερο ενδιαφέρον για τις νέες ελληνικές φρεγάτες, τον εκσυγχρονισμό των MEKO και τις μελλοντικές δυνατότητες του Πολεμικού Ναυτικού.
Τέλος, αναφέρθηκε στη διαστημική διάσταση της άμυνας, υπογραμμίζοντας την αξία της έγκαιρης εικόνας του πεδίου και της αξιοποίησης δεδομένων. Η εκπομπή περιέλαβε επίσης αναφορές στην τουρκική οικονομία και στον τρόπο με τον οποίο τουρκικά μέσα αντιμετωπίζουν τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.
GEOPOLITICO
Μάζης: «Αυτό δεν είναι ενημέρωση, είναι υποτέλεια» – Προειδοποίηση για το καλώδιο και την Τουρκία
Ο καθηγητής, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική», προειδοποίησε ότι μια ειδική ενημέρωση της Άγκυρας για το ηλεκτρικό καλώδιο μπορεί να αξιοποιηθεί ως αναγνώριση των διεκδικήσεών της. Συνέδεσε παράλληλα την επίσκεψη Ρούμπιο με τον αμερικανικό σχεδιασμό για το Ιράν και τον στρατηγικό ρόλο της Σούδας.
Αιχμηρή προειδοποίηση για τους χειρισμούς γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου απηύθυνε ο Ιωάννης Μάζης, στην παρέμβασή του στη «Ναυτεμπορική». Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκε ο κίνδυνος η διαδικασία υλοποίησης του έργου να δημιουργήσει προηγούμενο που θα αξιοποιήσει η Τουρκία για να ενισχύσει τις διεκδικήσεις της στην περιοχή της Κάσου.
Ο καθηγητής στάθηκε ιδιαίτερα στο ενδεχόμενο ειδικής ενημέρωσης της Άγκυρας από τη γαλλική εταιρεία που συμμετέχει στο έργο. Κατά την εκτίμησή του, μια τέτοια κίνηση υπερβαίνει την αναγγελία των εργασιών και μπορεί να αποκτήσει πολιτικό βάρος εις βάρος της ελληνικής πλευράς.
«Αυτό δεν είναι ενημέρωση. Αυτό είναι υποτέλεια», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η NAVTEX και η παγίδα της ξεχωριστής ενημέρωσης
Ο Ιωάννης Μάζης υποστήριξε ότι η ενημέρωση για τις εργασίες μπορεί να γίνει μέσω NAVTEX, με την οποία ειδοποιούνται οι ενδιαφερόμενοι. Αντιθέτως, αντιμετώπισε ως ιδιαίτερα προβληματική την αποστολή ξεχωριστού εγγράφου προς την Τουρκία, επιπλέον της ναυτιλιακής αναγγελίας.
Στο σκεπτικό του, η Άγκυρα θα μπορούσε να παρουσιάσει αυτή την επικοινωνία ως αποδοχή ότι διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα στον βυθό της επίμαχης περιοχής. Αναφερόμενος στην οριοθέτηση Ελλάδας–Αιγύπτου, έθεσε το ερώτημα ποια δικαιώματα της Τουρκίας θα δικαιολογούσαν μια τέτοια ειδική ενημέρωση.
Έθεσε επίσης το ζήτημα της συμμετοχής του ΑΔΜΗΕ σε ενδεχόμενο έγγραφο. Υποστήριξε ότι, λόγω του ρόλου του στο έργο, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από τη διαδικασία και συνέδεσε πιθανή υπογραφή του με την ελληνική κρατική πλευρά.
Η προειδοποίησή του ήταν ότι η Τουρκία θα μπορούσε ακόμη και να εμφανιστεί ως εκείνη που «επιτρέπει» τη διέλευση του καλωδίου, μετατρέποντας την εξέλιξη του έργου σε εργαλείο προβολής των δικών της αξιώσεων. Κατά τον ίδιο, ένα τέτοιο έγγραφο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά ως τεκμήριο υπέρ της τουρκικής επιχειρηματολογίας.
«Πάρα πολύ πιθανή» μια τουρκική αντίδραση στην Κάσο
Ερωτηθείς εάν αναμένει ένταση κατά την πρόοδο των εργασιών, ο καθηγητής χαρακτήρισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο «πάρα πολύ πιθανό», διευκρινίζοντας ότι διατυπώνει την απάντηση με μεγάλη συγκράτηση.
Εκτίμησε ότι η Άγκυρα θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να επιδείξει τις αρμοδιότητες που η ίδια διεκδικεί στην περιοχή της Κάσου. Η πρόβλεψή του αφορούσε πιθανή τουρκική αντίδραση, χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένη ενέργεια.
Επικαλούμενος και δηλώσεις του Άγγελου Συρίγου για προηγούμενους χειρισμούς στην Κάσο, υποστήριξε ότι οι ανησυχίες για ελληνικές υποχωρήσεις δεν περιορίζονται στη δική του κριτική.
Ρούμπιο, Ιράν και Σούδα
Στο πρώτο μέρος της συζήτησης, ο Ιωάννης Μάζης συνέδεσε την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα με την προετοιμασία των Ηνωμένων Πολιτειών για ενδεχόμενη νέα επιχείρηση εναντίον του Ιράν.
Στη δική του ανάλυση, η περιοδεία σε Ελλάδα, Ισλανδία και Πορτογαλία συνδέεται με τη σημασία των στρατηγικών βάσεων και την ανάγκη επιχειρησιακού συντονισμού. Ειδικά για την Ελλάδα, έδωσε έμφαση στη γεωγραφική της θέση και στη Σούδα.
Υποστήριξε ότι η χώρα δεν μπορεί να βρίσκεται εκτός των περιφερειακών σχεδιασμών, εκφράζοντας την ευχή η συμμετοχή της να παραμείνει σε υποστηρικτικό πλαίσιο. Η αναφορά του σε επιχείρηση μετά την 3η Νοεμβρίου αποτυπώνει την εκτίμηση που διατύπωσε στην εκπομπή.
Πώς διαβάζει η Αθήνα τα αμερικανικά μηνύματα
Ο καθηγητής εκτίμησε ότι στις συζητήσεις με την αμερικανική πλευρά μπορεί να τεθεί και η αποφυγή εντάσεων με την Τουρκία, με επίκληση της συνοχής της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.
Άσκησε, όμως, κριτική στον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα ερμηνεύει τέτοιες παραινέσεις, υποστηρίζοντας ότι συχνά σπεύδει να προσαρμοστεί σε αμερικανικές επιθυμίες πριν ακόμη αυτές διατυπωθούν καθαρά.
Παράλληλα, αναγνώρισε ότι ο Ρούμπιο γνωρίζει τα ελληνικά ζητήματα, παραπέμποντας στην προηγούμενη συνεργασία του με τον Μπομπ Μενέντεζ. Γι’ αυτό και επέμεινε ότι τα μηνύματά του πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά.
Η παρέμβασή του κατέληξε στην προειδοποίηση ότι οι χειρισμοί για το καλώδιο πρέπει να εξεταστούν και ως προς τις συνέπειές τους στα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα — ιδίως εάν μια ειδική επικοινωνία δώσει στην Άγκυρα τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως αρχή που εγκρίνει το έργο.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας