ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Δικαιοσύνη για το Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ): Όχι με Οργή, αλλά με Σχέδιο
Η ιστορία δείχνει ότι οι Αρμένιοι μιλούν όταν νιώσουν αρκετά ασφαλείς ώστε να το κάνουν. Το ζήτημα σήμερα είναι να μη χρειαστούν πενήντα χρόνια για να μετατρέψουμε το τραύμα του Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ) σε συνειδητή, θεσμικά οργανωμένη στρατηγική. Η μνήμη από μόνη της δεν αρκεί. Η οργανωμένη μνήμη, όμως, μπορεί να γίνει εργαλείο δικαιοσύνης και πολιτικής επιρροής.
Τα Εγκλήματα των Αζέρων δεν πρέπει να μείνουν ατιμώρητα
Γράφει ο Αρντασές Γιαγουπιάν

Τις πρώτες μέρες του 2026 οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα με τον κωδικό Operation Absolute Resolve. Η επιχείρηση περιλάμβανε αεροπορικές επιθέσεις και εισβολή ειδικών δυνάμεων στο Καράκας, με αποτέλεσμα τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, και την μεταφορά τους εκτός Βενεζουέλας ώστε να αντιμετωπίσουν ποινικές διώξεις στις ΗΠΑ.
Αυτό που κάνει αυτή την εξέλιξη τόσο σημαντική είναι ότι για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία ο πρόεδρος ενός κράτους έχει αφαιρεθεί από την εξουσία και μεταφερθεί με στρατιωτική επιχείρηση άλλης χώρας για να δικαστεί σΑΨτο εξωτερικό. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί απλώς μια στρατιωτική δράση, αλλά θέτει υπό αμφισβήτηση ολόκληρη τη θεμελιώδη αρχή της διεθνούς έννομης τάξης περί εδαφικής ακεραιότητας και μη επέμβασης.
Οι ΗΠΑ, μια υπερδύναμη με στρατιωτική κυριαρχία και γεωπολιτικό βάρος, έχουν την ικανότητα να πραγματοποιήσουν τέτοιες επιχειρήσεις, αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, η πράξη χαρακτηρίζεται ευρέως ως παράνομη κατά το διεθνές δίκαιο, και όχι απλώς ανεκτή.
Αυτό αποκαλύπτει μια κρίσιμη αλήθεια. Σε ένα σύστημα όπου δεν υπάρχει κεντρική, υποχρεωτική νομοθετική εξουσία διεθνώς, η εφαρμογή της «δικαιοσύνης» καθορίζεται όχι από το τι είναι νόμιμο αλλά από το ποιος έχει τη δυνατότητα να την επιβάλει. Ακόμη και χώρες με υπερδυνάμεις όπως οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν έντονες διεθνείς αντιδράσεις, διπλωματικό κόστος και νομικές αμφισβητήσεις όταν ενεργούν μονομερώς.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην κρατική τηλεόραση του Αζερμπαϊτζάν (5 Ιανουαρίου), ο πρόεδρος Ιλχάμ Αλίεφ παρουσίασε μια αντίληψη για τον Νότιο Καύκασο όπου η ισχύς υπερισχύει του διεθνούς δικαίου και η ειρήνη ταυτίζεται με τη στρατιωτική νίκη. Υποστήριξε ότι το διεθνές δίκαιο έχει ουσιαστικά καταρρεύσει και ότι πλέον καθοριστικό ρόλο παίζουν μόνο η δύναμη, οι συμμαχίες και η επιρροή, μια θέση που υπονομεύει τις ίδιες τις αρχές του διεθνούς συστήματος στο οποίο το Αζερμπαϊτζάν τυπικά συμμετέχει.

Η προσέγγιση αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς ο Νότιος Καύκασος δεν εξέρχεται από μια διαπραγματευμένη ειρήνη αλλά από συγκρούσεις που κρίθηκαν με τη βία. Η απαξίωση του διεθνούς δικαίου νομιμοποιεί αποτελέσματα εξαναγκασμού και αποκλείει τη λογοδοσία, την αποκατάσταση και τη συμφιλίωση. Για την Αρμενία και τους εκτοπισμένους Αρμενίους από το Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ), το διεθνές δίκαιο παραμένει το βασικό εργαλείο διεκδίκησης δικαιωμάτων.

Εδώ όμως υπάρχει ένα βαθύτερο ιστορικό υπόστρωμα που δεν πρέπει να αγνοηθεί. Μετά τη Γενοκτονία, οι Αρμένιοι για δεκαετίες δεν μιλούσαν ανοιχτά. Όχι επειδή ξέχασαν, αλλά επειδή έπρεπε να επιβιώσουν. Το τραύμα ήταν τόσο βαθύ που η σιωπή λειτούργησε ως μηχανισμός άμυνας.
Η πρώτη γενιά της Διασποράς στην Ελλάδα, στη Γαλλία, στον Λίβανο, στις ΗΠΑ είχε ως προτεραιότητα την επιβίωση και την ένταξη. Η πολιτικοποίηση της μνήμης ήρθε αργότερα, όταν υπήρξε σχετική ασφάλεια, οργανωμένη κοινότητα και νομικό πλαίσιο για διεκδίκηση. Η μνήμη μετατράπηκε τότε σε πολιτικό εργαλείο πίεσης, διεθνούς αναγνώρισης και ταυτότητας.
Σήμερα, μετά το 2020 και τα γεγονότα του 2023 στο Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ), βρισκόμαστε σε μια παρόμοια μεταβατική φάση. Υπάρχει τραύμα, οργή, εσωτερικός διχασμός και ταυτόχρονα μια μορφή σιωπής. Πολλοί δεν έχουν ακόμη τη δύναμη να μιλήσουν στρατηγικά.

Αν όμως η ιστορία μας διδάσκει κάτι, είναι ότι η σιωπή δεν πρέπει να γίνει μόνιμη κατάσταση. Η μνήμη γίνεται πολιτικό εργαλείο μόνο όταν οργανωθεί. Όταν τεκμηριωθεί. Όταν ενταχθεί σε διεθνές νομικό πλαίσιο.
Ο Αλίεφ παρουσίασε επίσης το τέλος του πολέμου ως πολιτικό γεγονός που μπορεί να διακηρυχθεί μονομερώς, αγνοώντας κρίσιμα άλυτα ζητήματα όπως η ασφάλεια, τα σύνορα, οι αιχμάλωτοι και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Παράλληλα, απέδωσε διεθνείς πιέσεις στην αρμενική διασπορά, μετατρέποντας θεμιτές ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε υποτιθέμενη εχθρική συνωμοσία.
Συνολικά, οι δηλώσεις Αλίεφ σκιαγραφούν μια μεταπολεμική τάξη βασισμένη στην πολιτική ισχύος και όχι στη νομιμότητα. Όμως η ειρήνη που στηρίζεται στη νίκη και όχι στη δικαιοσύνη δύσκολα μπορεί να είναι βιώσιμη ή σταθερή.
Γι’ αυτό, σε μικρότερα κράτη με περιορισμένες επιλογές στρατιωτικής ισχύος και χωρίς διεθνή υποστήριξη, η στρατηγική που έχει νόημα δεν είναι η προσπάθεια για κατασταλτικές ενέργειες, αλλά η συγκρότηση ενός πλήρους, νομικά ανθεκτικού φακέλου τεκμηρίωσης, με στόχο χώρες που έχουν θεσμικά εργαλεία για καθολική δικαιοδοσία και προϋπάρχοντα νομικά προηγούμενα.
Με αυτό το δεδομένο, αν η συζήτηση για την απόδοση ευθυνών για τα εγκλήματα στο Αρτσάχ φύγει από το επίπεδο της οργής και μπει στο επίπεδο της στρατηγικής, τότε η μόνη ρεαλιστική οδός για ένα κράτος όπως η Αρμενία είναι η αξιοποίηση συγκεκριμένων ευρωπαϊκών δικαιοδοσιών που, για διαφορετικούς λόγους η καθεμία, μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς μακροχρόνιας νομικής και πολιτικής πίεσης.
Στο πλαίσιο αυτό, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Ελβετία ξεχωρίζουν όχι επειδή είναι «φιλικές», αλλά επειδή διαθέτουν θεσμικά εργαλεία, προηγούμενα και πολιτικό περιβάλλον που επιτρέπουν σοβαρή δουλειά χωρίς να εκθέτουν την αρμενική πλευρά σε αυτοϋπονόμευση.
Η Γαλλία αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς συνδυάζει πολιτική ευαισθησία στο αρμενικό ζήτημα με νομικές δυνατότητες που, αν και δεν είναι απεριόριστες, μπορούν να αξιοποιηθούν στοχευμένα. Το γαλλικό σύστημα δεν είναι το πιο επιθετικό σε ζητήματα καθολικής δικαιοδοσίας, όμως επιτρέπει την ενεργοποίηση δικαστικών διαδικασιών όταν υπάρχουν σαφείς καταγγελίες, τεκμηριωμένες υποθέσεις και σύνδεση με θύματα ή μάρτυρες που βρίσκονται στη γαλλική επικράτεια. Εδώ το κρίσιμο σημείο είναι η ποιότητα και όχι ο όγκος. Η Γαλλία δεν ενδείκνυται για μαζικές, γενικευμένες προσφυγές που εύκολα μπορούν να μπλοκαριστούν πολιτικά, αλλά για προσεκτικά επιλεγμένες υποθέσεις εναντίον συγκεκριμένων στρατιωτικών ή διοικητικών στελεχών, ιδίως μεσαίου επιπέδου, όπου η απόδειξη της ευθύνης είναι σαφής και δύσκολα αποδομείται. Η αξία της γαλλικής οδού δεν βρίσκεται μόνο στο ενδεχόμενο μιας δίωξης, αλλά και στο πολιτικό βάρος που αποκτά κάθε σοβαρά τεκμηριωμένη υπόθεση μέσα σε ένα κράτος με διεθνή επιρροή και ισχυρό δημόσιο λόγο.
Η Ολλανδία λειτουργεί διαφορετικά και ίσως πιο «ψυχρά», αλλά ακριβώς γι’ αυτό είναι θεσμικά πολύτιμη. Ως χώρα που φιλοξενεί διεθνή δικαστήρια και οργανισμούς, έχει ανεπτυγμένη νομική κουλτούρα γύρω από εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και είναι δεκτική σε φακέλους που προέρχονται από ΜΚΟ, ομάδες θυμάτων ή νομικά δίκτυα με σοβαρή τεκμηρίωση. Η ολλανδική προσέγγιση δεν βασίζεται στην πολιτική συμπάθεια, αλλά στη νομική συνοχή. Αυτό σημαίνει ότι ένας φάκελος για το Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ) που κατατίθεται εκεί πρέπει να είναι εξαιρετικά καθαρός ως προς τα πραγματικά περιστατικά, τη νομική τους κατάταξη και την αλυσίδα ευθύνης. Το πλεονέκτημα είναι ότι, αν περάσει αυτό το φίλτρο, αποκτά θεσμικό κύρος και μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς και για άλλες ευρωπαϊκές διαδικασίες, ακόμη κι αν δεν οδηγήσει άμεσα σε συλλήψεις ή δίκες.
Η Ελβετία, τέλος, είναι ίσως η πιο υποτιμημένη αλλά και η πιο αποτελεσματική επιλογή. Διαθέτει καθολική δικαιοδοσία για σοβαρά διεθνή εγκλήματα και φιλοξενεί πλήθος διεθνών οργανισμών, κάτι που προσδίδει ιδιαίτερο συμβολικό βάρος σε κάθε νομική κίνηση. Η ελβετική οδός δεν προσφέρεται για θεαματικές κινήσεις ή δημόσιες συγκρούσεις, αλλά για χαμηλού θορύβου, υψηλής ακρίβειας υποθέσεις. Είναι ιδανική για στοχοποίηση συγκεκριμένων προσώπων που ταξιδεύουν ή έχουν οικονομικές και θεσμικές διασυνδέσεις στη Δύση, καθώς ακόμη και η απειλή μιας διαδικασίας μπορεί να περιορίσει κινήσεις, να δημιουργήσει νομικό άγχος και να ενισχύσει το διεθνές στίγμα. Στην ελβετική περίπτωση, το μήνυμα προς τα στελέχη ενός καθεστώτος δεν είναι «θα σε συλλάβουμε αύριο», αλλά «ο φάκελός σου υπάρχει και δεν παραγράφεται».
Κοινός παρονομαστής είναι ότι καμία σοβαρή προσπάθεια δεν ξεκινά από την κορυφή. Η εμμονή αποκλειστικά στο πρόσωπο του Αλίεφ μετατρέπει το ζήτημα σε καθαρά πολιτική σύγκρουση. Η αποτελεσματική στρατηγική ξεκινά από διοικητές πεδίου, επιτελικούς σχεδιαστές και στελέχη ασφαλείας που μπορούν να συνδεθούν άμεσα με συγκεκριμένες πράξεις.
Η συγκρότηση ενός φακέλου που να αντέχει στον χρόνο απαιτεί μεθοδική δουλειά: καταθέσεις θυμάτων με νομικά πρωτόκολλα, ιατροδικαστικά στοιχεία, δορυφορικά δεδομένα, τεκμήρια για την αλυσίδα εντολών και επιβεβαιωμένο υλικό ανοικτών πηγών. Το κρίσιμο δεν είναι το γενικό πολιτικό αφήγημα, αλλά η απόδειξη ατομικής ευθύνης.
Αυτή η διαδικασία είναι αργή. Όμως ακριβώς γι’ αυτό είναι και επικίνδυνη για αυταρχικά καθεστώτα. Ο φάκελος δεν εξαφανίζεται. Ενεργοποιείται όταν αλλάξουν οι συσχετισμοί.
Η ιστορία δείχνει ότι οι Αρμένιοι μιλούν όταν νιώσουν αρκετά ασφαλείς ώστε να το κάνουν. Το ζήτημα σήμερα είναι να μη χρειαστούν πενήντα χρόνια για να μετατρέψουμε το τραύμα του Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ) σε συνειδητή, θεσμικά οργανωμένη στρατηγική. Η μνήμη από μόνη της δεν αρκεί. Η οργανωμένη μνήμη, όμως, μπορεί να γίνει εργαλείο δικαιοσύνης και πολιτικής επιρροής.
Δείτε τα εγκλήματα που έκαναν οι Αζέροι και πάρτε θέση πατώντας ΕΔΩ
GEOPOLITICO
Όταν το δικαίωμα στη λήθη συγκρούεται με τη μνήμη της Εκκλησίας
Η τελική κρίση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκή Ένωσης θα κληθεί, επομένως, να χαράξει με ιδιαίτερη προσοχή το όριο ανάμεσα στο δικαίωμα του προσώπου να αποστασιοποιείται από μια πίστη και στην αυτονομία και το έννομο συμφέρον της Εκκλησίας να διατηρεί την ιστορική καταγραφή ενός γεγονότος που πράγματι έλαβε χώρα και έχει κατά την κανονική διδασκαλία της ανεξάλειπτο και ανεπανάληπτο χαρακτήρα.
Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός (ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου), Romfea.gr
Δημοσιεύτηκαν την 1η Οκτωβρίου 2026 οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Laila Medina για την υπόθεση C-12/25 (Bisdom Gent) που αφορά αίτημα διαγραφής από το μητρώο βαπτίσεων βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR).
Η διαφορά κατέληξε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατόπιν προδικαστικής παραπομπής βελγικού Δικαστηρίου. Στις 30 Ιουνίου του 2026 πραγματοποιήθηκε στο Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης του Δικαστηρίου η επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώ μετά τη δημοσίευση των προτάσεων της Γενικής Εισαγγελέως επίκειται η τελική κρίση του.
Το ιστορικό της υπόθεσης έχει ως εξής:
Βέλγος υπήκοος, ο οποίος είχε βαπτισθεί Καθολικός όταν ήταν ανήλικος, ζήτησε από την Επισκοπή της Γάνδης να διαγράψει κάθε αναφορά στο πρόσωπό του από οποιοδήποτε φυσικό ή ψηφιακό μητρώο ή αρχείο. Προς στήριξη του αιτήματός του επικαλέστηκε το δικαίωμα διαγραφής του άρθρου 17 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.
Ακολούθως, η Επισκοπή κατέγραψε την αποχώρησή του, διαγράφοντας μεν με γραμμή τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν, διατηρώντας τα όμως σε αναγνώσιμη μορφή. Μη ικανοποιημένος από τον τρόπο αυτό αντιμετώπισης του αιτήματός του, υπέβαλε καταγγελία στη βελγική Αρχή Προστασίας Δεδομένων, η οποία διέταξε την Επισκοπή να διαγράψει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν.
Η Επισκοπή προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον βελγικού δικαστηρίου, το οποίο, με τη σειρά του, ζήτησε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ερμηνεύσει, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.
Η Γενική Εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις προτάσεις της επιβεβαιώνει αρχικά ότι ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων εφαρμόζεται στην υπόθεση. Το μητρώο βαπτίσεων αποτελεί σύστημα αρχειοθέτησης κατά την έννοια του Κανονισμού (άρθρο 4 σημ. 6) και κατά συνέπεια, η επίμαχη επεξεργασία δεδομένων – η αποθήκευσή τους και, κατά περίπτωση, η ανάκτηση και η χρήση τους – πρέπει να είναι συμβατή με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων.
Επιπλέον, η Γενική Εισαγγελέας εκτιμά ότι η επεξεργασία από την Εκκλησία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος (πριν από την υποβολή του αιτήματος αποχώρησής του από την Εκκλησία) θα μπορούσε να θεωρηθεί σύννομη βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (άρθρο 6 παρ. 1 περ. στ’), ακόμη και ελλείψει ρητής συγκατάθεσης του ενδιαφερόμενου προσώπου. Ωστόσο, το πρόσωπο αυτό μπορεί, κατ’ αρχήν, να ζητήσει τη διαγραφή των δεδομένων αυτών από το μητρώο βαπτίσεων, προβάλλοντας επισήμως αντίρρηση κατά της επεξεργασίας τους.
Στην περίπτωση αυτή, η Εκκλησία μπορεί να συνεχίσει την επεξεργασία των δεδομένων μόνον εφόσον αποδείξει ότι συντρέχουν επιτακτικοί και νόμιμοι λόγοι (άρθρο 21 παρ. 1) που δικαιολογούν την επεξεργασία. Μολονότι η διασφάλιση της ορθής τέλεσης και διαχείρισης των μυστηρίων, περιλαμβανομένου του βαπτίσματος, μπορεί να θεωρηθεί τέτοιος λόγος, πρέπει επιπλέον να εξεταστεί κατά πόσον η επεξεργασία είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού και κατά πόσον το συμφέρον της Εκκλησίας υπερισχύει των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του ενδιαφερόμενου προσώπου.
Εν τέλει, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί σε αυτή τη σύνθετη, κατά περίπτωση, εκτίμηση. Κατά τη στάθμιση των επίμαχων συμφερόντων, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει δύο ομάδες αντικρουόμενων συμφερόντων και δικαιωμάτων, τα οποία, στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρούνται αμφότερα άξια σημαντικής προστασίας: αφ’ ενός, το δικαίωμα του καταγγέλλοντος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμά του στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας· αφ’ ετέρου, την αυτονομία της Εκκλησίας και τη δική της ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας.
Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να συνεκτιμά τους λόγους για τους οποίους ζητείται η διαγραφή και τις ενδεχόμενες συνέπειες που θα είχε για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο η απόρριψη του αιτήματος. Συναφώς, η Γενική Εισαγγελέας επισημαίνει ότι η συνεχιζόμενη διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από θρησκευτική κοινότητα από την οποία ένα πρόσωπο επιθυμεί να αποστασιοποιηθεί μπορεί να επηρεάσει το δικαίωμά του στην αυτοδιάθεση και, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να του προκαλέσει συναισθηματική επιβάρυνση.
Αν η Εκκλησία δεν μπορεί να δικαιολογήσει την περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων για τους προαναφερθέντες λόγους ενδέχεται, παρά ταύτα, να μπορεί να συνεχίσει την επεξεργασία τους για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή για σκοπούς ιστορικής έρευνας (άρθρο 17 παρ. 3 περ. δ’ και άρθρο 89 παρ. 1).
Αυτό υπόκειται, ωστόσο, σε ορισμένες προϋποθέσεις: η επεξεργασία πρέπει να είναι αναγκαία για τους σκοπούς αυτούς, να συμμορφώνεται με τις εγγυήσεις που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης και το εθνικό δίκαιο για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων και να τηρεί την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων.
Στο πλαίσιο αυτό, η Γενική Εισαγγελέας υπογραμμίζει ότι μια δραστηριότητα αρχειοθέτησης πρέπει να εξυπηρετεί το κοινωνικό σύνολο, να στηρίζεται σε νομική υποχρέωση τήρησης αρχείων πληροφοριών ή εγγράφων και να συνεπάγεται κάποια μορφή πρόσβασης σε αυτά από δημόσιες αρχές ή από το ευρύ κοινό. Όσον αφορά την έννοια της ιστορικής έρευνας, αυτή πρέπει, στο πλαίσιο του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων, να νοείται ως αναφερόμενη κυρίως σε δραστηριότητες όπως εκείνες που ασκούνται από ακαδημαϊκούς ή ερευνητικούς οργανισμούς και οι οποίες μπορούν, εν τέλει, να ωφελήσουν την κοινωνία στο σύνολό της.
Τέλος, εάν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Εκκλησία δεν δικαιολογείται, η απλή διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο μητρώο βαπτίσεων με μια γραμμή, με αποτέλεσμα αυτά να παραμένουν αναγνώσιμα, σε συνδυασμό με την προσθήκη σημείωσης σχετικά με την αποχώρηση του προσώπου από την Εκκλησία, δεν συνιστά διαγραφή κατά την έννοια του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.
Εν κατακλείδι, όταν το δικαίωμα στη λήθη του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων συναντά τη μνήμη της Εκκλησίας, η σύγκρουση δεν αφορά απλώς δύο ανταγωνιστικά δικαιώματα, αλλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το τι συνιστά ένα εκκλησιαστικό μητρώο: Είναι απλώς ένα αρχείο προσωπικών δεδομένων που υπόκειται στους κανόνες της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ή ένα ιστορικό και κανονικό τεκμήριο γεγονότων τα οποία, για την Εκκλησία, δεν παύουν να έχουν συμβεί επειδή μεταβλήθηκε αργότερα η σχέση του προσώπου με αυτήν;
Κατά τη γνώμη μας, οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως επιχειρούν μεν να διατηρήσουν μια ισορροπία, αναγνωρίζοντας την εκκλησιαστική αυτονομία και τη σημασία των μυστηρίων, ωστόσο η αποδοχή ακόμη και της δυνατότητας ουσιαστικής εξάλειψης στοιχείων από ιστορικά μητρώα δημιουργεί έναν εύλογο προβληματισμό: Μήπως η λογική της προστασίας προσωπικών δεδομένων επεκτείνεται εν προκειμένω τόσο πολύ, ώστε να κινδυνεύει να μετατραπεί από εγγύηση της ιδιωτικότητας σε εργαλείο αναδιαμόρφωσης της θεσμικής και ιστορικής μνήμης μιας θρησκευτικής κοινότητας;
Η τελική κρίση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκή Ένωσης θα κληθεί, επομένως, να χαράξει με ιδιαίτερη προσοχή το όριο ανάμεσα στο δικαίωμα του προσώπου να αποστασιοποιείται από μια πίστη και στην αυτονομία και το έννομο συμφέρον της Εκκλησίας να διατηρεί την ιστορική καταγραφή ενός γεγονότος που πράγματι έλαβε χώρα και έχει κατά την κανονική διδασκαλία της ανεξάλειπτο και ανεπανάληπτο χαρακτήρα.
GEOPOLITICO
Η ελληνική αποτροπή, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η πίεση της Άγκυρας για το καλώδιο
Την ενίσχυση της ελληνικής αποτροπής και τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ τοποθετεί στο επίκεντρο της ανάλυσής του ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News», συνδέοντας την τουρκική πολεμική αρθρογραφία με τον ανταγωνισμό για τις θαλάσσιες ζώνες, τις ενεργειακές υποδομές και την επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» και τα πυραυλικά συστήματα μέχρι την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και την τουρκική παρουσία στη Λιβύη, ο δημοσιογράφος περιγράφει μια αντιπαράθεση που εξελίσσεται ταυτόχρονα στο στρατιωτικό, το διπλωματικό και το επικοινωνιακό πεδίο. Κεντρική θέση του είναι ότι η αναβάθμιση των ελληνικών δυνατοτήτων προκαλεί ανησυχία στην Άγκυρα, η οποία επιχειρεί να παρουσιάσει την ελληνική αμυντική προετοιμασία ως σχεδιασμό επίθεσης.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο στο ισραηλινό ενδιαφέρον
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στις αναφορές που επικαλείται από τη Jerusalem Post για την ισραηλινή παρακολούθηση της τουρκικής δραστηριότητας στη Λιβύη. Όπως εξηγεί, το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποκτά, κατά την ισραηλινή προσέγγιση που παρουσιάζει, ευρύτερες διαστάσεις: συνδέεται με τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς, την ενεργειακή ασφάλεια, τα υποθαλάσσια καλώδια και τη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή.
Στην ανάλυσή του, η πρόσβαση της Τουρκίας σε λιβυκές υποδομές και η επιδίωξη παρεμπόδισης ενεργειακών διαδρομών αφορούν τόσο τα ελληνικά όσο και τα ισραηλινά συμφέροντα. Γι’ αυτό θεωρεί ότι η Λιβύη αποκτά μεγαλύτερη σημασία στον ισραηλινό στρατηγικό σχεδιασμό.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται σε δημοσίευμα για φερόμενη συνάντηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου με τον Σαντάμ Χαφτάρ. Διευκρινίζει, πάντως, ότι η συνάντηση δεν έχει επιβεβαιωθεί από την ισραηλινή ή τη λιβυκή πλευρά. Την αξιολογεί ως ενδεχόμενη ένδειξη αναζήτησης συνεργασιών που θα μπορούσαν να περιορίσουν την τουρκική επιρροή.
«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Το βάρος στη διασύνδεση των συστημάτων
Στο στρατιωτικό σκέλος, ο Μουντζουρούλιας επικαλείται τουρκικές αναλύσεις για τις επιπτώσεις της ελληνικής εξοπλιστικής αναβάθμισης. Υποστηρίζει ότι η ανησυχία της Άγκυρας επικεντρώνεται στη δυνατότητα σύνδεσης ραντάρ, αισθητήρων, εκτοξευτών και αεροπορικών μέσων σε ένα κοινό επιχειρησιακό δίκτυο.
«Όλα αυτά τα συστήματα θα επικοινωνούν μεταξύ τους, θα υπάρχει συνεργασία. Και αυτό είναι το μυστικό με την “Ασπίδα του Αχιλλέα”», σημειώνει.
Περιγράφει την προοπτική μιας ευρύτερης εικόνας επιτήρησης από την Ελλάδα, μέσω της Κύπρου, μέχρι το Ισραήλ. Κατά την εκτίμησή του, η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τα Rafale, τα F-16 Viper και τη μελλοντική ένταξη των F-35, μπορεί να αυξήσει την ελευθερία δράσης της Πολεμικής Αεροπορίας.
Ανάλογη σημασία αποδίδει στα συστήματα PULS και Spike NLOS, παρουσιάζοντάς τα ως παράγοντες ενίσχυσης της αποτροπής και μεταβολής των επιχειρησιακών δεδομένων στο Αιγαίο.
Τα τουρκικά σενάρια για τις πρώτες ώρες μιας σύγκρουσης
Εκτενής είναι η αναφορά του στην τουρκική αρθρογραφία για υποτιθέμενα ελληνικά προληπτικά πλήγματα και για τις πρώτες 24 ή 72 ώρες μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης. Όπως επισημαίνει, τουρκικά μέσα συνδέουν αυτά τα σενάρια με την άσκηση «Αλέξανδρος», τη συνεργασία με το Ισραήλ και την ελληνική εξοπλιστική ενίσχυση.
Ο ίδιος αντιμετωπίζει αυτή την αρθρογραφία ως μέρος πληροφοριακού πολέμου. Εκτιμά ότι επιδιώκει τη συσπείρωση της τουρκικής κοινής γνώμης και την προβολή της Ελλάδας ως υπεύθυνης για ενδεχόμενη κλιμάκωση.
«Να βλέπουμε και ποιοι είναι οι στόχοι της Άγκυρας», υπογραμμίζει, ζητώντας προσεκτική ανάγνωση των δημοσιευμάτων.
Τα σενάρια αυτά παρουσιάζονται στην εκπομπή ως τουρκικοί ισχυρισμοί και αναλύσεις, χωρίς να τεκμηριώνουν την ύπαρξη επίσημης ελληνικής απόφασης για προληπτική επίθεση. Αντίστοιχα, τις τουρκικές αναφορές σε πιθανό ελληνοϊσραηλινό πλήγμα στα κατεχόμενα τις συνδέει με την ανησυχία για την τριμερή συνεργασία.
Το καλώδιο και η απαίτηση της Τουρκίας για προηγούμενη έγκριση
Αιχμηρός είναι ο Μουντζουρούλιας για το Great Sea Interconnector. Κατά την ανάλυσή του, η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει την ηλεκτρική διασύνδεση σε μέσο επιβολής των θαλάσσιων διεκδικήσεών της, απαιτώντας συντονισμό ή προηγούμενη έγκριση για δραστηριότητες σε περιοχές που η ίδια χαρακτηρίζει τουρκική υφαλοκρηπίδα.
Θεωρεί ότι ενδεχόμενη αποδοχή αυτής της απαίτησης θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο. Ζητά από την Αθήνα να προχωρήσει από τις διαβεβαιώσεις σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επανέναρξη των ερευνών.
Αναφέρεται επίσης στη διαφωνία που παρουσιάζει μεταξύ του Άγγελου Συρίγου και του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη σχετικά με τα γεγονότα της Κάσου. Σύμφωνα με όσα μεταφέρει, ο πρώτος μίλησε για υποχώρηση στο επιχειρησιακό πεδίο, ενώ ο δεύτερος την αρνήθηκε. Ο δημοσιογράφος υιοθετεί την εκτίμηση ότι υπήρξαν λανθασμένοι χειρισμοί και ασκεί κριτική στην καθυστέρηση του έργου.
«Ναι, να έχουμε εγγυήσεις, αλλά εμείς πρέπει να βγούμε μπροστά», τονίζει, σχολιάζοντας την αναζήτηση στήριξης από συμμάχους.
«Γαλάζια Πατρίδα»: Η αναμονή δεν σημαίνει εγκατάλειψη
Σχολιάζοντας τις πληροφορίες που επικαλείται για μη ένταξη σχετικού νομοσχεδίου στην τουρκική κοινοβουλευτική ατζέντα του Οκτωβρίου, προειδοποιεί ότι αυτό δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Εξετάζει ως πιθανές εξηγήσεις διπλωματικές πιέσεις, αναμονή ανταλλαγμάτων ή προσπάθεια προβολής ηπιότερου προσώπου. Παρουσιάζει αυτές τις εκδοχές ως εκτιμήσεις, ενώ συνδέει τη στάση της Άγκυρας με τις παράλληλες κινήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο και τις αναφορές σε σχεδιασμό ενεργειακής σύνδεσης με τα κατεχόμενα.
Η Κύπρος, τα ελληνικά μαχητικά και η ενεργειακή συνεργασία
Στην παρουσία ελληνικών μαχητικών πάνω από τη Λευκωσία και στην προβολή νέων συστημάτων της Εθνικής Φρουράς αποδίδει σαφές μήνυμα αποτροπής. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο Barak MX, στα μη επανδρωμένα μέσα και στην αιγυπτιακή συμμετοχή, την οποία αξιολογεί ως σημαντική ένδειξη περιφερειακής συνεργασίας.
Στο ενεργειακό πεδίο, αναφέρεται στις διαπραγματεύσεις Κύπρου–Ισραήλ για το κοίτασμα Αφροδίτη–Ισάι. Θεωρεί ότι η προώθηση τέτοιων συνεργασιών ενισχύει τη θέση της Λευκωσίας και διευρύνει τα κοινά συμφέροντα στην περιοχή.
Αεροπορικά όπλα, υποβρύχια και ελληνικά ναυπηγεία
Η εκπομπή καλύπτει ακόμη τις αναφορές για ελληνικό ενδιαφέρον απόκτησης προηγμένων αμερικανικών αεροπορικών όπλων, καθώς και τις επιλογές για τη νέα γενιά υποβρυχίων. Ο Μουντζουρούλιας επιμένει ότι η αγορά μαχητικών πρέπει να συνοδεύεται από το κατάλληλο οπλοστάσιο.
Στα υποβρύχια παρουσιάζει γερμανικές, γαλλικές και νοτιοκορεατικές προτάσεις, υπογραμμίζοντας ότι η τελική επιλογή πρέπει να υπηρετεί τις ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού και να συνυπολογίζει τη βιομηχανική συμμετοχή.
Παράλληλα, υποστηρίζει την πρόταση για μακροπρόθεσμο πρόγραμμα ναυπήγησης πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων στην Ελλάδα, με ενίσχυση των εγχώριων αμυντικών εταιρειών.
Η διπλωματική αντιπαράθεση από τον ΟΗΕ μέχρι τη Θράκη
Στο διπλωματικό σκέλος, σχολιάζει πληροφορίες για τουρκική διερεύνηση ενδεχόμενης υποψηφιότητας του Φεριντούν Σινιρλίογλου για τη θέση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει παρουσιαστεί επίσημη πρόταση.
Αναφέρεται επίσης στην προσπάθεια της Άγκυρας, όπως την περιγράφει, να επαναφέρει ζητήματα σχετικά με τη μειονότητα της Θράκης στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Ζητά έγκαιρη ελληνική διπλωματική απάντηση, εντάσσοντας και αυτό το πεδίο στην ευρύτερη τουρκική στρατηγική πίεσης.
Η απαίτηση που διατυπώνει προς την πολιτική ηγεσία είναι να συνδυάσει την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων με αποφασιστικές κινήσεις για τα έργα και τα δικαιώματα της χώρας: «Πάνω απ’ όλα είναι η Ελλάδα».
Αναλύσεις
Παπαδάτος: Η Ευρώπη δεν είναι έτοιμη για ολοκληρωτικό πόλεμο με τη Ρωσία
Ιδιαίτερα ανήσυχος για την κλιμάκωση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης εμφανίστηκε ο Νίκος Παπαδάτος, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική», προειδοποιώντας ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία κινείται, κατά την εκτίμησή του, σε μια πορεία για την οποία η ίδια η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε τη στρατιωτική ούτε την παραγωγική προετοιμασία. Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν το Καλίνινγκραντ, οι ρωσικές προειδοποιήσεις, η κατάσταση στο ουκρανικό μέτωπο και η ανάγκη μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας.
Ιδιαίτερα ανήσυχος για την κλιμάκωση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης εμφανίστηκε ο Νίκος Παπαδάτος, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική», προειδοποιώντας ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία κινείται, κατά την εκτίμησή του, σε μια πορεία για την οποία η ίδια η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε τη στρατιωτική ούτε την παραγωγική προετοιμασία. Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν το Καλίνινγκραντ, οι ρωσικές προειδοποιήσεις, η κατάσταση στο ουκρανικό μέτωπο και η ανάγκη μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας.
Ο Νίκος Παπαδάτος στάθηκε αρχικά στην υπόθεση του Καλίνινγκραντ, εκτιμώντας ότι οι τελευταίες κινήσεις γύρω από τον ρωσικό θύλακα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μια δευτερεύουσα εξέλιξη. Όπως ανέφερε, η Μόσχα έχει προειδοποιήσει ότι σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει «κάθε δυνατό μέσο», χωρίς να διευκρινίζει μέχρι πού θα μπορούσε να φτάσει η αντίδρασή της.
«Με τις πυρηνικές δυνάμεις καλό είναι να μην παίζουμε», ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του.
«Με ποιες δυνάμεις θα πολεμήσει η Ευρώπη;»
Ο αναλυτής αμφισβήτησε ευθέως τη δυνατότητα της Ευρώπης να ανταποκριθεί σε μια γενικευμένη στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Ρωσία.
Σύμφωνα με όσα υποστήριξε, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη συζήτηση περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και στις πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες των ευρωπαϊκών κρατών.
«Σε μια περίπτωση ολοκληρωτικού πολέμου […] πώς θα αντιδράσει η Ευρωπαϊκή Ένωση;», διερωτήθηκε, θέτοντας το ερώτημα με ποιες δυνάμεις, στρατιωτικούς σχηματισμούς, παραγωγικές δυνατότητες και υποδομές θα μπορούσε η Ευρώπη να υποστηρίξει έναν τέτοιο πόλεμο.
Κατά τον ίδιο, το κρίσιμο ζήτημα είναι να παρουσιαστεί στους ευρωπαϊκούς λαούς ποιο ακριβώς είναι το στρατηγικό σχέδιο σε περίπτωση ευθείας αντιπαράθεσης.
«Με ποια τεχνολογία, επιστήμη και πόρους θα κάνεις αυτόν τον πόλεμο όταν δεν έχεις την ετοιμότητα αυτή τη στιγμή που μιλάμε να τον διεξάγεις;», ανέφερε.
Η προειδοποίηση για την Ουκρανία
Μεγάλο μέρος της παρέμβασης αφορούσε την κατάσταση στην Ουκρανία.
Ο Παπαδάτος επικαλέστηκε αναλύσεις και πληροφορίες τρίτων πηγών, μεταξύ αυτών του Alexander Mercouris, σημειώνοντας ότι υπάρχει συζήτηση ακόμη και για ενδεχόμενη μετακίνηση της ουκρανικής κυβέρνησης προς τα δυτικά της χώρας, λόγω της έντασης των ρωσικών πληγμάτων.
Η αναφορά αυτή παρουσιάστηκε από τον ίδιο ως εκτίμηση που διακινείται σε αναλυτικούς κύκλους και όχι ως επιβεβαιωμένη εξέλιξη.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η κατάσταση στο μέτωπο έχει επιδεινωθεί για την ουκρανική πλευρά και ότι οι Ουκρανοί θα πρέπει, κατά την άποψή του, να επανεξετάσουν προηγούμενες αποφάσεις και να αναζητήσουν μέσω της αμερικανικής πλευράς μια συνολικότερη διευθέτηση.
Ο ίδιος δεν μίλησε απλώς για προσωρινή κατάπαυση του πυρός, αλλά για μια οριστική πολιτική λύση.
«Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η Ουκρανία»
Ο Νίκος Παπαδάτος έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην ευρύτερη σύγκρουση ανάμεσα στη Ρωσία και τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Κατά την ανάλυσή του, το ουκρανικό ζήτημα αποτελεί πλέον τμήμα μιας μεγαλύτερης αντιπαράθεσης και γι’ αυτό η λύση δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στο πεδίο των μαχών.
«Θα πρέπει να βρεθεί μια μακρόπνοη ειρήνη μεταξύ του ευρωπαϊκού, του δικού μας χώρου, και της Ρωσικής Ομοσπονδίας», σημείωσε.
Ιδιαίτερα ανήσυχος εμφανίστηκε και για τις προειδοποιήσεις της Μόσχας ότι ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις που σχετίζονται με την παραγωγή όπλων για την Ουκρανία θα μπορούσαν να θεωρηθούν στρατιωτικοί στόχοι.
Κατά τον Παπαδάτο, πρόκειται για ακόμη ένα δείγμα ότι οι «κόκκινες γραμμές» μεταξύ των δύο πλευρών έχουν γίνει εξαιρετικά επικίνδυνες.
«Άλλο λένε οι πολιτικές ηγεσίες και άλλο οι στρατιωτικοί»
Ο αναλυτής αναφέρθηκε επίσης στη διαφορά που, όπως υποστήριξε, υπάρχει μεταξύ των τοποθετήσεων ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών και των προειδοποιήσεων στρατιωτικών επιτελείων.
Επικαλέστηκε δηλώσεις και τοποθετήσεις Ευρωπαίων στρατιωτικών, υποστηρίζοντας ότι εκείνοι που γνωρίζουν τι σημαίνει στην πράξη μια στρατιωτική σύγκρουση εκφράζουν διαφορετικές ανησυχίες από εκείνες που εμφανίζονται στο δημόσιο πολιτικό επίπεδο.
Το κεντρικό ερώτημα, κατά τον ίδιο, παραμένει ένα:
Είναι πράγματι η Ευρώπη στρατιωτικά, οικονομικά και κοινωνικά προετοιμασμένη για όσα συζητούν οι ηγεσίες της;
Nord Stream, ενέργεια και ευρωπαϊκή οικονομία
Ο Παπαδάτος συνέδεσε την ουκρανική σύγκρουση και με το ενεργειακό πρόβλημα της Ευρώπης, επαναφέροντας το ζήτημα της καταστροφής των Nord Stream 1 και 2.
Ζήτησε να αποσαφηνιστεί πλήρως ποιος βρισκόταν πίσω από τις επιθέσεις στους αγωγούς και συνέδεσε την εξέλιξη με την αύξηση του ενεργειακού κόστους για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Κατά την άποψή του, η Ευρώπη χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση στις σχέσεις της με τη Μόσχα, με έμφαση όχι στη διαρκή κούρσα εξοπλισμών αλλά στην οικονομική συνεργασία και στη σταδιακή αποκατάσταση ενός πλαισίου αμοιβαίας ασφάλειας.
Η πρόταση για ουδέτερη Ουκρανία
Ως βάση μιας μελλοντικής συμφωνίας, ο Νίκος Παπαδάτος αναφέρθηκε σε ένα μοντέλο ουδετερότητας για την Ουκρανία, χωρίς πυρηνικά όπλα, και σε μια αρχιτεκτονική ασφαλείας όπου —όπως υποστήριξε— η ασφάλεια της μίας πλευράς δεν θα οικοδομείται εις βάρος της άλλης.
«Η ασφάλεια η δική μας δεν μπορεί να εμπεδωθεί εις βάρος της ασφάλειας της Ρωσίας και αντιστρόφως», σημείωσε.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Ευρώπη πρέπει να επιστρέψει στη λογική του διαλόγου, της οικονομίας και του πολιτισμού αντί μιας διαρκούς στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Σκληρή κριτική στις ευρωπαϊκές ηγεσίες
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο Παπαδάτος και απέναντι στο κλίμα που, όπως είπε, έχει δημιουργηθεί στην Ευρώπη απέναντι συνολικά στον ρωσικό πολιτισμό.
Έκανε λόγο για φαινόμενα αποκλεισμού της ρωσικής τέχνης και πολιτιστικής παραγωγής, υποστηρίζοντας ότι αυτού του είδους η αντιμετώπιση δεν μπορεί να αποτελεί ευρωπαϊκή απάντηση στη σημερινή σύγκρουση.
Παράλληλα, μίλησε για χάσμα μεταξύ σημαντικού τμήματος των ευρωπαϊκών κοινωνιών και των πολιτικών ηγεσιών τους όσον αφορά την κατεύθυνση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.
Το συμπέρασμα της παρέμβασής του ήταν σαφές: κατά τον Νίκο Παπαδάτο, η σημερινή στρατηγική δεν αποδίδει ούτε στο στρατιωτικό ούτε στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, ενώ η περαιτέρω κλιμάκωση εμπεριέχει κινδύνους που η Ευρώπη δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει.
Για τον ίδιο, η διέξοδος βρίσκεται στην επιστροφή στη διπλωματία και στη δημιουργία ενός νέου πλαισίου ευρωπαϊκής ασφάλειας, πριν η αντιπαράθεση περάσει σε ένα επίπεδο από το οποίο δεν θα υπάρχει εύκολη επιστροφή.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας