ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Φαραντούρης: Η σημασία της Αφρικής για την Ευρώπη και η δυναμική παρουσία του Ελληνισμού
Η Ζάμπια είναι μια χώρα πλούσια σε ορυκτούς πόρους, χαλκό (δέυτερη παγκόσμια εξαγωγό χωρα) και σπάνιες γαίες, αλλά ταυτόχρονα μια χώρα με μεγάλη φτώχεια και έντονες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες.
Για τη σημασία της Αφρικής για την Ευρώπη και τη δυναμική παρουσία του Ελληνισμού σε κάθε γωνιά του κόσμου μίλησε στην εκπομπή «Συνδέσεις» της ERTnews με τη Γεωργία Σαδανά και τον Αλέξανδρο Μόρντουντακ o ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Νικόλας Φαραντούρης. Ο Έλληνας ευρωβουλευτής εκπροσωπεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις κρίσιμες εκλογές της χώρας.
📺 Η σημασία της Αφρικής 🌍 για την Ευρώπη και η δυναμική παρουσία του Ελληνισμού σε κάθε γωνιά του κόσμου πριν λίγο στην @ertnewsofficial σε συνέντευξή μου απευθείας απ’ τη #Ζάμπια εκπροσωπώντας το Ευρ. Κοινοβούλιο.
📍Η Ζάμπια είναι μια χώρα πλούσια σε ορυκτούς πόρους, χαλκό… pic.twitter.com/p1IW8k4Ah7
— Νικόλας Φαραντούρης / Nikolas Farantouris (@NFarantouris) August 14, 2026
Η Ζάμπια είναι μια χώρα πλούσια σε ορυκτούς πόρους, χαλκό (δέυτερη παγκόσμια εξαγωγό χωρα) και σπάνιες γαίες, αλλά ταυτόχρονα μια χώρα με μεγάλη φτώχεια και έντονες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. «Η Ευρώπη οφείλει να στρέψει το βλέμμα της στην Αφρική. Όχι ως μια νέα αποικιοκρατική δύναμη που έρχεται να επιβάλει τη δική της ατζέντα, αλλά ως δύναμη ήπιας ισχύος, σταθερότητας και δημοκρατίας, που μπορεί να οικοδομήσει σχέσεις ισότιμης συνεργασίας και αμοιβαίου συμφέροντος», τόνισε ο Νικόλας Φαραντούρης.
«Αυτό είναι και το νόημα της παρουσίας μας εδώ: δεν ήρθαμε ως τοποτηρητές, ούτε για να υποδείξουμε στους πολίτες της Ζάμπιας τι θα κάνουν. Ήρθαμε ως παρατηρητές, για να συμβουλεύσουμε, να συνεργαστούμε και να συμπορευτούμε. Δημοκρατία, διαφάνεια και πολιτική ομαλότητα μπορούν να δημιουργήσουν καλύτερες συνθήκες ζωής για τους ανθρώπους αυτής της χώρας και να ανοίξουν τον δρόμο προς την ευημερία. Αυτό είναι πρωτίστως ανθρωπιστικό ζητούμενο, αλλά ταυτόχρονα συνδέεται με μεγάλες ευρωπαϊκές προκλήσεις, από το μεταναστευτικό μέχρι τη στρατηγική και ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης».
Η Ελληνική Κοινότητα Ζάμπιας
Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει εκεί στα βάθη της Αφρικής μια Ελλάδα που μας κάνει περήφανους, όπως αποκάλυψε ο Νικόλας Φαραντούρης:
«Συνάντησα Έλληνες δεύτερης και τρίτης γενιάς, οικογένειες που βρίσκονται στη Ζάμπια εδώ και 70, 80 ή και 100 χρόνια, αλλά και νεότερους που ήρθαν τα χρόνια της κρίσης. Από τον βορρά μέχρι τον νότο και από την ανατολή μέχρι τη δύση της χώρας, συναντά κανείς ελληνικά ονόματα, ελληνικές επιχειρήσεις και οικογένειες που έχουν ενσωματωθεί, δημιουργήσει και κερδίσει την αγάπη και τον σεβασμό της τοπικής κοινωνίας. Το διαπίστωσα και στις συναντήσεις μας με τις πολιτικές και πολιτειακές Αρχές της χώρας, το Υπουργικό Συμβούλιο και στελέχη της αντιπολίτευσης. Το ελληνικό στοιχείο στη Ζάμπια είναι δυναμικό, αποδεκτό και επιδραστικό. Και η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να επενδύσει περισσότερο σε αυτή την πολύτιμη διασπορά».
Άμυνα
Δένδιας: Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αλλάζει το ελληνικό δόγμα αποτροπής
Πέντε επίπεδα προστασίας σε θάλασσα, στεριά, αέρα, κυβερνοχώρο και διάστημα – Ενιαίο σύστημα διοίκησης, δορυφορικές επικοινωνίες και συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας τουλάχιστον κατά 25%
Ως βασικό πυλώνα της μεταρρύθμισης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων παρουσίασε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας την «Ασπίδα του Αχιλλέα», υπογραμμίζοντας ότι δεν πρόκειται απλώς για την αγορά νέων οπλικών συστημάτων, αλλά για τη διαμόρφωση μιας ενιαίας και δικτυοκεντρικής αρχιτεκτονικής άμυνας.
Σε δήλωσή του, η οποία δημοσιεύθηκε στο «Βήμα της Κυριακής», ο υπουργός χαρακτήρισε το πρόγραμμα επιβεβλημένη απάντηση στις σύγχρονες γεωπολιτικές και τεχνολογικές προκλήσεις. Όπως ανέφερε, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» εντάσσεται στην «Ατζέντα 2030» και σηματοδοτεί τη μετάβαση της χώρας σε μια διαφορετική αντίληψη για την άμυνα και την αποτροπή.
Τα πέντε επίπεδα της ελληνικής «Ασπίδας»
Ο Νίκος Δένδιας εξήγησε ότι η ονομασία του προγράμματος δεν επιλέχθηκε τυχαία. Όπως η ασπίδα του ομηρικού Αχιλλέα αποτελούνταν από πέντε επάλληλα στρώματα, έτσι και η σύγχρονη ελληνική ασπίδα συγκροτείται σε πέντε επιχειρησιακά επίπεδα:
- στη θάλασσα,
- στη στεριά,
- στον αέρα,
- στον κυβερνοχώρο,
- στο διάστημα.
Το σχέδιο προβλέπει τη διασύνδεση πλοίων, αεροσκαφών, χερσαίων μέσων, μη επανδρωμένων και αυτόνομων συστημάτων, δορυφόρων και κάθε άλλης πλατφόρμας που διαθέτει αισθητήρες.
Στόχος είναι η μετάβαση «από ένα άθροισμα οπλικών συστημάτων σε ένα ολιστικό σύστημα αποτροπής». Αυτό σημαίνει ότι κάθε μονάδα δεν θα επιχειρεί απομονωμένα, αλλά θα αποτελεί μέρος ενός κοινού δικτύου συλλογής, επεξεργασίας και διανομής πληροφοριών.
Το νέο σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου
Στην καρδιά της «Ασπίδας του Αχιλλέα» θα βρίσκεται ένα ενοποιημένο σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου – Command and Control. Μέσω αυτού θα συγκεντρώνονται δεδομένα από διαφορετικούς αισθητήρες, θα αναγνωρίζονται και θα αξιολογούνται οι απειλές και θα προτείνεται ο καταλληλότερος τρόπος αντιμετώπισής τους.
Η επιδιωκόμενη αλλαγή είναι ουσιαστική: η πληροφορία δεν θα λειτουργεί απλώς ως ενημέρωση προς τα επιτελεία, αλλά θα μετατρέπεται άμεσα σε επιχειρησιακή δυνατότητα. Η ταχύτητα εντοπισμού, αξιολόγησης και απόκρισης αποκτά κρίσιμη σημασία σε ένα πεδίο μάχης όπου κυριαρχούν τα drones, οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς, τα ηλεκτρονικά μέσα και οι κυβερνοεπιθέσεις.
Σύμφωνα με τον υπουργό, με την ανάπτυξη αυτής της αρχιτεκτονικής τα νέα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού και τα αεροσκάφη 4,5 και 5ης γενιάς δεν θα δεσμεύονται αποκλειστικά στη στενή άμυνα του Αιγαίου. Θα μπορούν να αξιοποιηθούν σε ευρύτερες αποστολές αποτροπής, αυξάνοντας το στρατηγικό αποτύπωμα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η Ελλάδα εισέρχεται στο διαστημικό πεδίο
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στη διαστημική διάσταση της άμυνας. Ο Νίκος Δένδιας αναφέρθηκε στην εγκατάσταση στην Ελλάδα ενός από τους δύο κόμβους του ευρωπαϊκού προγράμματος ασφαλών κυβερνητικών δορυφορικών επικοινωνιών GOVSATCOM.
Η επιλογή αυτή, σύμφωνα με τον υπουργό, ενισχύει τον γεωπολιτικό ρόλο της Ελλάδας ως πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, η χώρα έχει ήδη αποκτήσει στόλο μικροδορυφόρων και προετοιμάζεται για την ανάπτυξη του πρώτου μεγάλου γεωστατικού δορυφόρου της.
Οι δορυφορικές επικοινωνίες μπορούν να προσφέρουν ασφαλέστερη διασύνδεση των στρατιωτικών μονάδων, επιτήρηση ευρύτερων περιοχών και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα των δικτύων διοίκησης. Το διάστημα, επομένως, αντιμετωπίζεται πλέον ως οργανικό τμήμα της εθνικής άμυνας και όχι ως συμπληρωματική τεχνολογική δυνατότητα.
Στο επίκεντρο η ελληνική αμυντική βιομηχανία
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» συνδέεται άμεσα και με την προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου οικοσυστήματος αμυντικής καινοτομίας. Ο υπουργός επανέλαβε ότι βασική προϋπόθεση για τα εξοπλιστικά προγράμματα αποτελεί η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό τουλάχιστον 25%.
Το ζητούμενο, πάντως, δεν περιορίζεται στην κατασκευή επιμέρους εξαρτημάτων. Η ελληνική πλευρά διεκδικεί ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας, παραγωγικές δυνατότητες και πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα των νέων συστημάτων.
Η πρόσβαση αυτή θεωρείται κρίσιμη για την επιχειρησιακή αυτονομία της χώρας, καθώς επιτρέπει την προσαρμογή, αναβάθμιση και διασύνδεση των συστημάτων χωρίς απόλυτη εξάρτηση από ξένους κατασκευαστές.
Όπως υπογράμμισε ο Νίκος Δένδιας, στόχος είναι η Ελλάδα «να μην παραμένει παθητικός αγοραστής και χρήστης», αλλά να συμμετέχει στον σχεδιασμό, στην παραγωγή και στη μελλοντική εξέλιξη των αμυντικών τεχνολογιών.
Η επιτυχία της «Ασπίδας του Αχιλλέα» θα κριθεί, συνεπώς, όχι μόνο από τα συστήματα που θα αποκτηθούν, αλλά από το εάν αυτά θα διασυνδεθούν πραγματικά, από την ταχύτητα υλοποίησης του ενιαίου Command and Control και από το κατά πόσον η ελληνική αμυντική βιομηχανία θα αποκτήσει ουσιαστικό —και όχι διακοσμητικό— ρόλο.
GEOPOLITICO
Η διαλεκτική ένδεια της ουτοπίας μπροστά στον καθρέφτη της πραγματικότητας
Ο Δημήτρης Παπαδογιάννης αντιπαραθέτει τον πολιτικό ρεαλισμό στην καντιανή «αιώνια ειρήνη» και υποστηρίζει ότι τα κράτη, όταν έρθει η ώρα της κρίσης, επιλέγουν την ισχύ, την ταυτότητα και την επιβίωσή τους.
Του Δημήτρη Παπαδογιάννη
Η κυνική λειτουργία του διεθνούς συστήματος και η ρεαλιστική ψυχρολουσία, που υπέστησαν οι απολογητές της φιλελεύθερης σχολής ιδίως τα τέσσερα τελευταία έτη, ως φαίνεται δεν αρκούν, για να κοιτάξουν κατάματα το ψυχρό πρόσωπο της πραγματικότητας που δεν ρωτά αλλά πράττει. Η ενεργοποίηση πολεμικών μετώπων που κανένας εθεροβάμων δεν ανέμενε ποτέ, οι διαρκείς πρόσθετες κλιμακώσεις, αλλά και για πρώτη φορά μετά τον ψυχρό πόλεμο, η ανοικτή απομυθοποίηση του ρόλου των διεθνών οργανισμών από επίσημα χείλη σημειωτέον, μας οδηγούν να επανεξετάσουμε το μοτίβο των διακρατικών σχέσεων με πιο καθαρά γυαλιά. Τα πρόσφατα συμβάντα μας φωνάζουν, πως το πεδίο των διεθνών σχέσεων είναι εχθρικό προς κάθε ατομική συναισθηματική προσέγγιση. Κύριο μηχανισμό της λειτουργίας τους, αποτελεί το συμφέρον και μόνο.
Ωστόσο, ο ηθικίστικος λόγος δεν έλλειψε, καλυμμένος μάλιστα με το προσωπείο του θεματοφύλακα της παγκόσμιας ειρήνης. Πιο συγκεκριμένα η καντιανή ηθική, εκπεφρασμένη από τον Γερμανό φιλόσοφο Immanuel Kant, μεταφέρθηκε από το κοινωνικό στο διεθνές εμβαδόν. Η αντίληψη πως οι πράξεις και οι επιλογές έχουν αξία μόνο στην περίπτωση που δύνανται να μετατραπούν σε καθολικό κανόνα, αγνοώντας παντελώς την παράμετρο των εθνικών συμφερόντων έκαστης κρατικής οντότητας, τα οποία δεν είναι δυνατόν να συγκλίνουν πάντοτε. Οι μη ευθυγράμμιση οφείλεται σε ποικίλους παράγοντες. Επί παραδείγματι, στις πολιτιστικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες, στις οικονομικές ανάγκες και καταστάσεις, καθώς και στα διαφορετικά στρατηγικά συμφέροντα. Οιονεί γίνεται διακριτό πως τα κράτη έχουν γεννηθεί, για να ανταγωνίζονται, διαψεύδοντας οικτρά τον Kant. Ο εν λόγω διανοούμενος στο έργο του «προς την αιώνια ειρήνη» το 1795, είχε κάνει λόγο για τη σύσταση ενός θεσμικού και νομικού πλαισίου, που θα ρύθμιζε τις διακρατικές αλληλεπιδράσεις. Πάρα ταύτα 300 και πλέον χρόνια ύστερα δεν επαληθεύεται πλήρως, καθώς το κανονιστικό πλαίσιο που οραματίστηκε, μπορεί να σχηματίστηκε, αλλά απέτυχε να ανταποκριθεί στις υποσχέσεις του. Η αιτία; Ο αιώνιος νόμος της κρατικής συμπεριφοράς, η αρχή βάσει της οποίας ενεργούν τα κράτη είναι τα υλικά τους συμφέροντα, αλλά και η πολιτιστική τους κουλτούρα, που στην πλειοψηφία τους δεν είναι συμβατά με «καθολικές φιλελεύθερες αλήθειες». Η ισχύς των συμφερόντων, η διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας και τα ταυτοτικά στοιχεία των κρατών είναι εκείνοι οι λόγοι για τους οποίους η διεθνής κρατοκεντρική δομή θα παραμένει συνεχώς άναρχη και ακηδεμόνευτη από υπερεθνικούς πάτρονες.
Συνεχίζοντας, ο Γερμανός στοχαστής ισχυρίζεται πως η κατάλληλη φόρμουλα για την επίτευξη μίας οικουμενικής ειρήνης είναι ο θεσμικός και κοινωνικός εκδημοκρατισμός όλων των κρατών με τον ισχυρισμό πως οι ρεμπουμπλικανικοί δρώντες δε θα συγκρούονται και δε θα αντιμάχονται στρατιωτικά ο ένας τον άλλο. Για να μιλήσουμε με περισσότερη ακρίβεια, προτείνει πως εάν οι πολίτες συμμετέχουν στη διαμόρφωση της γενικής πολιτικής, συνεπώς και της εξωτερικής, θα μειωθούν οι πιθανότητες η κρατική εξουσία να προσφύγει στον πόλεμο, βλέποντάς τον ως την πιο πρόσφορη λύση. Στο σημείο τούτο θα θέσω τον εξής προβληματισμό: Έχει το σύνολο των πολιτών το γνωστικό βάθος, ώστε να επιληφθεί τόσο σοβαρών ζητημάτων, νευραλγικών έως και υπαρξιακών σε ορισμένες των περιπτώσεων; Η εμπειρία μας έχει καταδείξει, πως οι επιλογές μίας συναισθηματικά φορτισμένης πλειοψηφίας μπορούν ενίοτε να αποβούν μοιραίες για την κοινωνία αλλά και για το έθνος. Το πεδίο της άσκησης της εξωτερικής πολιτικής απαιτεί σύνθετη γνώση, κρίση, στρατηγική οξύνοια και ψύχραιμη προσέγγιση κάτω από πιεστικές συνθήκες. Άρα, δε θα ήταν έκαστος ο κατάλληλος, ώστε να αποφασίσει.
Ο Πλάτων σε μία λιτή αλλά σοφή φράση είχε πει, πως ο μη έχων γνώση ου δύναται να φέρει γνώμη. Διότι οι γνώμες ποικίλουν αναμεταξύ των κοινωνικών μελών αλλά για ζητήματα που άπτονται της διασφάλισης της εθνικής ακεραιότητας, η ποικιλοχρωμία των απόψεων δε στέκεται ιδιαίτερα εξυπηρετική ως προς τον σκοπό. Κατά συνέπεια, όταν η κοινωνία ενός κράτους επιλέξει να μην αγωνιστεί για την υπεράσπιση των συμφερόντων της, θα έχει διπλάσιες συνέπειες από εκείνες που νόμιζε πως θα αντιμετωπίσει εξ αρχής και φυσικά μειονεκτεί φοβερά απέναντι στον αντίπαλο, ο οποίος θα εκμεταλλευτεί το κενό της αδυναμίας που θα υποδείξει ο διστακτικός παίκτης. Ο Αριστοτέλης ανέφερε ρητά πως η φύση απεχθάνεται το κενό. Η θέση αυτή πρέπει να λειτουργεί προειδοποιητικά για όλους. Επιπρόσθετα, οι μη φιλελεύθερες κοινωνίες πάντοτε θα υπερτερούν των φιλελεύθερων σε θάρρος και αγωνιστική βούληση, καθώς αντιλαμβάνονται τη θυσία ως μία ιερή στάση ζωής. Ως εκ τούτου, μίας τέτοιας διαμόρφωσης κοινωνικό σύνολο θα υπερτερεί ψυχολογικά σε κάθε περίπτωση, διότι τα αιώνια ιδεώδη της υπεράσπισης της εθνικής ταυτότητας και του πολιτισμού ως φορέα διαχρονικών αξιών δεν μπορούν να νικηθούν από δικαιικές βούλες, ούτε από τεχνητούς διεθνείς κανόνες. Στον αντίποδα, ένα λιμπεραλιστικό άθροισμα ατόμων που έχει θυσιάσει κάθε υπερβατική αξία στο βωμό της βολής, που στα μάτια του η αυταπάρνηση φαντάζει ως κάτι κενό σημασίας, θα έχει ως φυσικό επακόλουθο τον εγκλωβισμό του σε έναν μικρόκοσμο νωχελικότητας, μέσα στον οποίο θα βαυκαλίζεται για τη ποιότητα της ζωής και της ασφάλειάς του. Από την άλλη, ο Κινέζος στρατηγός Σουν Τζου στο περίφημο και διαχρονικό βιβλίο του «Η τέχνη του πολέμου» υποστηρίζει ορθώς, πως ο πόλεμος αποτελεί αναγκαίο κακό και πρέπει να αποφεύγεται με κάθε μέσο, όταν όμως καθίσταται αναπόφευκτος είναι προτιμότερο να γνωρίζεις με τι είδους μέσα θα τον κερδίσεις.
Είναι αναγκαίο να επισημάνουμε πως η υπόθεση του Kant περί ειρηνικής συνύπαρξης των δημοκρατικών κρατών διαψεύδεται από την ίδια την ιστορία και είμαστε σε θέση να παραθέσουμε ορισμένα παραδείγματα. Εν αρχή, οι ΗΠΑ και το Μεξικό ενεπλάκησαν σε στρατιωτική αντιπαράθεση την περίοδο 1846-1848, δύο κράτη με de jure ρεμπουμπλικανικό πολίτευμα. Επίσης, το Ισραήλ και ο Λίβανος στον πόλεμο του 1982, αμφότερα κράτη λειτουργούσαν θεσμικά βάσει κοινοβουλευτικών συστημάτων. Ένα τελευταίο παράδειγμα αποτελεί η σύγκρουση Βρετανίας και Φινλανδίας κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και το Ηνωμένο Βασίλειο κήρυξε τον πόλεμο στη Φινλανδία στο πλαίσιο του ανατολικού μετώπου. Οι δύο χώρες νομικά ήταν κοινοβουλευτικές δημοκρατίες.
Εμβαθύνοντας περισσότερο στη σκέψη του Kant, παρατηρούμε να κάνει λόγο για ένα νέο οργανωτικό μοντέλο, αυτό του κοσμοπολιτισμού, βάσει του οποίου τα ανθρώπινα υποκείμενα δεν παραμένουν συνδεδεμένα αποκλειστικά με το κράτος, αλλά μπορούν να αντιμετωπίζονται επίσης ως μέλη μίας ευρύτερης ανθρώπινης κοινότητας. Ένα τέτοιο όραμα είναι μερικώς ουτοπικό και πρακτικά δύσκολο να επιτευχθεί, δεδομένου πως δεν αρκεί η ιδιότητα του πολίτη του κόσμου, για να προσδιορίσει έναν άνθρωπο, καθότι μία οικουμενική κοινωνία στερείται αναμφίλεκτα, ισχυρών συνεκτικών στοιχείων, όπως η κοινή ταυτότητα, η θρησκευτική πίστη, η γλώσσα και η αξιακή κουλτούρα. Το μείζον στοιχείο εδώ είναι πως οι παραπάνω αρχές αποτελούν την αφετηρία των δραστηριοτήτων όλων των εξωδυτικών πολιτισμικών μπλοκ τα οποία σήμερα αντιπαλεύονται τη Δύση. Η τελευταία, συνιστά τη μόνη πολιτική οντότητα που ακόμα δηλώνει προσκολλημένη στα απατηλά αφηγήματα του κοσμοπολιτισμού και του οικουμενισμού, απεργαζόμενη μάλιστα να τα εξαπλώσει σε όλο τον κόσμο, αφού η ίδια μετέτρεψε τις βασικές αρχές της πολιτισμικής της εκδήλωσης σε διαπραγματεύσιμες και υποκειμενικές. Μόλον ταύτα, το τρέχον πολιτικό κατεστημένο του δυτικού ημισφαίριου, στην απεγνωσμνένη προσπάθεια να καλύψει το κενό της αξιακής του αυτοχειρίας, εγκαινίασε στη θέση τους, νέες αρχές με τη διαφορά όμως πως αυτές αποτελούν έκδηλο αποκύημα της υποκειμενικής νόησης ορισμένων φατριών, παντελώς στερούμενες κάθε συνεκτικού και χρονικά αέναου στοιχείου. Σε αυτές εγκολπώνονται μία αόριστη ερμηνεία της ελευθερίας, η οποία υποτίθεται πως περιορίζεται για χάριν της συστημικής συντήρησης των μη φιλελεύθερων κοινωνιών, η καταπίεση των πολιτικών δικαιωμάτων και άλλες αιτιολογίες που ενίοτε σκαρφίζονται, ώστε να αποκτήσουν το έναυσμα, για να επέμβουν στρατιωτικά και πολιτικά με σκοπό την αποσταθεροποίηση ανεξάρτητων και κυριάρχων κρατών. Επ’ αυτού του σημείου, η παραδοξότητα της καντιανής φιλοσοφίας καθίσταται όλο και πιο ευδιάκριτη, καθώς ο θεωρητικός της πυρήνας υποστηρίζει ρητά πως η ελευθερία λογίζεται ως καθολική αξία και επομένως στο ενδεχόμενο που ένα κράτος έχει για δικούς του εσωτερικούς λόγους περιστείλει κάποιες ελευθερίες, τα υπόλοιπα έχουν το <<ηθικό>> καθήκον και πλεονέκτημα να παρέμβουν και να απελευθερώσουν τους πολίτες του. Η ερμηνεία αυτή είναι το κατάλληλο δικαιολογητικό εργαλείο για δυτικές στρατιωτικές επεμβάσεις σε κοινωνίες που δεν αντιλαμβάνονται την ελευθερία ομοιοτρόπως με τον δυτικό άνθρωπο και σε άλλες περιπτώσεις θεωρούν την εισαγωγή δυτικών ηθών, εθίμων και θεσμών ως απειλή για την πολιτισμική τους υπόσταση.
Η αξιακά αιμοραγούσα και ηθικά πτωχευμένη Δύση, λοιπόν, αποπειράται να επιβάλλει στους υπόλοιπους πολιτισμούς τη σχετιστική της αντίληψη περί ελευθερίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αντί να επικεντρωθεί στην ανάκτηση και την προβολή των παραδοσιακών της αρχών και της κλασσικής πολιτισμικής της ακτινοβολίας επί παραδείγματι της χριστιανικής πίστης, των επιτευγμάτων στις τέχνες, τα γράμματα και την αισθητική, καθώς και τις φιλοσοφικές βάσεις, στοχεύει στην αποδόμηση του αξιακού πλαισίου των λοιπών κρατών, οι οποίες κατά την ίδια ζουν ακόμα στο σκοτάδι και την ανελευθερία. Ιδού πως η καντιανίζουσα σκέψη καταλήγει να ενθαρρύνει την πολεμική εναντίων εκείνων που δεν ομονοούν μαζί της. Ζωντανά παραδείγματα αποτελούν το Ιράκ, το οποίο δέχθηκε την στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ το 2003, στο όνομα της πολιτικής απελευθέρωσης του ιρακινού λαού.
Επιπρόσθετα, οι περιπτώσεις της Λιβυής το 2011, του Αφγανιστάν το 2001 και του Κοσόβου το 1999 αποτελούν τρανταχτές αποδείξεις της καντιανής αντίφασης, η οποία με το πρόσχημα της διασποράς της ελευθερίας παραβιάζει την πολιτική αυτονομία και την εθνική ανεξαρτησία συγκεκριμένων κρατών. Σε όλες τις προαναφερθείσες εκδοχές επικρατεί κοινή επιχειρηματολογία: Πολιτική ανελευθερία-καταπίεση-θεσμική μεταρρύθμιση μέσω εξωτερικής επέμβασης. Σημειωτέον πως ο πληθυσμός αυτών των χωρών ουδέποτε και ουδόλως έδωσε την ειλικρινή συγκατάθεσή του για τέτοιας μορφής αναμείξεις στις εθνικές του υποθέσεις, γεγονός άκρως αντιδημοκρατικό…
Εν κατακλείδι, είμαστε στη θέση να παρατηρήσουμε πως στον μεταψυχροπολεμικό ειδικά κόσμο προκλήθηκαν εκτεταμένες αιματοχυσίες, εξαιτίας της ματαιόδοξης επιμονής ενός παρακμάζοντος συστήματος να μετατρέψει τις υποκειμενικές του ιδεοληψίες σε οικουμενικές αλήθειες, συμπεριφερόμενο εντελώς αντιρεαλιστικά. Η διεθνής κατάσταση θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί περισσότερο, όταν ο δυτικός άνθρωπος κατανοήσει εις βάθος πως οι δικές του υποκειμενικές αντιλήψεις δε θα εγκαθιδρυθούν παγκοσμίως, όχι μονάχα επειδή είναι ασύμβατες με την κουλτούρα κάποιων άλλων, αλλά πρωτίστως διότι ουδείς δε θα πολεμήσει υπέρ τους με σθένος και θυσιαστική βούληση, ούτε ως απόστολός τους, αλλά μήτε και αν τις υιοθετήσει εισέτι. Τουναντίον, ιστορικά οι εθνικές, πολιτιστικές ή θρησκευτικές κοινότητες αγωνίζονταν και θυσιάζονταν στο όνομα εκείνων των αξιών και αρχών που υπερέβαιναν το ατομικό τους εγώ, που τους είχαν κληροδοτηθεί από τους προγόνους τους και κατευθύνονταν προς έναν ιερό σκοπό. Οι μη δυτικοί λαοί διατηρούν αυτή την κοσμοαντίληψη και η κατάσταση αυτή έχει ως φυσικό επακόλουθο να συνεχίσουν να αντιδρούν απέναντι στη φιλελεύθερη ουτοπία, για να υπερασπιστούν κάτι που αξίζει περισσότερο.
GEOPOLITICO
Όταν ηττάται μια αυτοκρατορία, γίνεται αντιιμπεριαλιστική;
Οι Έλληνες της Μικράς Ασίας που παραμένουν αόρατοι στην αφήγηση της 30ής Αυγούστου ως «νίκης απέναντι στις επτά δυνάμεις». Άρθρο του Ταμέρ Τσιλινγκίρ.
Γράφει ο Ταμέρ Τσιλινγκίρ
Στην Τουρκία, η 30ή Αυγούστου δεν παρουσιάζεται απλώς ως η επέτειος μιας μάχης που κερδήθηκε απέναντι στον ελληνικό στρατό. Παρουσιάζεται ως η κορύφωση ενός μεγάλου πολέμου απελευθέρωσης, που διεξήχθη εναντίον των «επτά δυνάμεων» και του ιμπεριαλισμού.
Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, το τουρκικό έθνος, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ξεσηκώθηκε ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που ήθελαν να μοιράσουν την πατρίδα του· μέσα στη στέρηση δημιούργησε έναν νέο στρατό και ένα νέο κράτος και εκδίωξε όλες τις ξένες δυνάμεις από την Ανατολία.
Όμως η αφήγηση αυτή κλονίζεται ήδη από το πρώτο ερώτημα: αν οι νικήτριες δυνάμεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου —η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία— ήταν ιμπεριαλιστικές, τότε τι ήταν η Γερμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία που βρίσκονταν στο αντίπαλο στρατόπεδο; Όταν μια αυτοκρατορία ηττάται, γίνεται αντιιμπεριαλιστική και τα κυρίαρχα στοιχεία της μετατρέπονται ξαφνικά σε αποικιοκρατούμενο έθνος;
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν μπήκε στον πόλεμο για να αντισταθεί στον ιμπεριαλισμό
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν ήταν ένας πόλεμος ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικά κράτη και αθώους λαούς. Ήταν ένας πόλεμος διαμοιρασμού ανάμεσα σε αυτοκρατορίες που επιδίωκαν εδάφη, αγορές, σφαίρες επιρροής, στρατηγικά περάσματα και κυριαρχία πάνω σε άλλους λαούς.
Η Βρετανία, η Γαλλία, η Ρωσία και η Ιταλία είχαν ιμπεριαλιστικούς στόχους. Όμως ούτε η Γερμανία, ούτε η Αυστροουγγαρία, ούτε η Οθωμανική Αυτοκρατορία εκπροσωπούσαν κάποιο αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο.
Η Γερμανία διέθετε αποικίες και προσπαθούσε να διευρύνει την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική της επιρροή στον κόσμο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, παρότι βρισκόταν σε διαδικασία αποσύνθεσης, εξακολουθούσε να είναι μια αυτοκρατορία που κρατούσε πολλούς λαούς υπό την κυριαρχία της.
Η οθωμανική διοίκηση δεν μπήκε στον πόλεμο για να σώσει τη χώρα από μια ιμπεριαλιστική επίθεση, αλλά με πολιτική επιλογή της κυβέρνησης της Ένωσης και Προόδου, στο πλευρό της Γερμανίας. Οι στόχοι των Νεοτούρκων δεν περιορίζονταν στην υπεράσπιση των υφιστάμενων συνόρων. Υπήρχαν επίσης υπολογισμοί για νέα επέκταση στον Καύκασο, άσκηση επιρροής πάνω στους μουσουλμανικούς και τουρκικούς πληθυσμούς υπό ρωσική κυριαρχία, υπονόμευση της βρετανικής κυριαρχίας στην Αίγυπτο και ανάκτηση ορισμένων χαμένων περιοχών.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν ένας αθώος θεατής έξω από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο διαμοιρασμού. Ήταν ένα από τα εμπόλεμα μέρη και ηττήθηκε.
Η ήττα ενός κράτους δεν το καθιστά αθώο. Όπως η Γερμανία δεν έγινε αντιιμπεριαλιστική επειδή έχασε τον πόλεμο, έτσι και η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν μετατράπηκε, επειδή ηττήθηκε, σε αθώο θύμα του ιμπεριαλισμού.
Ο ηττημένος του πολέμου ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως μία από τις ηττημένες πλευρές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπέγραψε την Ανακωχή του Μούδρου στις 30 Οκτωβρίου 1918. Μετά από αυτή την ημερομηνία, βρετανικές, γαλλικές και ιταλικές δυνάμεις εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, στα Στενά και σε ορισμένες περιοχές της Ανατολίας.
Αυτή η στρατιωτική παρουσία δεν στρεφόταν εναντίον ενός νέου τουρκικού κράτους που δεν είχε συμμετάσχει στον πόλεμο και δεχόταν αναίτια επίθεση ενώ διατηρούσε την ανεξαρτησία του. Ήταν μέρος του καθεστώτος ανακωχής και των ακόμη ανολοκλήρωτων ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία και τις νικήτριες δυνάμεις της Αντάντ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία δεν είχαν οικονομικούς, στρατιωτικούς και στρατηγικούς στόχους στα οθωμανικά εδάφη. Τα σχέδια διαμοιρασμού του πολέμου, οι ζώνες επιρροής, η επιδίωξη ελέγχου των Στενών, οι υπολογισμοί γύρω από το πετρέλαιο και τους σιδηροδρόμους και οι προσπάθειες διατήρησης των διομολογήσεων καταδεικνύουν σαφώς αυτούς τους στόχους.
Η Συνθήκη των Σεβρών, που επιβλήθηκε στην οθωμανική κυβέρνηση στις 10 Αυγούστου 1920, ήταν επίσης ένα σχέδιο που περιόριζε δραστικά την οθωμανική κυριαρχία. Αργότερα, όμως, όλη αυτή η σύνθετη διαδικασία συμπυκνώθηκε σε έναν και μόνο τίτλο: «η κατοχή της ανεξάρτητης τουρκικής πατρίδας από τους ιμπεριαλιστές».
Ωστόσο το 1918 δεν υπήρχε απέναντί τους ένα ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος με το όνομα Δημοκρατία της Τουρκίας. Ο διεθνής κόσμος είχε ως συνομιλητή την Οθωμανική Αυτοκρατορία και ως αναγνωρισμένη κυβέρνηση εκείνη της Κωνσταντινούπολης. Και ο Μουσταφά Κεμάλ δεν στάλθηκε στην Ανατολία ως εκπρόσωπος ενός νέου κράτους, αλλά ως επιθεωρητής του οθωμανικού στρατού.
Η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση στην Άγκυρα ιδρύθηκε μόλις στις 23 Απριλίου 1920. Αυτό που εμφανίστηκε αρχικά δεν ήταν τόσο η αντίσταση ενός προϋπάρχοντος ανεξάρτητου τουρκικού κράτους σε εξωτερική επίθεση, όσο μια σύγκρουση εξουσίας και νομιμοποίησης μέσα στην ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία για το ποιος θα εκπροσωπούσε την κυριαρχία.
Τα στελέχη του κινήματος της Άγκυρας προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό από οθωμανούς αξιωματικούς, γραφειοκράτες και παλαιά δίκτυα της Ένωσης και Προόδου. Η στρατιωτική εμπειρία, τα όπλα, οι μονάδες, οι δυνατότητες επικοινωνίας και η κρατική παράδοση που χρησιμοποιήθηκαν κληρονομήθηκαν επίσης σε σημαντικό βαθμό από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Δεν έχουμε λοιπόν μπροστά μας ένα κράτος που δημιουργήθηκε από το μηδέν, αλλά τα στρατιωτικά και γραφειοκρατικά στελέχη μιας ηττημένης αυτοκρατορίας που αποσπάστηκαν από την Κωνσταντινούπολη και οικοδόμησαν ένα νέο κέντρο εξουσίας στην Ανατολία.
Ο «Εθνικός Αγώνας» ήταν αγώνας ποιου έθνους;
Η περίοδος 1919–1922, την οποία η επίσημη τουρκική ιστοριογραφία ονομάζει «Εθνικό Αγώνα», δεν ήταν η ανάκτηση του κράτους ενός ήδη υπάρχοντος τουρκικού έθνους που ζούσε υπό αποικιακή διοίκηση.
Οι Τούρκοι δεν ήταν ένας αποικιοκρατούμενος λαός αποκλεισμένος από την κυρίαρχη πολιτική και θρησκευτική δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και εκείνοι που ηγήθηκαν του κινήματος της Άγκυρας δεν ήταν εθνικοαπελευθερωτές που είχαν αναδειχθεί έξω από τους θεσμούς μιας ξένης αποικιακής διοίκησης, αλλά σε μεγάλο βαθμό αξιωματικοί και κρατικοί υπάλληλοι του ηττημένου οθωμανικού στρατού και κράτους.
Η πολεμική και πολιτική διαδικασία του 1919–1922 ήταν η προσπάθεια των μουσουλμανικών στρατιωτικών και γραφειοκρατικών στελεχών μιας ηττημένης αυτοκρατορίας να οικοδομήσουν πάνω στην οθωμανική κληρονομιά ένα πιο ομοιογενές έθνος-κράτος, που όλο και περισσότερο θεμελιωνόταν στην τουρκική και μουσουλμανική ταυτότητα.
Στη διαδικασία αυτή δεν πολεμήθηκαν μόνο οι ξένες στρατιωτικές δυνάμεις και ο ελληνικός στρατός. Η κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης εξουδετερώθηκε, η οθωμανική δυναστεία καταργήθηκε και η ιστορική παρουσία των Ελλήνων και των Αρμενίων στην Ανατολία εκκαθαρίστηκε σε μεγάλο βαθμό.
Επομένως, η λέξη «εθνικός» είναι από μόνη της ένας ισχυρισμός που πρέπει να εξηγηθεί. Περιλάμβανε αυτό το έθνος τους Έλληνες; Περιλάμβανε τους Αρμενίους; Περιλάμβανε τους Ασσυρίους; Ή μήπως η κοινότητα που ονομαζόταν «έθνος» οριζόταν ήδη από τη φάση της συγκρότησής της ως μουσουλμανική και σταδιακά ως τουρκική;
Όταν χαράσσονταν τα σύνορα του νέου κράτους, δεν καθορίζονταν μόνο τα εδάφη αλλά και το ποιοι θα μπορούσαν να ζουν σε αυτά.
Οι «επτά δυνάμεις» ηττήθηκαν πράγματι στο πεδίο της μάχης;
Η επίσημη αφήγηση μετατρέπει τις διαφορετικές στρατιωτικές και πολιτικές καταστάσεις μετά το Μούδρο σε ένα ενιαίο μεγάλο πολεμικό έπος.
Ωστόσο η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία δεν αποτελούσαν μια ενωμένη δύναμη με τους ίδιους στόχους και την ίδια αποφασιστικότητα στην Ανατολία. Ανάμεσά τους υπήρχαν σοβαρές συγκρούσεις συμφερόντων.
Στη νότια Ανατολία σημειώθηκαν πραγματικές και αιματηρές συγκρούσεις με τις γαλλικές δυνάμεις. Επομένως δεν θα ήταν σωστό να ειπωθεί ότι δεν υπήρξε πόλεμος με τους Γάλλους. Όμως αργότερα η Γαλλία συμφώνησε με την κυβέρνηση της Άγκυρας και αποχώρησε από την περιοχή.
Η Ιταλία εκκένωσε τις περιοχές όπου βρισκόταν, μέσα στις μεταβαλλόμενες διπλωματικές ισορροπίες και τις διαφωνίες μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ. Δεν διεξήχθη εναντίον του ιταλικού στρατού μια μεγάλη μάχη πεδίου αντίστοιχη με εκείνες του Δυτικού Μετώπου.
Οι βρετανικές δυνάμεις βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη και στα Στενά. Το 1922, στην περιοχή των Δαρδανελίων, ο στρατός της Άγκυρας βρέθηκε αντιμέτωπος με τις βρετανικές μονάδες και προέκυψε κίνδυνος πολέμου. Όμως η κρίση έληξε διπλωματικά πριν μετατραπεί σε ένοπλη σύγκρουση.
Οι δυνάμεις της Αντάντ δεν θέλησαν να διακινδυνεύσουν έναν νέο και μεγάλο πόλεμο για να εφαρμόσουν τη Συνθήκη των Σεβρών με τους δικούς τους στρατούς σε ολόκληρη την Ανατολία. Αντί γι’ αυτό, ήλπιζαν ότι η στρατιωτική επιτυχία του ελληνικού στρατού θα καθιστούσε το καθεστώς των Σεβρών, έστω εν μέρει, εφαρμόσιμο.
Με τη Μεγάλη Επίθεση που άρχισε στις 26 Αυγούστου 1922 και τη μάχη του Ντουμλουπινάρ στις 30 Αυγούστου, ο στρατός που ηττήθηκε ήταν ο ελληνικός. Δεν υπήρξε κάποια «μάχη των επτά δυνάμεων» στην οποία οι βρετανικοί, γαλλικοί και ιταλικοί στρατοί ηττήθηκαν μαζί.
Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί τη στρατιωτική και διπλωματική επιτυχία του κινήματος της Άγκυρας. Όμως το να αξιοποιείς τις αντιθέσεις μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ, να συνάπτεις συμφωνίες με ορισμένες από αυτές και να νικάς τον ελληνικό στρατό δεν είναι το ίδιο με το να συντρίβεις ολόκληρο τον ιμπεριαλιστικό κόσμο στο πεδίο της μάχης.
Η 30ή Αυγούστου δεν ταυτίζεται με το νόημα που της αποδόθηκε αργότερα.
Από την ηττημένη αυτοκρατορία στην αφήγηση του καταπιεσμένου έθνους
Η επίσημη ιστορία χαράσσει ένα απότομο ηθικό σύνορο ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν από το 1918 και στο κίνημα με κέντρο την Άγκυρα.
Σε αυτή την αφήγηση περνούν σε δεύτερο πλάνο οι λόγοι για τους οποίους η Οθωμανική Αυτοκρατορία μπήκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η συμμαχία της με τη Γερμανία και οι επεκτατικοί στόχοι της Ένωσης και Προόδου. Η ιστορία σχεδόν ξαναρχίζει από την Ανακωχή του Μούδρου.
Έτσι, τα στρατιωτικά και πολιτικά στελέχη της αυτοκρατορίας που έχασε τον πόλεμο αποσυνδέονται από την ευθύνη για τον δικό τους πόλεμο και μετατρέπονται αποκλειστικά σε εκπροσώπους ενός καταπιεσμένου έθνους που δέχθηκε επίθεση από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Η ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετασχηματίζεται σε αφήγηση καταπίεσης και η ανασυγκρότηση της εξουσίας από τα ίδια αυτοκρατορικά στελέχη σε αντιιμπεριαλιστικό έπος απελευθέρωσης.
Κατά τη μεταμόρφωση αυτή, όσα συνέβησαν στους χριστιανικούς λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βγαίνουν επίσης έξω από την αφήγηση.
Οι εκτοπίσεις, οι σφαγές και οι πολιτικές εκκαθάρισης που εφάρμοσε η κυβέρνηση της Ένωσης και Προόδου κατά τα χρόνια του πολέμου εναντίον Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων γίνονται αόρατες. Λησμονείται ότι η βία εναντίον των Ελλήνων του Πόντου δεν άρχισε το 1919, αλλά συνεχιζόταν ήδη από τα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με εκτοπισμούς, τάγματα εργασίας, εκκενώσεις χωριών και μαζικούς θανάτους.
Έτσι αποκρύπτεται η συνέχεια των ίδιων πολιτικών, στρατιωτικών και γραφειοκρατικών στελεχών. Η διαδρομή από την ήττα της αυτοκρατορίας στη συγκρότηση του έθνους-κράτους παρουσιάζεται σαν δύο απολύτως ξεχωριστές ιστορίες.
Ο ελληνικός στρατός και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας δεν ήταν το ίδιο πράγμα
Μία από τις βαρύτερες συνέπειες της επίσημης τουρκικής αφήγησης είναι η ταύτιση του ελληνικού στρατού με τους γηγενείς ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας.
Παρότι τα όρια των ιστορικών γεωγραφικών ονομασιών μεταβάλλονταν ανάλογα με την εποχή, οι κατά προσέγγιση αντιστοιχίες τους στον σημερινό χάρτη είναι οι εξής: η Ιωνία βρίσκεται στις αιγαιακές ακτές της Μικράς Ασίας, κυρίως γύρω από τη Σμύρνη και σε τμήματα των σημερινών περιοχών Αϊδινίου και Μαγνησίας. Η Βιθυνία βρίσκεται στη βορειοδυτική Ανατολία, γύρω από τη Νικομήδεια, τη Νίκαια, την Προύσα και το Σαγγάριο. Η Καππαδοκία εκτείνεται στην κεντρική Ανατολία, κυρίως γύρω από την Καισάρεια, τη Νεάπολη/Νεβσεχίρ, τη Νίγδη και το Ακσαράι.
Η Ανατολική Θράκη αντιστοιχεί στη σημερινή ευρωπαϊκή επικράτεια της Τουρκίας: Αδριανούπολη, Σαράντα Εκκλησιές/Κιρκλαρελί, Ραιδεστός/Τεκίρνταγ και την ευρωπαϊκή πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Ο Πόντος αναφέρεται στη βόρεια Ανατολία, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας και την ενδοχώρα, από την Αμισό/Σαμψούντα προς Κοτύωρα/Ορντού, Κερασούντα, Τραπεζούντα, Αργυρούπολη και Ριζούντα, και, ανάλογα με το ιστορικό πλαίσιο, έως την Αμάσεια και την Τοκάτη.
Από την Ιωνία —δηλαδή τη Σμύρνη και τις ακτές του Αιγαίου— μέχρι τους οικισμούς της Καππαδοκίας στην κεντρική Ανατολία, από τη Νικομήδεια, τη Νίκαια και την Προύσα της Βιθυνίας μέχρι την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, οι Έλληνες αυτής της τεράστιας γεωγραφίας δεν ήρθαν το 1919 μαζί με έναν στρατό. Ήταν γηγενείς πληθυσμοί που ζούσαν εκεί επί αιώνες και, σε πολλές περιοχές, επί χιλιετίες.
Η παρουσία του ελληνικού στρατού στην Ανατολία και η ιστορική παρουσία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας δεν είναι το ίδιο πράγμα. Όμως η ιδρυτική αφήγηση του νέου κράτους εξαφάνισε αυτή τη διάκριση.
Η στρατιωτική νίκη απέναντι στον ελληνικό στρατό μετατράπηκε σε αφήγηση απελευθέρωσης που νομιμοποίησε την απομάκρυνση του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού της Ανατολίας. Η ήττα ενός στρατού παρουσιάστηκε σαν να οδηγούσε φυσιολογικά στην εκδίωξη ενός ολόκληρου λαού από την πατρίδα του.
Το αποτέλεσμα του 1922 δεν ήταν μόνο η αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Ανατολία. Ήταν και το ουσιαστικό τέλος της πανάρχαιας ελληνικής παρουσίας από την Ιωνία έως τον Πόντο.
Άνθρωποι σκοτώθηκαν, εκδιώχθηκαν ή αποκόπηκαν από τις ιστορικές πατρίδες τους μέσω της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών. Σπίτια, καταστήματα, χωράφια, εκκλησίες, σχολεία και μοναστήρια έμειναν πίσω. Οι δημευμένες περιουσίες αξιοποιήθηκαν στη συγκρότηση της οικονομικής και κοινωνικής τάξης του νέου κράτους.
Κι όμως αυτή η μεγάλη ρήξη δεν καταγράφηκε στην επίσημη ιστορία ως η καταστροφή ενός λαού, αλλά ως «απελευθέρωση της πατρίδας».
Στην Ελλάδα όχι «νίκη», αλλά Μικρασιατική Καταστροφή
Η ημερομηνία που στην Τουρκία γιορτάζεται στις 30 Αυγούστου ως «Μεγάλη Νίκη» δεν έχει αποκτήσει στην Ελλάδα, στον ίδιο βαθμό, τον χαρακτήρα μιας αυτοτελούς «μεγάλης ημέρας ήττας».
Στην ελληνική ιστοριογραφία η 30ή Αυγούστου εντάσσεται συνήθως σε μια ευρύτερη ιστορική τομή: Μικρασιατική Εκστρατεία, Κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου, Μικρασιατική Καταστροφή, Ξεριζωμός, Χαμένες Πατρίδες.
Στο κέντρο της ελληνικής στρατιωτικής αφήγησης δεν βρίσκεται η «Μεγάλη Νίκη» των Τούρκων, αλλά η διάσπαση της γραμμής του Αφιόν Καραχισάρ, η αποκοπή ελληνικών μονάδων μεταξύ τους, η περικύκλωση ορισμένων τμημάτων, η κατάρρευση της διοίκησης και η υποχώρηση του στρατού προς τις ακτές.
Στην ελληνική συλλογική μνήμη, όμως, ισχυρότερη ακόμη και από τη στρατιωτική ήττα είναι η αφήγηση της ανθρωπιστικής καταστροφής που ακολούθησε: η πυρκαγιά της Σμύρνης, η βία κατά ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών, η φυγή αμάχων προς τις ακτές, η αποστολή ανδρών σε τάγματα εργασίας, η μετατροπή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων σε πρόσφυγες και η οριστική απώλεια της δυνατότητας επιστροφής στις χαμένες πατρίδες.
Γι’ αυτό η 30ή Αυγούστου στην ελληνική μνήμη είναι λιγότερο η ημερομηνία μιας μεμονωμένης μάχης και περισσότερο μέρος της μη αναστρέψιμης διαδικασίας που οδήγησε στο τέλος του μικρασιατικού ελληνισμού.
Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η διαφορά του ημερολογίου. Η Ελλάδα δεν είχε ακόμη υιοθετήσει το Γρηγοριανό ημερολόγιο το 1922. Στα ελληνικά έγγραφα της εποχής, η έναρξη της τουρκικής επίθεσης μπορεί να εμφανίζεται ως 13 Αυγούστου αντί για 26 Αυγούστου, και η είσοδος του τουρκικού στρατού στη Σμύρνη ως 27 Αυγούστου αντί για 9 Σεπτεμβρίου. Γι’ αυτό η ημερομηνία «30 Αυγούστου 1922» σε σύγχρονες ελληνικές δημοσιεύσεις δεν αναφέρεται πάντοτε στη μάχη του Ντουμλουπινάρ· μπορεί να παραπέμπει, με το παλαιό ημερολόγιο, στις ημέρες της καταστροφής στη Σμύρνη.
Ούτε στην Ελλάδα υπάρχει μία και μοναδική αφήγηση. Η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη το 1919 παρουσιάστηκε επί μακρόν στην επίσημη εκπαιδευτική γλώσσα ως προσπάθεια «απελευθέρωσης των υπόδουλων αδελφών» ή προστασίας του τοπικού ελληνικού πληθυσμού. Η επέκταση της στρατιωτικής εκστρατείας, οι αποφάσεις των ελληνικών κυβερνήσεων, η στάση των δυνάμεων της Αντάντ και η προέλαση του στρατού στο εσωτερικό της Ανατολίας είναι ξεχωριστά πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα που πρέπει να εξετάζονται κριτικά.
Όμως οι πολιτικές του ελληνικού κράτους δεν μπορούν να ταυτίζονται με την ιστορική παρουσία των γηγενών Ελλήνων της Μικράς Ασίας.
Η επίσημη τουρκική αφήγηση δεν χρησιμοποιεί τη «Μεγάλη Ιδέα» μόνο ως έννοια για μια συγκεκριμένη περίοδο της πολιτικής του ελληνικού κράτους. Τη χρησιμοποιεί για να παρουσιάσει όλους τους Έλληνες της Μικράς Ασίας σαν να ήταν ανέκαθεν μέλη ενός κοινού πολιτικού σχεδίου κατάληψης της Ανατολίας. Έτσι οι αποφάσεις του ελληνικού κράτους μετατρέπονται σε συλλογική κατηγορία που φορτώνεται σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία από τον Πόντο έως την Ιωνία.
Σε αυτή την αφήγηση ο γηγενής Έλληνας παύει να είναι άνθρωπος του τόπου όπου ζει και μετατρέπεται σε εσωτερική προέκταση του ελληνικού στρατού. Οι εκτοπισμοί, τα τάγματα εργασίας, οι εκκενώσεις χωριών, οι δημεύσεις περιουσιών και η μαζική βία επιχειρείται έτσι να δικαιολογηθούν ως «άμυνα της πατρίδας απέναντι στη Μεγάλη Ιδέα».
Όμως οι πολιτικές εκκαθάρισης εναντίον των Ελλήνων του Πόντου είχαν αρχίσει πριν από την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη το 1919. Οι εκτοπισμοί και τα τάγματα εργασίας των χρόνων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δείχνουν καθαρά ότι ο γηγενής ελληνικός πληθυσμός δεν μπορεί να αναχθεί στην ελληνική στρατιωτική εκστρατεία στην Ανατολία.
Η στρατιωτική πολιτική ενός κράτους μπορεί και πρέπει να κρίνεται. Όμως αυτή η πολιτική δεν μετατρέπει αυτομάτως τους αμάχους που ζουν υπό την κυριαρχία άλλου κράτους σε συλλογικά ενόχους. Η παρουσία του ελληνικού στρατού στην Ανατολία δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για την εκδίωξη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από τις πατρίδες τους.
Γι’ αυτό οι δύο αφηγήσεις δεν είναι συμμετρικά αντίθετα είδωλα. Η επίσημη τουρκική αφήγηση δεν εξαγιάζει απλώς μια στρατιωτική νίκη· εντάσσει και την εκκαθάριση ενός γηγενούς λαού στην έννοια της «απελευθέρωσης». Η ελληνική μνήμη, αντίθετα, θυμάται το 1922 κυρίως ως Μικρασιατική Καταστροφή, ξεριζωμό και τέλος μιας πανάρχαιας ελληνικής παρουσίας μετά τη στρατιωτική ήττα.
Η μία πλευρά εξαγιάζει τη νίκη στο πεδίο της μάχης· η άλλη θυμάται τους ανθρώπους, τις πατρίδες και τη δυνατότητα επιστροφής που χάθηκαν μετά από αυτή τη νίκη.
Ποιανού πατρίδα και από ποιον «απελευθερώθηκε»;
Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «Πόλεμος της Ανεξαρτησίας», πρέπει να θέτουμε ορισμένα ερωτήματα: Ποιος απελευθερώθηκε; Ποιανού η πατρίδα σώθηκε; Από ποιον σώθηκε αυτή η πατρίδα; Και ποιοι, στο τέλος της διαδικασίας που ονομάστηκε απελευθέρωση, δεν μπορούσαν πλέον να ζουν στις δικές τους πατρίδες;
Από την οπτική του κινήματος της Άγκυρας, το αποτέλεσμα ήταν η αποτροπή εφαρμογής των Σεβρών, ο τερματισμός της ξένης στρατιωτικής παρουσίας, η κατάργηση των διομολογήσεων και η απόκτηση διεθνούς κυριαρχίας. Από αυτή την άποψη μπορεί πράγματι να γίνει λόγος για πραγματική στρατιωτική, πολιτική και διπλωματική επιτυχία.
Όμως το ότι μια ιστορική διαδικασία σημαίνει ανεξαρτησία για τους νικητές δεν σημαίνει ότι αποτελεί και απελευθέρωση για όσους ηττήθηκαν.
Για τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και τους Αρμενίους, η συγκρότηση του νέου κράτους δεν κατέληξε σε επιστροφή στην πατρίδα τους, αλλά στη διαγραφή τους από αυτήν.
Η «απελευθερωμένη» γεωγραφία ήταν ταυτόχρονα μια γεωγραφία που είχε σε μεγάλο βαθμό εκκαθαριστεί από τους γηγενείς χριστιανικούς πληθυσμούς.
Αυτή είναι η βασική αντίφαση στην οποία δεν απαντά η επίσημη αντιιμπεριαλιστική αφήγηση.
Γιατί η ανεξαρτησία ενός λαού οικοδομήθηκε πάνω στην απουσία άλλων λαών; Αν αυτός ο πόλεμος έγινε αποκλειστικά εναντίον του ιμπεριαλισμού, γιατί κατασχέθηκαν τα σπίτια, οι περιουσίες, τα σχολεία και οι χώροι λατρείας των Ελλήνων και των Αρμενίων που ζούσαν σε αυτά τα εδάφη επί αιώνες και χιλιετίες; Πώς μια νίκη που παρουσιάζεται ως αντιιμπεριαλιστική ολοκληρώθηκε με τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου έθνους-κράτους που είχε ως βάση τη μουσουλμανική και τουρκική ταυτότητα;
Μια ημερομηνία που δεν είναι γιορτή για όλους
Η 30ή Αυγούστου αποτελεί στην επίσημη μνήμη της Τουρκίας σύμβολο στρατιωτικής νίκης και εθνικής απελευθέρωσης. Όμως η ίδια ημερομηνία δεν έχει το ίδιο νόημα για όλους τους λαούς αυτής της γεωγραφίας.
Το στρατιωτικό και πολιτικό αποτέλεσμα που συμβολίζει αυτή η ημερομηνία δεν ήταν μόνο η ήττα του ελληνικού στρατού. Ήταν και η οριστικοποίηση του ξεριζωμού των γηγενών ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας από τις ιστορικές πατρίδες τους, από την Ιωνία και την Καππαδοκία έως τη Βιθυνία, την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο.
Το κράτος που ιδρύθηκε στη συνέχεια δεν αναγνώρισε τη γενοκτονία που υπέστη ο ποντιακός ελληνισμός, δεν επέστρεψε τις δημευμένες περιουσίες, άλλαξε τα ονόματα χωριών, πόλεων και ολόκληρης της γεωγραφίας και κατέγραψε εκκλησίες και μοναστήρια αποκομμένα από τους λαούς που τα δημιούργησαν, σαν να ήταν κτίσματα χωρίς ιδιοκτήτες και χωρίς μνήμη.
Η χιλιόχρονη παρουσία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας συμπτύχθηκε στη λίγων ετών μικρασιατική εκστρατεία του ελληνικού στρατού. Η ιστορική παρουσία ενός λαού ταυτίστηκε με μια στρατιωτική επιχείρηση. Έτσι, η ήττα του ελληνικού στρατού παρουσιάστηκε σαν να αποτελούσε φυσικό και νόμιμο αποτέλεσμα την απομάκρυνση του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού από την πατρίδα του.
Αν ακόμη και σήμερα, όταν αποκαθίστανται ιστορικά μνημεία του Πόντου, η χρήση του ονόματος του λαού που τα δημιούργησε γίνεται αντικείμενο αντιπαράθεσης, τότε η κυριαρχία της τάξης πραγμάτων που συγκροτήθηκε το 1922 πάνω στη μνήμη εξακολουθεί να υφίσταται.
Γι’ αυτό η 30ή Αυγούστου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως η στρατιωτική νίκη ενός στρατού απέναντι σε έναν άλλο. Αντιπροσωπεύει επίσης την ιστορική διαδικασία μέσα στην οποία ο ξεριζωμός των γηγενών Ελλήνων της Μικράς Ασίας εντάχθηκε ως «νίκη» στην ιδρυτική αφήγηση του νέου κράτους.
Μια ημερομηνία που ένας λαός γιορτάζει ως νίκη μπορεί να αποτελεί καταστροφή για έναν άλλο λαό.
Το να λέγεται αυτό δεν σημαίνει άρνηση των δεινών που υπέστησαν οι τουρκικοί και μουσουλμανικοί πληθυσμοί μέσα στον πόλεμο, τη φτώχεια και τις αναγκαστικές μετακινήσεις. Όμως ούτε αυτά τα δεινά μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δικαιολογία για να γίνουν αόρατα όσα συνέβησαν στους Έλληνες, τους Αρμενίους και τους Ασσυρίους.
Είναι δυνατό να αντιμετωπίσουμε την ιστορία χωρίς να ανταγωνιζόμαστε για το ποιος υπέφερε περισσότερο, χωρίς να κατηγορούμε συλλογικά κανέναν λαό και χωρίς να καταφεύγουμε στην επίσημη αφήγηση κανενός κράτους.
Η γλώσσα της αλήθειας, όχι της νίκης
Είναι σαφές ότι η 30ή Αυγούστου ήταν μια στρατιωτική νίκη απέναντι στον ελληνικό στρατό. Αυτό που πρέπει να συζητηθεί είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτή η νίκη αφηγήθηκε εκ των υστέρων.
Η στρατιωτική νίκη στο Ντουμλουπινάρ μετατράπηκε σε έπος όπου υποτίθεται ότι ολόκληρος ο ιμπεριαλιστικός κόσμος ηττήθηκε στο πεδίο της μάχης. Τα στελέχη της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποκόπηκαν από το δικό τους παρελθόν και παρουσιάστηκαν ως ιδρυτές ενός αντιιμπεριαλιστικού κινήματος. Η εξάλειψη των γηγενών χριστιανικών λαών της Μικράς Ασίας έγινε αόρατη μέσα στην αφήγηση της «απελευθέρωσης της πατρίδας».
Η αναμέτρηση με την ιστορία, όμως, απαιτεί να ρωτάμε όχι μόνο τι κέρδισαν οι νικητές, αλλά και ποιοι έμειναν κάτω από αυτή τη νίκη.
Αυτό που μπορεί να δώσει στην 30ή Αυγούστου ιστορικό νόημα δεν είναι η μετατροπή της σε μια απαραβίαστη ιερή ημερομηνία. Είναι η ανάδειξη των πολιτικών αποτελεσμάτων πίσω από τη στρατιωτική νίκη, των λαών που εκδιώχθηκαν από τις πατρίδες τους, των ζωών που δημεύθηκαν και της μνήμης που φιμώθηκε.
Η ειρήνη δεν οικοδομείται όταν όλοι υποχρεώνονται να αποκαλούν την ίδια ημερομηνία «γιορτή». Η ειρήνη θα αρχίσει την ημέρα που θα μπορούμε να μιλήσουμε ανοιχτά για το γεγονός ότι η νίκη ενός λαού ολοκληρώθηκε με τη διαγραφή ενός άλλου λαού από την πατρίδα του.
Πηγές
• Ανακωχή του Μούδρου, 30 Οκτωβρίου 1918.
• Οθωμανική Βουλή των Αντιπροσώπων, αποφάσεις του Misak-ı Millî (Εθνικού Όρκου), 28 Ιανουαρίου 1920.
• Συνθήκη των Σεβρών, 10 Αυγούστου 1920.
• Συμφωνία της Άγκυρας μεταξύ της Γαλλίας και της Κυβέρνησης της Άγκυρας, 20 Οκτωβρίου 1921.
• Ανακωχή των Μουδανιών, 11 Οκτωβρίου 1922.
• Σύμβαση και Πρωτόκολλο περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών, 30 Ιανουαρίου 1923.
• Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, 24 Ιουλίου 1923.
• Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, Foreign Relations of the United States, 1924, τόμ. II, έγγρ. 624: https://history.state.gov/historicaldocuments/frus1924v02/d624
• Υπουργείο Παιδείας της Ελλάδας, Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή: https://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2188/Istoria_ST-Dimotikou_-empl/index5_5.html
• Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, στρατιωτικές εξελίξεις Αυγούστου 1922: https://www.ime.gr/chronos/13/en/foreign_policy/facts/16.html
• Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, οι πρόσφυγες του 1922 και η ελπίδα επιστροφής: https://www.ime.gr/chronos/14/gr/1923_1940/society/people/03.html
• Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, Έκθεσις Ανακριτικής Επιτροπής Επιχειρήσεων Μικράς Ασίας, Αύγουστος 1922: https://sse.army.gr/books/ekthesis-anakritikis-epitropis-epicheiriseon-mikras-asias-aygoystos-1922/
• Αρχείο ΕΡΤ, Η Καταστροφή της Σμύρνης – 30 Αυγούστου 1922: https://www.ert.gr/ert-arxeio/i-katastrofi-tis-smyrnis-30-aygoystoy-1922-2/
• Erik Jan Zürcher, Turkey: A Modern History.
• Feroz Ahmad, The Young Turks: The Committee of Union and Progress in Turkish Politics, 1908–1914.
• Taner Akçam, A Shameful Act: The Armenian Genocide and the Question of Turkish Responsibility.
• Uğur Ümit Üngör & Mehmet Polatel, Confiscation and Destruction: The Young Turk Seizure of Armenian Property.
• Benny Morris & Dror Ze’evi, The Thirty-Year Genocide: Turkey’s Destruction of Its Christian Minorities, 1894–1924.
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΓενοκτονία των Γιαζίντι: Ένα αιώνιο έγκλημα του ISIS κατά της ανθρώπινης συνείδησης
-
Άμυνα3 μήνες πρινΣάλος με εικόνες από τον «Θαλασσόλυκο 2026»: Τούρκοι δείχνουν Έλληνα αξιωματικό δίπλα σε αξιωματικό του ψευδοκράτους – Χαραλαμπίδης στο Geopolitico: “Φέρουν ευθύνες Δένδιας και Α’ΓΕΕΘΑ”
-
Άμυνα1 μήνα πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ1 μήνα πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
Πολιτική2 μήνες πρινΣεισμός από το Ισραήλ! Ο Υπουργός Εξωτερικών ανοίγει τον φάκελο της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων
-
Αναλύσεις5 ημέρες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 εβδομάδες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας